(…) αφού η ίδια η θνητότητα θεωρείται τιμωρία για τη σεξουαλική ενοχή.

Martha C. Nussbaum, έρωτος γνώση, δοκίμια για τη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία, μετ. Γιώργος Λαμπράκος, εκδ. Πατάκης, 2021


 

Ο θάνατος είναι μοναχικός, μερικός, ατομικός. Ο καθένας πεθαίνει μόνος του, κανείς δεν τον συντροφεύει, κανείς δεν είναι μαζί του. Ο θάνατος είναι ένα γεγονός που αφορά τον καθένα χωριστά. Ακόμα κι όταν έχει συλλογική, μαζική, μορφή, τον συναποτελούν διακεκριμένοι άνθρωποι, έστω κι αν χάνονται στην ανωνυμία, στην απρόσωπη, πολυάριθμη διάσταση ενός ολοκαυτώματος.

 

Έχει κατά κόρον απασχολήσει ο θάνατος, από καταβολής ανθρώπου, την τέχνη και τον στοχασμό, όπως και την επιστήμη. Τους έχει απασχολήσει ως κεντρικό ζήτημα της ανθρώπινης ύπαρξης, ως αφετηριακό σημείο για την οικοδόμηση φιλοσοφιών, θεολογιών, θρησκειών. Ο θάνατος απετέλεσε μάλιστα από καταβολής τον κεντρικό παράγοντα για τη σύνταξη θεωριών και δογμάτων που η ενδελεχής και μακροχρόνια ενασχόλησή τους μ’ αυτόν οργάνωσε θεωρητικώς και διέδωσε/επέβαλε πρακτικώς τη βασική θεωρία της υπέρβασης του ίδιου του θανάτου και της μετάβασης των νεκρών σε έναν άλλον μεταθανάτιο κόσμο. Ανατολή και Δύση στηρίχτηκαν νοηματικώς και συστηματικώς μ’ αυτό το θέμα που αποτελεί τον λόγο υπάρξεώς τους.

 

Ωστόσο, σε όλη αυτή την πολλάκις χιλιόχρονη και μέχρι τις μέρες μας ενασχόληση, με ύψιστης σημασίας έργα τέχνης και στοχασμού, πουθενά σχεδόν, ακόμα και ονομαστικώς, δεν αναφέρεται ούτε καν θίγεται εκείνο που καθιστά τον θάνατο εφικτό και τον μετατρέπει σε γεγονός: η θνητότητα. Χωρίς τη θνητότητα όμως, δεν υπάρχει θάνατος. Η θνητότητα είναι η μήτρα του θανάτου, άρα του γεγονότος του θανάτου προηγείται η κατάσταση, η θνητότητα. Ο άνθρωπος πεθαίνει επειδή είναι θνητός. Η θνητότητα είναι ο ίδιος ο άνθρωπος.  

 

Το ότι, μέσα στον ίδιο τον χώρο όπου υπερθετικώς δοξάζεται η μετά θάνατον ζωή, όπου κηρύσσεται ότι το σύνολο του χριστιανικού δόγματος καταρρέει εάν δεν στηρίζεται θεμελιωδώς στην πίστη στην ανάσταση του Χριστού, στη βεβαιότητα ότι η ψυχή είναι αθάνατη και στο ότι αναμένεται ανάσταση νεκρών, το ότι λοιπόν μέσα στην ίδια την εστία αυτής της ερμηνείας του ανθρώπου δεν διατυπώθηκαν παρά μόνο λόγια που αφορούν αποκλειστικά την εφήμερη ζωή, η οποία λήγει χωρίς καμία περαιτέρω συνέχεια, νομίζω ότι αποτελεί μείζον συμβάν.

 

Πρόκειται, όπως καταλαβαίνουμε, για κάτι αυτονόητο, ποιος θα το αμφισβητούσε ή θα το αρνιόταν; Κι όμως αυτό το κατ’ εξοχήν αυτονόητο δεν έχει σχεδόν ποτέ, με όρους σημασίας κεντρικής και καταστατικής, που ανήκει στον άνθρωπο με την πιο θεμελιώδη υπαρκτική έννοια, τεθεί ως αυτό που είναι.

 

Πριν προχωρήσω, θα επικεντρωθώ σ’ ένα γεγονός των προηγούμενων ημερών που συγκάλυψε με τη φορτισμένη επικαιρότητά του όχι μόνο την καθημερινή πραγματικότητα αλλά και εμφάνισε κάτι πέραν αυτής.

 

ENNOΩ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ και την κήδευση της Φώφης Γεννηματά. Θάνατος που η ανακοίνωσή του υπερέβη τα όρια ακόμα και εκείνου ενός δημόσιου προσώπου, και προκάλεσε σκέψεις και αντιδράσεις που κι αυτές υπερβαίνουν την τρέχουσα πραγματικότητα και περνούν σε κάτι πέραν αυτής. Από την Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τον Πρόεδρο της Βουλής μέχρι τους τηλεοπτικούς σχολιαστές, που υπήρξαν, όσους άκουσα, εύστοχοι και περιεκτικοί, η κάλυψη αυτού του θανάτου έφερε τη γλώσσα που χρησιμοποίησαν στο να εκφέρει και να φέρει στην επιφάνεια λέξεις και εκφράσεις που θα τις συνοψίζαμε στη φράση που ακούστηκε αλλεπάλληλες φορές, «πρέπει να σκεφτούμε τα όριά μας».  

 

Ο λόγος της Προέδρου της Δημοκρατίας, ο οποίος περιείχε σε κυρίαρχο βαθμό τη διάσταση της ποίησης, αλλά και εκείνος του Προέδρου της Βουλής, ακούστηκαν –κι αυτό έχει καθοριστική σημασία– μέσα ακριβώς στον χώρο όπου κατ’ εξοχήν διακηρύσσεται η νίκη επί του θανάτου, η καταπάτησή του, η μετάβαση σε έναν άλλον τόπο, μάλιστα φωτεινό, χλοερό, αναψύξεως, ένθα απέδρα οδύνη, λύπη και στεναγμός, ενώ αδιαλείπτως λέγεται το χους ην και εις χουν απελεύσει, το πάντα κόνις, πάντα τέφρα, πάντα σκιά, το πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα, όσα ουχ υπάρχει μετά θάνατον, εξέλθωμεν και ίδωμεν εν τοίς τάφοις, ότι γυμνά οστέα ο άνθρωπος, σκωλήκων βρώμα και δυσωδία και γνώμεν τις ο πλούτος, το κάλλος, η ισχύς, η ευπρέπεια, και άλλα παρόμοια, τα οποία συμπληρώνονται με τα αλλά μεν το σώμα διαλυθήναι εις τα εξ ων συνετέθη, την δε ψυχήν καταταγήναι εν τω χορώ των δικαίων, ώστε την μεν ψυχή εκείσε χωρείν, ένθα και το είναι προσελάβετο, μέχρι τής κοινής αναστάσεως, το δε σώμα εις τα εξ ων συνετέθη αναλύσεσθαι, ει γαρ πιστεύομεν ότι Ιησούς απέθανε και ανέστη, ούτω και ο Θεός τούς κοιμηθέντας δια τού Ιησού άξει συν αυτώ, ότι συ ει η ανάστασις, η ζωή και η ανάπαυσις τού κεκοιμημένου δούλου σου, ανάπαυσον, ο Θεός τον δούλον σου, και κατάταξον αυτόν εν Παραδείσω, όπου χοροί Αγίων Κύριε, και οι Δίκαιοι εκλάμψουσιν ως φωστήρες, πάλιν δε ηχούσης σάλπιγγος, νεκροί, ως εν συσσεισμώ, πάντες αναστήσονται προς την σην υπάντησιν, Χριστέ ο Θεός, και ούτω καθ’ εξής.

 

Μέσα στον Μητροπολιτικό Ναό των Αθηνών, λοιπόν, και προεξάρχοντος του Αρχιεπισκόπου, με όλους τους περί αυτόν συλλειτουργούντες, δεν ακούστηκε ούτε μία λέξη που να συνάδει με τα περί αναστάσεως κ.λπ. λόγια της νεκρώσιμης ακολουθίας. Οι λέξεις που ειπώθηκαν αφορούσαν και μόνο το επίγειο τέλος, την περατότητα, την πάλη του σώματος με τη θανάσιμη ασθένεια, το σθένος και την οριακή αντοχή της γυναίκας που, μέσα στο φέρετρό της πλέον, ήταν μία αδιάψευστη παρουσία τού ανθρώπινου τέλους με την πιο ριζική σημασία του.

 

Δεν θα κρίνω την απεύθυνση των παιδιών της στη νεκρή μητέρα τους. Κανείς δεν επιτρέπεται να κρίνει τη ζωτική πίστη τους, την ανάγκη τους να πιστεύουν ότι τους βλέπει και τους συντροφεύει από «εκεί ψηλά», όπως είπε το κάθε παιδί με τον τρόπο του. Είναι βασική παρηγορητική ανάγκη.

 

Το ζήτημα ωστόσο, όπως το θέτω εδώ, δεν ενδιαφέρεται για το τι επιθυμεί ο άνθρωπος αλλά για το ποια είναι, πέρα από την επιθυμία του, η πραγματική του υπόσταση και ποια τα αναφαίρετα συστατικά της.

Το ότι, μέσα στον ίδιο τον χώρο όπου υπερθετικώς δοξάζεται η μετά θάνατον ζωή, όπου κηρύσσεται ότι το σύνολο του χριστιανικού δόγματος καταρρέει εάν δεν στηρίζεται θεμελιωδώς στην πίστη στην ανάσταση του Χριστού, στη βεβαιότητα ότι η ψυχή είναι αθάνατη και στο ότι αναμένεται ανάσταση νεκρών, το ότι λοιπόν μέσα στην ίδια την εστία αυτής της ερμηνείας του ανθρώπου δεν διατυπώθηκαν παρά μόνο λόγια που αφορούν αποκλειστικά την εφήμερη ζωή, η οποία λήγει χωρίς καμία περαιτέρω συνέχεια, νομίζω ότι αποτελεί μείζον συμβάν.

 

Η Εκκλησία ως σύνολο ευχαριστιακής και σωτηριολογικής αποστολής έχει δεχθεί δεινό, καίριο, κατακόρυφο υπαρξιακό πλήγμα από την επέλαση του κορονωϊού. Έχει παραλύσει σε όλη την έκταση των συστατικών της, δεν θα συνέλθει ποτέ από αυτήν την ολική της παράλυση, δεν έχει πλέον ούτε ως ψευδαίσθηση ίχνος υπερβατικής υπόστασης, έχει αδειάσει εντελώς από κάθε διάσταση πνευματικότητας, είναι πια κενή οποιουδήποτε νοήματος, ο λόγος υπάρξεώς της έχει εκμηδενιστεί κάτω από τα πλήγματα μιας ανελέητης πραγματικότητας ανυπέρβλητα μη διαχειρίσιμης από τους κανόνες που συνιστούν την Εκκλησία και το δόγμα της εδώ και είκοσι εκατονταετίες.

 

Η θνητότητα, από τη στιγμή που τίθεται ως προϋπόθεση του κάθε στοχαστικού συστήματος, δρα, περισσότερο από τον θάνατο, με τρόπο τέτοιον ώστε κανένα οικοδόμημα φιλοσοφικό, θεολογικό, θρησκευτικό, δεν αντέχει τις κρούσεις της, γκρεμίζεται αύτανδρο σαν πύργος από άμμο χτισμένος πάνω σε κινούμενη άμμο. Ό,τι έχει κατασκευαστεί προκειμένου να υπερβεί και να καταργήσει τη θνητότητα, αποδεικνύεται νοητική σύλληψη, φάντασμα ανορθολογισμού, λεκτική και μόνο επινόηση, δημιούργημα ολοσχερώς τής γλώσσας. Από τη Βίβλο και τους πλατωνικούς διαλόγους μέχρι τη σωρεία των συγγραφών/στοχαστών που ξεκινούν από τον πρώιμο χριστιανισμό με τους ευαγγελιστές, τον Παύλο, τον Ωριγένη, τον Κλήμη, τον Πλωτίνο, και συνεχίζονται με τον Αυγουστίνο, τον Θωμά Ακινάτη, τον Άνσελμο κ.ά., μέχρι τον Σπινόζα, τον Ντεκάρτ, τον Χιουμ, τον Λάιμπνιτς, τον Καντ, τον Κίρκεγκωρ, τον Χέγκελ, τον Σέλινγκ, τον Νίτσε, τον Καρλ Μπαρτ, τον Μπούλτμαν, τον Χάιντεγκερ, με ενδιαμέσως αδιάκοπη και πληθωρική παρουσία των Πατέρων τής Εκκλησίας, τίποτα από όλα αυτά τα προϊόντα τής ανθρώπινης διάνοιας δεν μένει όρθιο αφ’ ης στιγμής τεθεί σαν δυναμίτης στα θεμέλιά τους η θνητότητα.

 

Οι Ιδέες, το Αγαθό, ο Θεός της Αγάπης, η Δημιουργία του Κόσμου, το Προπατορικό Αμάρτημα, η Αιωνιότητα, η Αθανασία, ο Άλλος Κόσμος, η Τελική Κρίση, προπαντός η νίκη επί του θανάτου και η επαγγελία μιας άλλης, καλύτερης ζωής, καθώς και τόσα άλλα παρόμοιας εγκεφαλικής παράκρουσης και σκεπτικής άνοιας εξαμβλώματα, απετέλεσαν επί αιώνες τα πάση θυσία εκλογικευμένα άλογα στηρίγματα του ανθρώπινου όντος, προκειμένου να καταστούν ζωή και θάνατος διαχειρίσιμες πραγματικότητες, αφού και η ζωή και ο θάνατος υπερέβαιναν την ορισμένη κατανόηση των ανθρώπων να τα εξηγήσουν και να τα υπομείνουν. Και μπορεί μεν ο θάνατος ως συνέπεια της θνητότητας να αντιμετωπίστηκε με περισσό θράσος, να έγινε αντικείμενο λυσσαλέας διαχείρισης και μανιακής διαστροφής, με αποτέλεσμα διανοητικές βαρβαρότητες που από τη μια ως λάθη, από την άλλη ως εξαπάτηση, κατάφεραν να γίνουν πιστευτές, όχι μόνο από τα αναρίθμητα πλήθη των λεγόμενων απλών ανθρώπων, αλλά, κι αυτό είναι το εκπληκτικό, εν πολλοίς ανεξήγητο, και από κορυφαίες διάνοιες. Τόσο οι μεν όσο και οι δε, ανεξαρτήτως διανοητικού επιπέδου, συναντήθηκαν στο ίδιο σημείο και εξαπατήθηκαν εξίσου.

Το πολλαπλώς ανυπόστατο κυριάρχησε επί χιλιετίες, όταν όμως τίθεται υπό την κρίση της απλής λογικής δείχνει την αληθινή του φύση που δεν είναι άλλη από εκείνη τής βλακώδους αερολογίας, της ασύστολης ανοησίας, της μετατροπής της επιχειρηματολογίας σε γλωσσικό υποχείριο για την υποστήριξη αναπόδεικτων εφευρημάτων, για την ανάδειξη αληθειών που δεν ήσαν παρά αποκυήματα συστηματικών, εσκεμμένων, προσχεδιασμένων, στοχοποιημένων, φανατικών ιδεοληψιών και βλέψεων, προκειμένου το ανύπαρκτο να καταστεί υπαρκτό – ό,τι πιο τερατώδες θα μπορούσε να βγει από τον ανθρώπινο νου. Όλα αυτά τα υποκινούσαν μία καθηλωτική εμμονή και μία πεισματική προσκόλληση σ’ αυτό που αποτελεί τη θεμελιώδη και καταστροφικότερη αυταπάτη: την ύπαρξη τού Θεού. Από εκεί και πέρα, οι συνέπειες υπήρξαν όχι μόνο κοσμογονικές αλλά σε πολύ μεγάλο βαθμό και ανεπανόρθωτες, δηλαδή πολύ δύσκολα ανατρέψιμες και αναστρέψιμες, γιατί εξακολουθούν να παραμένουν βαθύτατα ριζωμένες, σχεδόν αξερίζωτες, εσωτερικευμένες σε βαθμό σχεδόν ανέφικτης απαλλαγής.

 

Βρισκόμαστε σε μια ιστορική στιγμή όπου αυτά τα προαιώνια οικοδομήματα που συντίθενται από κανόνες ζωής και από ερμηνείες του ανθρώπου αδυνατούν πλέον να αποκρύψουν το καταστατικό ψεύδος τους, το ασύστατο περιεχόμενό τους, την απλώς και μόνο γραμματική/ρηματική υπόστασή τους, την απόλυτα ανθρώπινη προέλευσή τους. Έχει σημασία αυτό διότι τα προαναφερθέντα κείμενα αλλά και πλείστα άλλα όπως αυτά είχαν ως βασική τους επιδίωξη να επέμβουν στην ανθρώπινη πραγματικότητα, να τη διαμορφώσουν εκ βάθρων κατά τα δικά τους σχέδια, να διαπλάσουν εξ αρχής μία δική τους πραγματικότητα παράλληλη με τη φαινομενική, την οποία διακήρυσσαν πλαστή, και να πείσουν ότι η δική τους είναι η μόνη και αληθινή. Μέσα στη διαμορφωμένη από τέτοια ψεύδη, συνοδευόμενα από φαιδρές υποσχέσεις περί αιώνιας ζωής, δική τους πραγματικότητα έζησαν τις ζωές τους άπειρα ανθρώπινα όντα, πιστεύοντας ότι ακολούθησαν τη σωστή οδό, αυτήν που θα τους επέτρεπε να αναμένουν και να κερδίσουν τη σωτηρία, όχι σ’ αυτήν τη ζωή, την οποία τους έμαθαν να την περιφρονούν, να επιθυμούν να την εγκαταλείψουν το ταχύτερο δυνατό, αλλά σε μία άλλη, άξια να τη ζήσει κανείς – μετά τον θάνατο.

 

Το γεγονός του θανάτου της Φώφης Γεννηματά υπήρξε μία, κατά τη γνώμη μου, παρόμοιας σημασίας ιστορική στιγμή. Ο αντίκτυπός του, ισχυρότατος, δεν εξηγείται μόνο με τους λόγους που δικαίως αναφέρθηκαν: νέα, συμπαθής, γενναία, αξιοπρεπής, και που συνέβαλαν στο να φορτίσουν έναν αδόκητο θάνατο. Κάτι άλλο συνέβη την Τετάρτη 27 Οκτωβρίου 2021. Η είδηση, πλην εκείνης του θανάτου που μεταδόθηκε σε όλους αδιακρίτως και όλους συγκίνησε, ήταν πάνω απ’ όλα ότι τώρα, εδώ, συμβαίνει κάτι που μας αφορά σε προσωπικό επίπεδο, όχι μόνο ως συμμετοχή σε ένα πένθος, προπαντός όχι με τη διάσταση της χριστιανικής υπέρβασης, αντίθετα, με εκείνη τής επιγείωσης, όχι της εκκλησιαστικής προσταγής και καθοδήγησης, όχι με την παρότρυνση του κηρύγματος, αλλά με την αίσθηση της σαρκικής αλήθειας, όχι του ευαγγελικού κηρύγματος αλλά της συγκεκριμένης υπόστασης. 

 

Όλοι, με κάποιον ανομολόγητο και ασυνείδητο εν πολλοίς τρόπο, ένιωσαν ότι τα όρια της ζωής είναι στενά και ότι τίποτε και κανείς δεν μπορεί να τα παραβιάσει. Ούτε ανάσταση ούτε άλλος κόσμος ούτε αιώνια ζωή. Τίποτα από αυτά. Κούφια λόγια. Το ανθρώπινο στην περιούσια ουσία του και μόνο. 

 

Χωρίς, λοιπόν, και πάλι να ειπωθεί καν η λέξη θνητότητα, σε όσα ακούστηκαν, αλλά και σε όσα δεν ακούστηκαν, βοούσε από πίσω το ανυπέρβλητο σήμα ότι ο θάνατος είναι το οριστικό τέλος της ζωής, ότι δεν υπάρχει κανένα κανενός είδους μετά τη ζωή, ότι αυτό που λέει η λέξη θνητότητα είναι η αληθινή φύση του ανθρώπου, ότι αποτελεί παραποίηση, παρερμηνεία, παραμόρφωση, εντέλει υποτίμηση της αξίας του το να μετατρέπεται το ουσιωδέστερο ανθρώπινο στοιχείο σε αντικείμενο θεολογικής και φιλοσοφικής εκμετάλλευσης προκειμένου κάποιοι, έχουμε πολλούς τέτοιους και στην εγχώρια αγορά, να το διαστρέφουν προς όφελος δικών τους μέτρων και σταθμών. 

 

Η θνητότητα ως η γενεσιουργός αιτία του θανάτου, με την κήδευση της Φώφης Γεννηματά, έδωσε για πρώτη φορά ένα παρόν και μάλιστα μέσα στη φωλιά του ιερατικού λύκου. Η νεκρώσιμος ακολουθία ήταν μία τελετουργία κραυγαλέου μηδενισμού, εφόσον όσα λέγονταν από τον Αρχιεπίσκοπο και τους λοιπούς ιερείς δεν ήσαν παρά προσβλητικές για τη στοιχειώδη νοημοσύνη κενολογίες, απαράδεκτες βλακείες που καταστρατηγούσαν τον απλούστερο ορθολογισμό, επαναλαμβάνοντας ασυναρτησίες αιώνων, ενώ μπροστά τους κείτονταν ένα ανθρώπινο σώμα που τίποτε και κανείς δεν θα μπορούσε να του πει «Εγέρθητι» και να εγερθεί. 

 

Αυτή η νεκρώσιμος ακολουθία υπήρξε η νεκρώσιμος ακολουθία της ίδιας της Εκκλησίας, η ίδια η Εκκλησία κηδεύτηκε, αφού για τον δικό της θάνατο επρόκειτο στην πραγματικότητα. Ολόκληρη η Ορθοδοξία και τα πιστεύω της, ολόκληρος ο Χριστιανισμός και ο Θεός του, ετάφησαν οριστικά την Τετάρτη 27 Οκτωβρίου 2021. Αυτή η μέρα θα πρέπει να καθιερωθεί ως επέτειος απολύτρωσης από ηθικά και υπαρξιακά δεσμά αιώνων, ως ημέρα που σηματοδοτεί την αφετηρία ζωτικής επανατοποθέτησης όλων των αρχών που καταστρατηγούσαν την ανθρώπινη φύση, ως ημέρα όπου ο άνθρωπος αρχίζει να βλέπει και παραδέχεται πόσο εξαπατήθηκε, άρα ότι η επίγνωση τής θνητότητάς του όχι μόνο δεν είναι λόγος για να λυπάται ή να απελπίζεται κανείς, αντιθέτως λόγος για να βιώνει τη ζωή του με όρους αμιγώς ανθρώπινους.

 

Η θνητότητα μπορεί, έτσι, να γίνει, για πρώτη φορά, το έδαφος για τη σπορά δημιουργιών σε όλους τους τομείς και να οδηγήσει σε έναν κόσμο αποκλειστικώς ανθρώπινο, όπου η σκέψη, η τέχνη, η επιστήμη και κάθε άλλη δημιουργία θα αποκτήσουν το γήινο πρόσημο που δικαιούνται.  

 

Υ.Γ.

Σε άμεση σύνδεση με όλα τα παραπάνω, θα πρότεινα να ξεκινήσουν, μέσα στην Ιερά Μητρόπολη Αθηνών, προβολές ταινιών, με πρώτη τη μικρού μήκους, σουηδικής παραγωγής 2020, The night train (Nattaget) του Jerry Carlsson, και να συνεχιστούν αδιαλείπτως αντικαθιστώντας οριστικά όλο το τελετουργικό, ημερήσιο και εβδομαδιαίο, της Εκκλησίας, ώστε ο χώρος της να αποκτήσει αυτό που δεν είχε ποτέ: την αληθινή ανθρώπινη ιερότητα. Το πλήθος των ταινιών είναι τόσο μεγάλο ώστε αρκεί για να γεμίσει το καθημερινό πρόγραμμα επί αιώνες. Ιδού η νέα αρχή. Ιδού το αληθινό καλό μήνυμα. Ζήστε το.

Δημήτρης Δημητριάδης

29-30.10.2021