Πολλοί θα αναρωτιούνται σε τι περιβάλλον μεγάλωσε η Ελένη για να βγει αντικειμενόφιλη. Απ' όσο γνωρίζουμε, σε υγιές. Μια τυπικά ελληνική οικογένεια. Η γιαγιά της την αγαπούσε πολύ και γι' αυτό της έλεγε «τρώγε» και «τρώγε» όλη μέρα και της ανέλυε τα καλά της βουλιμίας ως δίαιτας. Ο παππούς της είχε πάθει εγκεφαλικό, αλλά κανείς στο σπίτι δεν το είχε πάρει χαμπάρι - νόμιζαν ότι είχε τις στραβές του και δεν μιλούσε. Ο μπαμπάς της ήταν διανοούμενος και οικογενειάρχης, όχι κανένας που γυρνούσε με τίποτα σουρτούκες, να πεις ότι για χάρη του απέρριψε η Ελένη το αντρικό φύλο. Η μητέρα της σεβόταν τον άντρα της, αν και δεν θυμόταν ποτέ το όνομά του και γι' αυτό τον είχε βγάλει Μαρσί. Από το «μωρέ συ».

«Μαρσί» του έλεγε, «δεν μαγειρεύεις;». «Μαρσί, άπλωσε τα ρούχα». «Μαρσί, νερό!». Ο Μαρσί παρέμενε κι εκείνος βαθύτατα ερωτευμένος με τη γυναίκα του, για χάρη της οποίας μάλιστα είχε γράψει το μπεστ σέλερ «Οι γυναίκες δεν κάνουν κοιλιά και φαλάκρα κι άλλοι μύθοι στους οποίους θα ήθελα ακόμη να πιστεύω». Η γυναίκα του δεν το είχε διαβάσει. Αντίθετα, διάβαζε όλη μέρα αμερικανικά self help books και την είχαν αποκουτιάνει. Το τελευταίο της κόλλημα ήταν το Μυστικό, το βιβλίο που άλλαξε τη ζωή τόσων και τόσων συνάνθρωπών μας. Εφάρμοζε κατά γράμμα όλες τις πρακτικές του βιβλίου για «να σου φέρει το Σύμπαν αυτά που θες». Μία από αυτές ήταν η Άσκηση Ευγνωμοσύνης προς το Σύμπαν, την οποία εφάρμοζε κάθε πρωί. Δεν σηκωνόταν ποτέ απ' το κρεβάτι, αν δεν αισθανόταν πρώτα ευγνωμοσύνη για την καινούργια μέρα και όλα τα δώρα στη ζωή της. Στη συνέχεια, σηκωνόταν απ' το κρεβάτι, λέγοντας «σε» καθώς το ένα πόδι της πατούσε το πάτωμα και «ευχαριστώ», όταν ακουμπούσε και το άλλο. Με κάθε βήμα που έκανε προς το μπάνιο έλεγε «Σε ευχαριστώ». Εξακολουθούσε να λέει «Σε» και «Ευχαριστώ» καθώς έκανε ντους, ντυνόταν, έφτιαχνε ομελέτα. «Μαρσιιιιί!» ούρλιαξε ένα πρωινό. «Το Μυστικό έχει αρχίσει να πιάνει. Μαρσίιιιι! Θα γίνουμε πλούσιοι». Κι αυτό γιατί εκείνο το πρωινό συνειδητοποίησε ότι δεν είχε ούτε ένα ευρώ. Τότε άρχισε να οραματίζεται πενηντάευρα και να ψάχνει το σπίτι με το γνωστό περπάτημα «Σε» «Ευχαριστώ» . Και βρήκε ένα πενηντάευρο σε μια τσάντα της. Έπεσε στα γόνατα και προσκυνούσε το Σύμπαν.

Έτσι λοιπόν, σε αυτό το πολύ πνευματικό σπίτι μεγάλωσε και η Ελένη. Δεν ήταν αντικειμενόφιλη από την αρχή της ερωτικής της ζωής. Αντίθετα, στο Πήλιο που είχε πάει μικρή εκδρομή με τους γονείς της είχε ένα πλατανικό έρωτα με αγόρι (πλατανικός έρωτας: Ο έρωτας κατά τον οποίο δυο άνθρωποι κάθονται κάτω απ' τον πλάτανο και κοιτάζονται, αλλά δεν κάνουν τίποτα άλλο). Ακριβώς μετά από αυτό είχε την πρώτη της ολοκληρωμένη σχέση με τον φράχτη. Φυσικά, η κολλητή της τής έλεγε ότι δεν είναι νορμάλ αυτό, καλύτερα να ξαναδοκιμάσει με αγόρι. Πήγε με ένα αγόρι απ' το σχολείο. Φασώνονταν επί τρεις ώρες, αλλά εκείνος δεν μπορούσε με τίποτα να λύσει το σουτιέν της. «Μήπως είναι η πρώτη σου φορά;» τον ρώτησε η Ελένη. «Με γυναίκα; Ναι». Στα 24, επίσης, ένα απόγευμα τα είχε πάρει με το πατάκι του μπάνιου που γούσταρε τότε κι αποφάσισε να το απατήσει με έναν ντράμερ. Δεν τον ξαναείδε όταν εκείνος έβγαλε το πέος του και μαστίγωνε ρυθμικά το μαξιλάρι σε επίδειξη δύναμης και γοητείας - δεν ήξερε ότι το μαξιλάρι ήταν ο πρώην της Ελένης και πληγώθηκε. Στα 26 άρχισε να βλέπει σοβαρά κάποιον, αλλά ήταν η πέμπτη φορά που συναντιούνταν κι εκείνος ρωτούσε πάλι ξανά και ξανά αν είναι μέσα και της έσπασε τα νεύρα. Ok, ίσως να μην έπρεπε να βγαίνει ντέιτ με τυφλούς ζητιάνους που γνώριζε στα πεζοδρόμια.

Όπως και να το κάνεις πάντως, τα αντικείμενα, σε αντίθεση με τους άντρες, δεν σε απατούν, δεν σε πληγώνουν, δεν σε προδίδουν, δεν σου σπάνε τα νεύρα και σε θέλουν πάντα, ό,τι κι αν συμβεί μεταξύ σας. Ε, και στα 29 της κατέληξε. Στο deodorant. Με το οποίο ήταν φουλ ερωτευμένη. Ξέρω, πολλοί που διαβάζουν τώρα τη στήλη θα σκεφτούν ότι η νέα γενιά δεν πάει καλά, ότι οι γυναίκες έχουν ξεφύγει και γίνονται ανώμαλες. Αντίθετα, οι γυναίκες τώρα στρώνουν, παλιά ήταν ανώμαλες και βιτσιόζες. Θα θυμίσω μόνο τι τραγουδούσε η Βέμπο. «Χρόνια και χρόνια με τυραννάει κι ούτε μια στάλα δεν με πονάει / γιατί / και ζω κοντά του μες στη μιζέρια χειμώνες τώρα και καλοκαίρια / γιατί / και με βαριέται και μ' άλλες πάει και μου τα παίρνει και με χτυπάει / γιατί / μα τον λατρεύω κι είναι το φως μου γιατί είναι βλέπεις ο άνθρωπός μου». Το τραγούδι τιτλοφορείται «Ο άνθρωπός μου», αλλά έγινε παγκοσμίως γνωστό ως «Μεγάλος ύμνος του μαζοχισμού» κι ενέπνευσε στο να χρησιμοποιούνται στο κρεβάτι sex toys όπως μαστίγια, αλυσίδες, φίμωτρα, καμτσίκια, μαχαίρια, κομπρεσέρ κι αλυσοπρίονα.

(συνεχίζεται)