Μεσούσης μιας αργοπορημένης άνοιξης και μιας αισιοδοξίας μετά από μήνες μιας απογοητευτικής διαχείρισης της κρίσης, η γερμανική πολιτική σκηνή βαδίζει ολοταχώς για τις ομοσπονδιακές εκλογές τον ερχόμενο Σεπτέμβρη. 

 

Αυτές οι εκλογές σηματοδοτούν χωρίς αμφιβολία τέλος εποχής: μετά από 16 χρόνια στην καγκελαρία η Angela Merkel δεν είναι υποψήφια. Στο παρελθόν πολλές φορές σκεφτόμουν (όχι χωρίς κάποια ανυπομονησία) την γερμανική πολιτική χωρίς αυτήν, τώρα λοιπόν που έφτασε η στιγμή μάλλον νιώθω ανασφαλής για τη διάδοχη κατάσταση.
 

Νομίζω ότι αυτό το συναίσθημα έχουν πολλοί. Η Merkel έκανε τα πάντα σε όλη τη διάρκεια της καγκελαρίας της ώστε να μην υπάρχουν «δελφίνοι». Ακόμα όμως και στα τελευταία χρόνια, που η εξουσία της ήταν θα λέγαμε ακλόνητη δεν έκανε τίποτα για να προωθήσει μια διάδοχη κατάσταση. Αποτέλεσμα: η έλλειψη πολιτικού προσωπικού με κάποιο εκτόπισμα, με ικανότητες και ακτινοβολία που θα ηγούνταν του χριστιανοδημοκρατικού κόμματος στο μέλλον. Η επόμενη στην προεδρία του CDU, η σημερινή υπουργός άμυνας Kramp-Karrenbauer ήταν μια ατυχή, εντελώς χλιαρή περσόνα, η οποία συναντούσε εντός του κόμματος τις μικρότερες αντιστάσεις αλλά δεν έτυχε ποτέ και ουσιαστικής υποστήριξης, οπότε και πέταξε το γάντι με την πρώτη ευκαιρία. Έτσι λοιπόν περάσαμε, πριν από μόλις λίγους μήνες στο σημερινό πρόεδρο του CDU και υποψήφιο για την καγκελαρία, Armin Laschet, έναν κάπως καλοκάγαθο κύριο, πρωθυπουργό του πολυπληθέστερου κρατιδίου της Γερμανίας, της Ρηνανίας-Βεστφαλίας, χωρίς ξεκάθαρο πολιτικό προφίλ. Ο κύριος αυτός πήρε το χρίσμα μετά από μια εντελώς κακόγουστη πολιτική οπερέτα μεταξύ αυτού και του πρωθυπουργού της Βαυαρίας, Markus Söder, που θεωρείται πιο δημοφιλής (μάλλον μόνο εντός της αυστηρής κομματικής νομενκλατούρας). Ως τώρα κανείς δε γνωρίζει ακριβώς ποιες συνθέσεις εντός των διαφόρων τάσεων του κόμματος θα επιχειρήσει ο Laschet. Το κυριότερο: κανείς δεν έχει ιδέα αν και ποιο είναι το όραμα του για το μέλλον της Γερμανίας. Αντίστοιχα σε ιστορικά χαμηλά κινούνται τα ποσοστά του. Αυτό φαντάζει μάλλον αναμενόμενο: η εκλογή του ως προέδρου του κόμματος του και υποψηφίου για την καγκελαρία βγάζει ίσως νόημα μόνο εντός του κόμματος του. Το αν η υποψηφιότητα αυτή θα έχει ελπίδες φαίνεται να επαφίεται στα λάθη που πιθανώς θα κάνουν οι αντίπαλοί του.

 

Αυτές οι εκλογές σηματοδοτούν χωρίς αμφιβολία τέλος εποχής: μετά από 16 χρόνια στην καγκελαρία η Angela Merkel δεν είναι υποψήφια.

 

Ο έτερος του κυβερνητικού συνασπισμού, το ιστορικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα δεν παρουσιάζει καλύτερη εικόνα. Μετά από την κατάρρευση του τα τελευταία δέκα χρόνια αδυνατεί επίσης να βρει έναν σαφή βηματισμό και να μεταφράσει τις παραδοσιακές σοσιαλδημοκρατικές ιδέες στο σημερινό κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον. Το κυριότερο πρόβλημα του είναι ότι δε γνωρίζει ακριβώς σε ποιον απευθύνεται: η εργατική τάξη είναι μια άλλη σήμερα, όχι οι εργάτες στη βαριά βιομηχανία αλλά μάλλον το ακαδημαϊκό πρεκαριάτο και οι οδηγοί UBER και WOLT. Έτσι λοιπόν το SPD παραπαίει μεταξύ μιας θιγμένης Αριστεράς που ενδιαφέρεται σε πρώτο λόγο για identity politics και ένα φιλελεύθερο κέντρο. Ο υποψήφιος του κόμματος για την καγκελαρία εκφράζει τέλεια αυτό το υπαρξιακό κενό: ο σημερινός υπουργός οικονομίας Οlaf Scholz έχει περάσει από σχεδόν όλα τα πολιτικά αξιώματα χωρίς να αφήσει ιδιαίτερο έργο αλλά έχοντας αποφύγει και βαρύγδουπα σκάνδαλα. Πρόκειται για έναν απίστευτα βαρετό υποψήφιο, με μάλλον κεντρώες θέσεις που το μόνο που έχει να προτάξει είναι η εμπειρία του σε διάφορες κυβερνητικές θέσεις. 

 

Ακριβώς αυτό είναι και το αδύναμο σημείο της τρίτης υποψήφιας για την καγκελαρία, της Annalena Baerbock του κόμματος των πρασίνων: δεν είχε ποτέ κάποιο κυβερνητικό αξίωμα. Να σημειωθεί ότι τα δημοσκοπικά ποσοστά των πρασίνων έχουν εκτοξευθεί στα ύψη. Οι λόγοι είναι πολλοί. Μεγάλο ρόλο παίζει πάντως σίγουρα η ιδεολογική απαξίωση της σοσιαλδημοκρατίας (παρόλη την όχι και τόσο κακή δουλειά τους στην τωρινή και την προηγούμενη κυβέρνηση) και η παλινδρόμηση του κεντροδεξιού κόμματος της Angela Merkel. Έτσι λοιπόν οι Πράσινοι για πρώτη φορά στην ιστορία του κόμματος έχρισαν υποψήφια καγκελάριο, πράγμα που δείχνει ότι θεωρούν δυνατή την επικράτηση τους στις εκλογές. Ο δρόμος για την καγκελαρία βέβαια θα είναι πολύ δύσκολος: οι Πράσινοι για να πείσουν κεντρώους και μετριοπαθείς ψηφοφόρους έκαναν σε ηγετικό επίπεδο στροφή σε πολλά θέματα (κάτι σαν να μου θυμίζει αυτό στην Ελλάδα!) και εγκατέλειψαν παραδοσιακές ριζοσπαστικές θέσεις όχι μόνο σε θέματα περιβαλλοντικής πολιτικής αλλά και στην εξωτερική και αμυντική πολιτική. Η κομματική βάση ενόψει της δημοσκοπικής επιτυχίας παραμένει σιωπηλή, είμαι σίγουρος όμως ότι η σιωπή αυτή είναι προσωρινή και εύθραυστή, καθώς οι Πράσινοι είναι ένα κόμμα με ιδιαίτερη κομματική δημοκρατία που αποτελείται από προσωπικότητες και συνιστώσες που δύσκολα υποτάσσονται σε κομματικές γραμμές. Έτσι λοιπόν όλα δείχνουν ότι το αποτέλεσμα των εκλογών θα κριθεί ακριβώς σε αυτό το σημείο: θα μπορέσει η Baerbock να παρουσιάσει μια πρόταση, η οποία θα συγκρατήσει το κομματικό της ακροατήριο αλλά ταυτόχρονα δε θα τρομάξει μετριοπαθείς ψηφοφόρους που σκέφτονται για πρώτη φορά και ελλείψει εναλλακτικών να την ψηφίσουν. Οι πιθανότητες πάντως είναι σχετικά καλές καθώς φαίνεται να υπάρχει στην ατμόσφαιρα μια διάθεση αλλαγής και ρήξης, που και λόγω κόμματος αλλά και λόγω ηλικίας μόνο η Baerbock ενσαρκώνει πειστικά. Για να έχει ελπίδες η Baerbock, είναι απαραίτητο να αποφύγει τους ανόητα λάθη, όπως τις αυθαίρετες αλλαγές στο online-βιογραφικό της. 

 

Τα ποσοστά των μικρότερων κομμάτων επίσης δεν είναι αδιάφορα για τον τελικό σχηματισμό κυβέρνησης καθώς δεν αποκλείεται μια τρικομματική κυβέρνηση. Το ακροδεξιό-λαϊκιστικό AfD (Εναλλακτική για τη Γερμανία) έχοντας χάσει το αγαπημένο της θέμα (μεταναστευτικό) και έχοντας υιοθετήσει στην αντιμετώπιση της πανδημίας μια μάλλον συνωμοσιολογική ρητορική φαίνεται ότι κινείται σε ένα ποσοστό της τάξης του 10%. Η δε απόφαση του κόμματος σχετικά με τα πρόσωπα που θα είναι επικεφαλής του ψηφοδελτίου του σηματοδοτεί μια περαιτέρω στροφή προς τα δεξιά. Αρνητικά επιδρά και το γεγονός ότι εδώ και μερικούς μήνες το κόμμα παρακολουθείται από τις υπηρεσίες πληροφοριών ως ύποπτο εξτρεμισμού.  Οι φιλελεύθεροι του FDP, παρότι άχρωμοι και συσπειρωμένοι γύρω από τον αρχηγό τους Christian Lindner, φαίνεται να γίνονται ελκυστικοί για ένα μέρος του δεξιού ακροατηρίου και να κερδίζουν κάπως από τους αδυναμίες του CDU και του Armin Laschet. Τέλος η Αριστερά (Die Linke), το αδερφό κόμμα του Σύριζα μάλλον αδυνατεί να κεφαλαιοποιήσει την έλλειψη μιας ουσιαστικής αριστερής πρότασης καθώς και αυτή πελαγοδρομεί μεταξύ δογματικών θέσεων στην εξωτερική πολιτική (π.χ. διάλυση του ΝΑΤΟ) και των πολιτικών ταυτότητας. Έτσι αδυνατεί να απευθυνθεί στα χαμηλά κοινωνικά στρώματα που αποτελούσαν παραδοσιακά τους ψηφοφόρους της, κάποιοι από τους οποίους δυστυχώς στρέφονται στην ακροδεξιά. 

 

Η εκλογική αναμέτρηση του Σεπτεμβρίου γίνεται ακόμα πιο ενδιαφέρουσα γιατί για πρώτη φορά μετά από σχεδόν είκοσι χρόνια κανένας από τους υποψηφίους δεν επιχειρεί  να επανεκλεγεί. Τέλος ο προεκλογικός αγώνας είναι ως τώρα λόγω των περιορισμών της πανδημίας ιδιαίτερος. Μεγάλες συγκεντρώσεις δεν επιτρέπονται. Η προσωπική επαφή μεταξύ υποψηφίων και ψηφοφόρων είναι δύσκολη και δεν ξέρουμε αν η εξέλιξη της πανδημίας τους μήνες μέχρι τον Σεπτέμβριο μας επιφυλάσσει εκπλήξεις. Να συνυπολογίσουμε επίσης και κάποιες τοπικές εκλογές στο σημαντικό κρατίδιο της Κάτω Σαξονίας δυο εβδομάδες πριν από τις ομοσπονδιακές εκλογές, οι οποίες μπορούν να επηρεάσουν την τελευταία στιγμή τάσεις και διαθέσεις.

 

Σε αυτήν τη φάση της όλης διαδικασίας φαίνεται δύσκολη μια ασφαλής εκτίμηση αν και πως τα αποτελέσματα των εκλογών θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις ελληνογερμανικές σχέσεις. Σε γενικές γραμμές η γερμανική εξωτερική πολιτική είναι σχετικά σταθερή και δεν είθισται να αλλάζει ριζικά μετά από μια αλλαγή στην κυβέρνηση. Αν βέβαια επικρατήσουν οι Πράσινοι δεν αποκλείονται εκπλήξεις. 

 

* Ο Γιώργος Σωτηριάδης είναι νομικός και δουλεύει ως σύμβουλος στο Υπουργείο Εσωτερικών του κρατιδίου του Βερολίνου ως ειδικός σε θέματα ισλαμικού εξτρεμισμού και τρομοκρατίας.