«Να προσέχεις τα νεαρά κορίτσια που έρχονται στην πόρτα σου μελαγχολικά και χλωμά και μοιράζουν μαργαρίτες με τα λεπτά τους δάχτυλα / ήταν η φίλη μου, την κάλεσα στο σπίτι μου και παρόλο που ήξερε ότι η αγάπη μου ήταν αληθινή και πέρα απ' το συνηθισμένο, θαύμασε τη βέρα μου / ήταν η φίλη μου, μας έστειλε μικρά ασημικά για δώρα, ναι το έκανε, "α, τι ωραίο κι ευτυχισμένο ζευγάρι" είπε χωρίς καμία υπεκφυγή και κοίταξε το ξέστρωτο κρεβάτι μου / θαύμασε το ξέστρωτο κρεβάτι μου / ήταν η φίλη μου, πίστεψα ότι τα κίνητρά της ήταν αθώα, ναι, το έκανα, αλλά αυτή είχε ένα αλλιώτικο, σκοτεινό σχέδιο / θαύμασε τον γλυκό μου άντρα και μου τον πήρε απ' τη ζωή, τόσο νέα και ματαιόδοξη, μου έφερε πόνο, αλλά είμαι αρκετά σοφή για να ξέρω ότι μια επιπόλαια μέρα θα τον αφήσει και θα φύγει».

 

Αυτά τραγούδαγε η δύσμοιρη η Dory Previn το 1970 για την 23χρονη τότε (και κούκλα) Μία Φάροου που της έκλεψε τον άντρα. Ο André Previn ήταν μεγάλος και τρανός συνθέτης εκείνη την εποχή, με τέσσερα Όσκαρ, βραβεία Γκράμι και αμέτρητες επιτυχίες και σύζυγος της Dory από το 1959. Η κακούργα η Φάροου τον γνώρισε το 1969 στα γυρίσματα της ταινίας A Dandy in Aspic, έμεινε μαζί του έγκυος και τον χώρισε απ' την Dory. Λίγο πριν από το τέλος του 1969 ο André παντρεύτηκε τη Μία. Η Dory διαλύθηκε ψυχολογικά, πέρασε ένα διάστημα στα ψυχιατρεία, αλλά κατάφερε να συνέλθει κι έγραψε ένα άλμπουμ με σπαραξικάρδια τραγούδια που την έκαναν τραγουδίστρια άλλου επιπέδου. Μέχρι τότε είχε ηχογραφήσει ένα προσωπικό τζαζ άλμπουμ με τον André το 1957, το «The leprechauns are upon me», και πολλά τραγούδια για σάουντρακ, όπως το «Valley of the Dolls», αλλά ήταν του πιο ελαφρού. Με το «On my way to where» το 1970 πέρασε στο ποιοτικό κι άρχισε μια καινούργια καριέρα. Μπορεί να μην έγινε ποτέ πρώτης κλάσης ποπ τραγουδίστρια, αλλά έγραψε μιούζικαλ, διηγήματα, έγραψε και το λιμπρέτο για μια όπερα το 1997 με τον André ως συνθέτη και μαέστρο. Πέθανε στα 86 της το 2012, την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου. Αυτές τις μέρες ξανακυκλοφορεί το πρώτο άλμπουμ της του 1957 στην Croydon Municipal, την εταιρεία που έφτιαξε ο Stanley των St. Etienne για να ανατυπώνει παλιούς, ξεχασμένους δίσκους. Του άλλαξαν εξώφυλλο, τον τίτλο (λέγεται πια «My heart is a hunter»), πέταξαν και το επώνυμο του τρισκατάρατου (το Previn) και κάνει μετά θάνατον μια νέα καριέρα ως Dory Langdon.

 

Τα πλαστικά λουλούδια έχουν συνδεθεί με μια συγκεκριμένη αισθητική που παραπέμπει στο κιτς, οι Plastic Flowers όμως δεν έχουν καμία σχέση με αυτό που μπορεί να σου φέρνει στο μυαλό το όνομά τους. «Το όνομα συνδέθηκε με το ομώνυμο τραγούδι των Wake, παρ' όλα αυτά είχα και μία εμμονή με τη λέξη "plastic" εκείνο το διάστημα, τέλη του 2010. Ανέμελες εποχές» λέει ο Γιώργος, ο ένας από τους δύο του σχήματος (ο άλλος είναι ο Άγγελος). «Το όνειρό μας ήταν να ξεφύγουμε από τα ελληνικά σύνορα, κάτι που σε μικρό βαθμό το πετύχαμε. Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι οι προσπάθειές μας σταμάτησαν εδώ. Έχουμε ακόμα ατελείωτο δρόμο να διανύσουμε. Χρειάζεται να κρατάς μικρό καλάθι και να κάνεις πολλές θυσίες. Οι στόχοι υπάρχουν, αλλά δεν είναι ανάγκη να τους διατυμπανίζεις. Κάν' το αθόρυβα και πάντα low profile». Σε έναν χρόνο οι Plastic Flowers έχουν κατορθώσει πολλά, έχουν κυκλοφορήσει μια κασέτα κι ένα 7ιντσο που τους χάρισαν δημοσιότητα στο εξωτερικό, έκαναν μια περιοδεία στην Αμερική, έπαιξαν στο Φεστιβάλ SXSW στο Austin, έκαναν 20 lives στην Ευρώπη και ολοκλήρωσαν το πρώτο άλμπουμ τους που θα κυκλοφορήσει τον άλλο μήνα από την αμερικανική Crash Symbols και την Inner Ear. «Ονομάζεται Evergreen. Η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν όταν μέσα στο καλοκαίρι φτάσαμε κοντά στο σημείο να τα "σπάσουμε", κάτι που ευτυχώς αποφύγαμε. Δεν υπάρχει κάτι συγκεκριμένο που μας εμπνέει, η έμπνευση εμφανίζεται στις πιο ζόρικες στιγμές. Τα ερεθίσματα πηγαινοέρχονται. Το Evergreen ήταν μία πολύ περίεργη διαδικασία ηχογραφήσεων που κράτησε λιγότερο από δύο μήνες. Όλα τα κομμάτια γράφτηκαν πάνω σε μπομπίνα και κασετόφωνα κυρίως στο σπίτι μου. Το concept του δίσκου είναι ανθρώπινες σχέσεις και ψυχολογία. Και mood swings». Πώς είναι το κλίμα στο εξωτερικό για μια ελληνική μπάντα; «Δεν υπάρχει έχθρα προς τους Έλληνες. Ποτέ δεν υπήρχε δηλαδή, εκτός από κάποιες πολύ extreme περιπτώσεις. Έχουμε περάσει αρκετό χρόνο στο εξωτερικό και νιώσαμε μια ατμόσφαιρα που ευχόμαστε κάθε Έλληνας καλλιτέχνης να ζήσει – υπήρξαμε αρκετά τυχεροί που μας συνέβη στα 22 μας χρόνια. Οι άνθρωποι έξω εκτιμούν και δείχνουν περισσότερο ενδιαφέρον, όχι μόνο θεωρητικό. Χαίρονται που βλέπουν μία μπάντα να ταξιδεύει μέχρι τη χώρα τους και ας παίζει μπροστά σε 50 άτομα, κάτι που στην Ελλάδα δυστυχώς δεν συμβαίνει. Το καλύτερο ίσως σχόλιο που ακούσαμε ήτα στη Nέα Υόρκη, όταν μία κοπέλα μετά το live με αγκάλιασε σχεδόν κλαίγοντας και μου είπε πόσο συγκινήθηκε απ' την ατμόσφαιρα που δημιουργούμε. Το χειρότερο σχόλιo έγινε από ένα γνωστό μας πρόσωπο. Μας χαρακτήρισε "άμπαλους" και πως δεν ξέρουμε από μουσική, που ως έναν βαθμό είναι αλήθεια».Ο Γιώργος και ο Άγγελος ζουν στη Θεσσαλονίκη. «Είμαστε φοιτητές στα ΑΠΘ και ΠΑΜΑΚ, ολοκληρώνουμε σύντομα τις σπουδές μας. Εγώ ασχολούμαι και με animation/design και σχέδιο, ενώ ο Άγγελος με την ξυλεία» λέει. «Η Θεσ/νίκη είναι εντελώς αλλού. Παρ' όλα αυτά, οι Chinese Basement είναι ό,τι καλύτερο έχει βγάλει η πόλη εδώ και χρόνια. Τα παιδιά το ζουν και ήδη σε μικρό χρονικό διάστημα έχουν κάνει τόσο πολλά βήματα, που μερικές ντίβες εδώ γύρω δεν θα φαντάζονταν ούτε στα πιο τρελά τους όνειρα». Τι τους ενοχλεί πιο πολύ; «Το ελληναριό και οι "επαναστάτες-γκουρού" (του Facebook κυρίως) που θέλουν να σε πείσουν ότι έχουμε χούντα, ενώ ζουν στο υπόγειο της μάνας τους και πίνουν χόρτο όλη μέρα. Είναι περιττοί εν έτει 2014».