Όλα Χαμένα: To συναρπαστικό μυθιστόρημα του Κώστα Μιχόπουλου έχει τη στόφα της κλασικής λογοτεχνίας

Όλα Χαμένα: ένα συναρπαστικό «θαλασσινό» μυθιστόρημα με τη στόφα της κλασικής λογοτεχνίας Facebook Twitter
Όταν έγραφα το "Όλα Χαμένα" ένιωθα ότι θέλω να το διαβάσει κόσμος, ότι αφορά κάποιους αυτό που γράφω. Ήθελα να ταξιδέψει. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LifO
0

Το «Όλα Χαμένα» του Κώστα Μιχόπουλου άρχισα να το διαβάζω στο αεροπλάνο, πηγαίνοντας στο Μιλάνο. Ο τρόπος που ξεκινάει το βιβλίο, με μια νεαρή κοπέλα εξαγριωμένη επειδή ο σύντροφός της έχει πέσει για ψάρεμα κι έχει αργήσει να βγει, δεν σε προετοιμάζει γι' αυτό που θα ακολουθήσει. 

«Μα πού είναι ο καριόλης τέτοια ώρα; Καλύτερα ν’ αργήσει λίγο ακόμα, γιατί άμα βγει τώρα, θα του γαμήσω ό,τι έχει και δεν έχει του παλιομαλάκα. Καλύτερα να βγει σε λίγο, να ξεθυμάνω πρώτα με τις πέτρες».

Οι ώρες περνάνε, ο Άρης δεν εμφανίζεται και η αγωνία που μουδιάζει σταδιακά τη Μαρία και ο τρόμος στη σκέψη ότι έχει συμβεί κάτι κακό σε βυθίζουν σε ένα ταξίδι στο έρεβος στο οποίο σε παρασύρει μέχρι το τέλος του βιβλίου. Το επόμενο πρωί ξεκινάει την αναζήτηση του συντρόφου της με τη βοήθεια δύο ψαράδων, του Λευτέρη και του Νίκου, μπατζανάκια, που έχουν αρχίσει να μιλάνε ξανά μετά από ένα μεγάλο διάστημα που ήταν τσακωμένοι.

Οι ανατροπές και οι συγκλονιστικές αποκαλύψεις, που είναι αδύνατο να τις περιγράψεις χωρίς να κάνεις σπόιλερ, κάνουν το βιβλίο συναρπαστικό, παρότι τα γεγονότα είναι δυσάρεστα και η αγωνία στην οποία σε υποβάλλει ο συγγραφέας γίνεται κάποιες στιγμές ασφυκτική. Είναι αδύνατο να το αφήσεις από τα χέρια σου χωρίς να μάθεις το φινάλε. Φτάνοντας στο αεροδρόμιο, κάθισα σε έναν καναπέ μέχρι να το τελειώσω και μετά έψαξα να βρω τον σταθμό του τρένου. 

Ο Κώστας Μιχόπουλος, στο πρώτο του βιβλίο, φτιάχνει μια σύγχρονη θαλασσογραφία με οικολογικά μηνύματα, σασπένς και περιγραφές που δείχνουν ότι έχει μελετήσει σε βάθος ό,τι έχει σχέση με τη θάλασσα. Ο τρόπος που αφηγείται τα γεγονότα και το αίσθημα του φόβου και της αναμονής που εντείνονται με κάθε αποκάλυψη κάνουν αδύνατη την περιγραφή της υπόθεσης του βιβλίου χωρίς να χαλάσεις τη μαγεία του.

Η δομή του «Όλα Χαμένα» είναι αριστοτεχνική, με περιγραφική αφήγηση που θυμίζει Χέμινγουεϊ και Μέλβιλ, και μονολόγους ή διαλόγους που εναλλάσσονται, προκαλώντας ποικιλία συναισθημάτων που κλιμακώνονται όσο εξελλίσεται η ιστορία. Πέρα από την αγωνία της αναζήτησης του νέου ανθρώπου, σου δημιουργεί μια αίσθηση απειλής, μετατρέπεται σταδιακά σε ένα θρίλερ όπου κυριαρχούν η αμφιβολία και μετά η ωμή βία, μέχρι να ξεκαθαρίσουν όλα στην τελευταία σελίδα, με έναν απίστευτο τρόπο. Είναι μια σπουδή στην ανθρώπινη φύση, στις σχέσεις αλλά και μια ιστορία μυστηρίου που γίνεται σχόλιο για τη γενιά της Μεταπολίτευσης και μια ωδή στη θάλασσα που έχουμε συνδυάσει μόνο με χαρά και ξεγνοιασιά, ξεχνώντας ότι είναι και επικίνδυνη. 

Ο Κώστας Μιχόπουλος, στο πρώτο του βιβλίο, φτιάχνει μια σύγχρονη θαλασσογραφία με οικολογικά μυνήματα, σασπένς και περιγραφές που δείχνουν ότι έχει μελετήσει σε βάθος ό,τι έχει σχέση με τη θάλασσα. Ο τρόπος που αφηγείται τα γεγονότα και το αίσθημα του φόβου και της αναμονής που εντείνονται με κάθε αποκάλυψη κάνουν αδύνατη την περιγραφή της υπόθεσης του βιβλίου χωρίς να χαλάσεις τη μαγεία του. Προσπαθήσαμε να κάνουμε μια κουβέντα χωρίς κανένα σπόιλερ.     

Όλα Χαμένα
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ. Κώστας Μιχόπουλος, «Όλα Χαμένα», εκδόσεις Νήσος
Σελίδες: 176

— Από πού ξεκίνησε η ιδέα για την ιστορία του «Όλα Χαμένα»; 
Ψαρεύω, κάνω ψαροντούφεκο, κάνω ελεύθερη κατάδυση, αγαπάω πάρα πολύ τη θάλασσα. Πριν από αρκετά χρόνια, με την τότε σύντροφό μου, τη Μαρία, είχαμε πάει διακοπές στις Κυκλάδες, τις πρώτες μας, και εγώ πήγα για ψάρεμα. Της είχα δώσει ακριβείς οδηγίες για το τι θα κάνω, πώς θα κινηθώ. Πήγα αριστερά στον κάβο και της είχα πει ότι θα λείψω μία-μιάμιση ώρα και μετά θα γυρίσω, «θα σε δω, θα σου μιλήσω και θα πάω στον επόμενο κάβο».

Όταν γύρισα ήταν μέχρι τη μέση μέσα στη θάλασσα και έκλαιγε, νόμιζε ότι μου είχε συμβεί κάτι κακό, φαντάσου ότι έφτασα κοντά της και δεν αντέδρασε, ήταν χαμένη. Αυτό τότε με τάραξε, η αγωνία που περνάει αυτός που περιμένει, οπότε κάπως έτσι ξεκίνησε η ιδέα.

Το βιβλίο είναι μια μικρή ιστορία, μια θαλασσινή περιπέτεια. Ήθελα να βάλω εκεί μέσα τη γενιά των γονιών μου, αλλά να γράψω και για την αγάπη μου για τη θάλασσα. Είναι η ερωτική μου εξομολόγηση στη θάλασσα, ενώ παράλληλα είναι και η δική μου συγγνώμη στη γυναίκα που περιμένει τον άντρα να γυρίσει απ’ τη θάλασσα. Γιατί αυτό το έχουμε ζήσει ως θαλασσινός λαός, είναι μέσα στην ιστορία μας, όταν έφευγαν οι άντρες, η επιστροφή τους δεν ήταν δεδομένη, και αυτοί που έμεναν πίσω, μανάδες, πατεράδες, σύζυγοι, αγωνιούσαν.

Βουτάω από παιδάκι, το πρώτο μου ψαροντούφεκο το αγόρασα 13 χρονών, και η μάνα μου αγωνιούσε, μετά και η σύντροφός μου. Έτσι ήθελα να γράψω γι’ αυτό που είδα στη γυναίκα, που έχει κάτι αρχέτυπο. Όλοι έχουμε έναν μακρινό θείο ναυτικό, κάποιον στην οικογένεια που ταξιδεύει, και με ενδιέφερε πολύ το κομμάτι της αγωνίας του ανθρώπου που μένει πίσω. Δεν έχω κάνει σπουδές πάνω στο γράψιμο, είναι διαφορετικό το background μου, έχω σπουδάσει μουσική, ηχοληψία και μουσική τεχνολογία, και δουλεύω στον χώρο του θεάτρου τα τελευταία είκοσι χρόνια. 

Όλα Χαμένα: ένα συναρπαστικό «θαλασσινό» μυθιστόρημα με τη στόφα της κλασικής λογοτεχνίας Facebook Twitter
Αυτό που με έχει επηρεάσει πολύ είναι η δουλειά μου, έχω δουλέψει με σπουδαίους σκηνοθέτες και όλοι δουλεύουν τους χαρακτήρες τους, δουλεύουν ένα κείμενο και πάνω σε αυτό προσπαθούν να δώσουν οδηγίες στους ηθοποιούς να ενσαρκώσουν τους χαρακτήρες Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LifO

— Από πότε γράφεις;
Αυτό δεν είναι το πρώτο μου βιβλίο, έχω γράψει άλλο ένα μυθιστόρημα, το οποίο ξεκίνησα πολύ μικρός· το έπιανα, το παράταγα, το ξανάπιανα, πάντα έγραφα κάτι, αλλά δεν είχα καμία διάθεση να το κυκλοφορήσω, κι ας έχει πολλή πλάκα. Είναι λίγο σαν ημερολόγιο, πρόκειται για πραγματικές ιστορίες με τους φίλους μου από την εφηβική και τη μετεφηβική ηλικία, και τη φοιτητική ζωή, με ερωτικές καταστάσεις κ.λπ. Δηλαδή χαζοέγραφα πάντα, αλλά τα τελευταία χρόνια μου αρέσει πολύ να γράφω, γι’ αυτό και το κάνω, περνάω καλά. Όχι τόσο όταν γράφω, αλλά στη διαδικασία πριν, που η σκέψη μου μέσα στη μέρα βρίσκεται στους χαρακτήρες και την ιστορία μου. Όταν έγραφα το «Όλα Χαμένα» ένιωθα ότι ήθελα να το διαβάσει κόσμος, ότι αφορά κάποιους αυτό που γράφω. Ήθελα να ταξιδέψει. 

Έχει μεγάλη σημασία, νομίζω, ο τρόπος που λες μια ιστορία. Η ιδέα του «Όλα Χαμένα» είναι πολύ απλή, ένας άνθρωπος πάει σε ένα νησί με τη σύντροφό του, πέφτει να κάνει υποβρύχια δραστηριότητα, δεν επιστρέφει και ξεκινάει μια μικρή θαλασσινή περιπέτεια. Δεν είναι καμιά σπουδαία ιδέα, αλλά αυτό που προσπάθησα να κάνω, και δεν ξέρω αν το έχω καταφέρει, είναι να το γράψω όμορφα όλο αυτό.

— Οι περιγραφές του βιβλίου μέσα στη θάλασσα μου θύμισαν τον «Γέρο και τη θάλασσα» του Χέμινγουεϊ ή τον «Μόμπι Ντικ». Είναι όντως αναφορές σου; 
Υπάρχουν ξεκάθαρες αναφορές στο βιβλίο μου από τον Νίκο Καββαδία και τον Έρνεστ Χέμινγουεϊ. Το «Ο γέρος και η θάλασσα» το έχω διαβάσει πάνω από πενήντα φορές, το υπεραγαπάω αυτό το βιβλίο, τη «Βάρδια» του Καββαδία και τα ποιήματά του επίσης, φαντάσου ότι μέσα στο «Όλα Χαμένα» κάποιες φράσεις ξεκινάνε ακριβώς όπως κάποια ποιήματα του Καββαδία, επίτηδες, σαν ένας φόρος τιμής σ’ αυτόν. Ο Καββαδίας είναι ο αγαπημένος μου ποιητής, αλλά μου αρέσουν πολύ και τα τρία πεζά που έχει γράψει. Άλλη αναφορά είναι ο Θέμος Ποταμιάνος, ίσως και ο Τζακ Λόντον με τον «Θαλασσόλυκο», ένα βιβλίο που λάτρεψα επίσης.

Αυτό που με έχει επηρεάσει πολύ είναι η δουλειά μου. Έχω δουλέψει με σπουδαίους σκηνοθέτες: τον Δημήτρη Παπαϊωάννου, τον Ευριπίδη Λασκαρίδη, την Κατερίνα Ευαγγελάτου, τον Σταμάτη Φασουλή, τώρα δουλεύω με τον Γιάννη Χουβαρδά. Όλοι αυτοί δουλεύουν τους χαρακτήρες τους, δουλεύουν ένα κείμενο και πάνω σε αυτό προσπαθούν να δώσουν οδηγίες στους ηθοποιούς ώστε να ενσαρκώσουν αυτούς τους χαρακτήρες. Εγώ κάνω τον σχεδιασμό ήχου, αλλά όλα αυτά τα χρόνια τούς παρατηρώ, παρατηρώ τον τρόπο που δουλεύουν, τη μέθοδό τους. Ειδικά οι Ευριπίδης Λασκαρίδης και ο Παπαϊωάννου δημιουργούν ιστορίες και χαρακτήρες με έναν τρόπο που είναι ιδιαίτερος, χωρίς λόγο, μόνο με κίνηση, ήχο, σκηνικό και φως και φτιάχνουν μια ιστορία. Αυτή η μέθοδος και ο τρόπος που προσεγγίζουν κάποια πράγματα με έχουν επηρεάσει στον τρόπο που στοιχειοθετώ την ιστορία και τους χαρακτήρες μου. Και τους ευχαριστώ όλους, έναν-έναν. 

Όλα Χαμένα: ένα συναρπαστικό «θαλασσινό» μυθιστόρημα με τη στόφα της κλασικής λογοτεχνίας Facebook Twitter
Είναι ένα μεγάλο μέρος της ζωής μου η θάλασσα, δεν διάλεξα τι θα γράψω, μου βγήκε. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LifO

— Διαβάζεις;
Διαβάζω αρκετά, όταν έχω χρόνο.

— Ελληνικά ή ξένα;
Και τα δύο, τον τελευταίο καιρό έχω φάει ένα κόλλημα με τον Καζαντζάκη, έχω διαβάσει τα περισσότερα βιβλία του.

— Γιατί επέλεξες να γράψεις για τη θάλασσα και όχι κάτι που θα ήταν πιο εύκολο, που να έχει σχέση με τη δουλειά σου π.χ.; 
Τη μουσική την αγαπώ πολύ. Ακούγονται δύο τραγούδια στο βιβλίο και έχει και αρκετές περιγραφές ήχων. Είναι ένα μεγάλο μέρος της ζωής μου η θάλασσα, δεν διάλεξα τι θα γράψω, μου βγήκε. Ήθελα να γράψω για τη θάλασσα, κι έκανα αρκετά μεγάλη έρευνα για τη θαλασσινή μας ιστορία, είδα και διάβασα συνεντεύξεις από καπετάνιους, διάβασα την ιστορία των καϊκιών και πώς φτιάχνονται.

Το ψάρεμα (δίχτυα, παραγάδια, συρτή, τσαπαρί) το ξέρω, γιατί, εκτός από το ψαροντούφεκο που κάνω, με έπαιρνε από πολύ μικρό στη βάρκα ο θείος μου, ο αδελφός της μητέρας μου, που είναι ερασιτέχνης ψαράς, και ψαρεύαμε μαζί. Γοητευόμουν πολύ από αυτήν τη διαδικασία με τη θάλασσα, με το ταξίδι, τα θαλασσοπούλια, με τα πλάσματά της. Βέβαια εγώ ήμουν κολλημένος με τον βυθό, ήθελα να βλέπω αυτό που ψαρεύω, είναι κάτι που γνωρίζω καλά και αγαπάω ο βυθός.

— Γράφεις εύκολα ή δύσκολα;
Δυσκολεύομαι πάρα πολύ να γράψω, δεν μου βγαίνει αβίαστα. Φαντάσου ότι μπορεί να σκέφτομαι κάτι –πώς να ξεκινήσω ένα μέρος της ιστορίας μου– για έναν μήνα και να μην μπορώ να το γράψω. Οπότε δύσκολα γράφω, αλλά και δύσκολα σβήνω. Απ' όσα έγραψα στο «Όλα Χαμένα» ελάχιστα πράγματα έσβησα. Σπαταλούσα πάρα πολλές ώρες με σημειώσεις και σκέψεις πάνω στον χαρακτήρα αλλά και στη συνέχεια της ιστορίας.

Δεν έχω μέθοδο, είμαι αυτοδίδακτος ως προς αυτό και οι σημειώσεις είναι η κύρια πηγή μου. Και μετά είναι οι ατελείωτες σκέψεις, σκέψεις, σκέψεις… Ένα πολύ ενδιαφέρον κομμάτι της συγγραφής είναι ότι τις «κενές» ώρες έχω κάτι να απασχολώ το μυαλό μου και περνάω πολύ καλά μ’ αυτό. Π.χ. οδηγώ και έχει κίνηση και ξέρω ότι θα φτάσω στον προορισμό μου σε 30 λεπτά, κι αντί να με πνίγει αυτό το πράγμα και να περνάω δύσκολα, αρχίζω να σκέφτομαι έναν χαρακτήρα και πράγματα που μπορεί να μη διαβάσει ποτέ ο αναγνώστης, αλλά εγώ έτσι τον στοιχειοθετώ, πώς είναι τα χέρια του, πώς είναι το δέρμα του, τι τον έχει ενοχλήσει στη ζωή του, πώς αντιλαμβάνεται τον χώρο, πώς αντιλαμβάνεται τα πράγματα γύρω του σε σχέση με την ηθική του, σε σχέση με τον θάνατο, πώς νιώθει για τους φίλους, τους ανθρώπους αλλά και απλά πράγματα, πώς του αρέσει να φοράει τις κάλτσες του.

Σκέφτομαι ένα βουνό από πράγματα, αλλά στο τέλος αυτό με βοηθάει γιατί ο χαρακτήρας έχει γίνει ο καλύτερός μου φίλος με έναν τρόπο, γιατί τον ξέρω πάρα πολύ καλά. Κι αυτή η διαδικασία μέσα στη μέρα με ξεκουράζει. Αυτό που με κουράζει είναι όταν θα κάτσω να γράψω και θα πρέπει να πάρω όλη αυτή την πληροφορία και να τη στύψω για να βγει κάτι, εκεί δυσκολεύομαι πραγματικά. Δεν θεωρώ τον εαυτό μου λογοτέχνη, αν μπορούσα να αυτοχαρακτηριστώ θα το έκανα με μία ξένη λέξη, story teller, ή θα έλεγα μια λέξη παρεξηγημένη, παραμυθάς. Μου αρέσει να λέω ιστορίες, παραμύθια. Τώρα που περιμένουμε με τη σύντροφο μου την Άννα το πρώτο μας παιδάκι ανυπομονώ για την ώρα που θα του λεω παραμύθια. 

Όλα Χαμένα: ένα συναρπαστικό «θαλασσινό» μυθιστόρημα με τη στόφα της κλασικής λογοτεχνίας Facebook Twitter
Τον τελευταίο καιρό έχω φάει ένα κόλλημα με τον Καζαντζάκη, έχω διαβάσει τα περισσότερα βιβλία του. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LifO

— Μίλησέ μου λίγο για τον ψυχαναγκαστικό τρόπο που η Μαρία αντιμετωπίζει την αγωνία της.
Όλοι το κάνουμε αυτό, μετράμε τις πλάκες στα πεζοδρόμια, βάζουμε με τον νου μας διάφορα τρελά, είναι αυτά τα τάματα που κάνουμε μέσα μας όταν έχουμε αγωνία. Κι εγώ, όταν έχω αγωνία για κάτι, όταν ήμουν μικρός πολύ περισσότερο, έβαζα συνέχεια τέτοια στο μυαλό μου, μικρά τρικ ή τάματα, και προσπαθούσα να κρατήσω την ψυχραιμία μου μέσω αυτής της διαδικασίας.  

— Και το τάμα είναι ψυχαναγκασμός, τάζεις για να αλλάξεις τη μοίρα. Η Μαρία είναι τεχνοκράτισσα και μορφωμένη, οπότε απορρίπτει όλα τα μεταφυσικά, δεν περιμένει να σώσει τον Άρη ο Θεός.
Ναι. Σκέφτεται ότι μετά από τόσες ώρες θα έπρεπε να είχε γυρίσει – ένας έμπειρος ψαροντουφεκάς, γυμνασμένος, δυνατός, είναι πολύ δύσκολο να επιστρέψει μετά από ένα 24ωρο. Δεν περιμένει να τον σώσει ο Θεός, αλλά κάνει επίκληση στη θάλασσα και της λέει «καριόλα, θα σε πιω», και μετά το μετανιώνει λες και είναι παιδάκι, και λέει «συγγνώμη που σου μίλησα απότομα, ξέρω ότι εσύ δεν τον πήρες». 

Το σημείο που η Μαρία απευθύνεται στον Άρη και στη θάλασσα είναι από τα πιο δυνατά του βιβλίου:  

Γύρισε πίσω, σε παρακαλώ. Γύρνα πίσω και τι στον κόσμο. Να δω τα μάτια σου ξανά να λάμπουν και τι. Ό,τι θέλεις. Δεν θα ξαναφωνάξω, δεν θα ξαναγκρινιάξω, δεν θα σε κακολογήσω, δεν θα ζηλέψω, δεν θα σου αρνηθώ τίποτα. Να, φιλάω σταυρό. Σ’ το ορκίζομαι, αν είσαι ζωντανός και ξανακούσω τη φωνή σου, σε ό,τι έχω ιερό, θα σ’ έχω σαν τα μάτια μου. Πικρή κουβέντα απ’ τα χείλη μου δεν θ’ ακούσεις. Διαφωνία δεν θα έχουμε καμιά. Μόνο ν’ αναπνέεις θέλω. Να ξαναπάρω την ανάσα σου στο στόμα μου, ν’ ανασάνω το πρωινό σου χνότο, να καταπιώ το σάλιο σου, ν’ ακουμπήσω το κορμί μου στο δικό σου. Μόνο να ζεις και θα κάνω ό,τι χρειαστεί για να σε δω ξανά. Θα μεταλάβω με θαλασσινό νερό, θα πιω θάλασσα για να ’ρθεις.

Θάλασσα, θα σε πιω όλη να στερέψεις να φανεί ο Άρης. Τ’ ακούς; Καριόλα, μου τον πήρες. Πού τον κρύβεις; Πες μου γιατί θα σε ρουφήξω όλη. Άρχισε να βήχει σαν γαϊδούρι και τα μάτια της στάζανε δάκρυα πνιγμού, όχι λυγμού. 
Δεν θα τον κλάψω ακόμα γιατί είναι ζωντανός. Δεν κλαίω, τα μάτια μου στάζουν αλάτι. Δεν κλαίω. Δεν κλαίω. Θάλασσα, φέρ’ τον μου πίσω, σε παρακαλώ. Καν’ το θαύμα σου και φέρ’ τον πίσω. Τον αγαπάω, μη μου τον πάρεις. Τ’ ακούς; Τον αγαπάω πιο πολύ κι απ’ τη ζωή μου. Πιο πολύ απ’ όλους τους ανθρώπους που έχω γνωρίσει μέχρι τώρα στη ζωή μου. Πιο πολύ κι απ’ τη μάνα μου και την αδερφή μου. Πιο πολύ κι απ’ τον πατέρα μου. 
Μ’ ακούς; Θα σε πιω όλη. 
Μ’ ακούς; Φέρ’ τον πίσω.   

Το ξέρω, το ξέρω, εντάξει, σωπαίνω. Το ξέρω ότι δεν τον έχεις πάρει εσύ. Το ξέρω. Έτσι σε φοβερίζω. Το ξέρω. Πες μου όμως. Πού είναι; Τι έγινε, γιατί δεν έχει γυρίσει ακόμα; Το ξέρω ότι δεν θα μου τον έπαιρνες εσύ θάλασσα. Εντάξει, ναι, το ξέρω ότι σ’ αγαπάει πολύ. Και ξέρεις ότι αυτός μ’ έκανε να σ’ αγαπήσω κι εγώ. Μου έδειξε την αγάπη του για σένα και μ’ έκανε να σε αγαπήσω κι εγώ που σε φοβόμουν. Θάλασσα, σ’ αγαπώ πολύ. 
Θάλασσα, δεν σε κατηγορώ.
Θάλασσα, δεν θα σε πιω.
Θάλασσα, δεν μπορώ να σε πιω. 
Θάλασσα, σε παρακαλώ, φέρ’ τον πίσω κοντά μου.
Θάλασσα, τον αγαπώ.
Θάλασσα, σε παρακαλώ. 

Θάλασσα, πάρε εμένα.  

— Πες μου για τους άλλους δύο χαρακτήρες, τον Νίκο και τον Λευτέρη. Μου θύμισαν κάποιους θείους που όλοι έχουμε, που μισιούνταν μεταξύ τους, αλλά η κοινωνική συνθήκη τούς επιβάλλει να μιλούν και να συνυπάρχουν στα οικογενειακά τραπέζια. 
Έχει ενδιαφέρον, γιατί αυτούς τους δύο τύπους τούς έψαχνα καιρό. Είχα φτιάξει τον σκελετό της ιστορίας στο κεφάλι μου, είχα κάνει κάποιες σημειώσεις και, εκτός από την αγωνία και τις σκέψεις μιας γυναίκας που χάνεται ο σύντροφός της, έψαχνα τους δύο χαρακτήρες που θα βρεθούν με τη Μαρία και θα πάνε να ψάξουν τον Άρη. Ήθελα δύο ψαράδες και κάποια στιγμή αυτούς του δύο τύπους τους γνώρισα. Πέθανε η μητέρα ενός πολύ καλού μου φίλου και στο τραπέζι μετά την κηδεία κάθισα με την οικογένειά του,  εκεί λοιπόν τους γνώρισα, έναν τύπο που τον έλεγαν Λευτέρη και έναν που τον έλεγαν Νίκο. Ήταν μπατζανάκηδες. Δεν έχουν καμία σχέση με τους ήρωες του βιβλίου, αλλά πήρα τα πρόσωπα και τα χαρακτηριστικά τους και έφτιαξα τους χαρακτήρες μου. 

Κάτω απ' τη μαρκίζα

— Θα μπορούσαν να είναι κλασικοί ΠΑΣΟΚοι των ’80s και ’90s. 
Μέσω αυτών των δύο χαρακτήρων, αυτό που έκανα συνειδητά ήταν ότι έγραψα για την προηγούμενη γενιά, τη γενιά του πατέρα μου. Για τις μουσικές που ακούνε, για τον τρόπο που αντιλαμβάνονται τη ζωή, το ψάρεμα, την ηθική πάνω σε αυτό. Διάλεξα επίτηδες να είναι δύο εκ διαμέτρου αντίθετοι χαρακτήρες, γιατί με βόλευε γι’ αυτό που ήθελα να κάνω. Είναι ενδιαφέρον πώς αυτοί οι δύο συνυπάρχουν όλα αυτά τα χρόνια και μαθαίνουμε λίγα πράγματα για τη ζωή τους. Ήθελα να αποτίσω έναν φόρο τιμής σε αυτήν τη γενιά και μέσα από τη μουσική που ακούγανε – στη βάρκα υπάρχει μια κασέτα με το «Άξιον Εστί» και άλλη μία με το «Dark side of the moon». 

Tην περίοδο που έγραφα το «Όλα Χαμένα» συνέβη κάτι όμορφο, μια φίλη της μητέρας μου μού χάρισε τη δισκοθήκη της, γιατί, εκτός των άλλων, συλλέγω και δίσκους, έχω αυτό το σαράκι που με τρώει. Εκείνη την περίοδο, λοιπόν, μπήκαν στο σπίτι 200 δίσκοι με άπαντα Θεοδωράκη, άπαντα Χατζιδάκι, Μαρκόπουλο, και άρχισα να ακούω αυτό το κομμάτι της ελληνικής μουσικής, ’60s, ’70s, ’80s, που έχει πάρα πολύ ενδιαφέρον. Και κάπως μου βγήκε να πω κάποια πράγματα γι' αυτήν τη γενιά, που την ξέρω από τους θείους μου, από τον πατέρα μου, απ' τη μητέρα μου, από κάποιους δασκάλους, κάποιους οικογενειακούς φίλους. Και τα δύο τραγούδια που έχω επιλέξει να βάλω μέσα στο βιβλίο είναι τραγούδια που αγαπώ πολύ, το ένα είναι το «Κάτω απ’ τη μαρκίζα» του Σπανού που είπε η Βίκυ Μοσχολιού, ένα καταπληκτικό κομμάτι που ακούγεται κάποια στιγμή πάνω στην αναζήτηση του Άρη.

Όταν πηγαίναμε για ψάρεμα με τον θείο μου ακούγαμε ελληνική ραδιοφωνία, γιατί πιάνει παντού στη θάλασσα, είναι κλάσικ αυτό –λέει και τον καιρό–, οπότε, όταν σβήναμε τη μηχανή και ακουγόταν ένα λαϊκό τραγούδι από τα ηχεία που δεν ήταν καλής ποιότητας και τα είχε φάει η θάλασσα, ήταν συγκλονιστικό μέσα στην ησυχία της θάλασσας, όπως και το να ακούς Βάγκνερ με καταιγίδα. Και στο τέλος της ιστορίας, που ο Λευτέρης έχει μεθύσει και τραγουδάει με τον Νίκο, έβαλα να λένε το «Άνοιξε γιατί δεν αντέχω». Αυτή η γενιά άκουσε το παραδοσιακό ρεμπέτικο, αλλά το έμαθε και μέσω του Χατζιδάκι, με τη Φλέρυ Νταντωνάκη στα «Λειτουργικά», με πιάνο. 

Οι δύο φίλοι που τα ’χαν σπάσει ξανατραγουδάνε μαζί, και ο τρόπος που λέγεται το τραγούδι νομίζω ότι κουβαλάει την αίσθηση της γενιάς, το τραγουδάνε σαν ύμνο βυζαντινό. Γιατί είναι τρομερό αυτό που έζησε αυτή η γενιά, μεγάλωσε μαζί με ιερά τέρατα, ήταν mainstream τότε το να πηγαίνεις στην ταβέρνα και να τραγουδάς Ελύτη. Ήταν κάποιοι άνθρωποι πολύ φτωχοί, χωρίς σπουδές, αλλά μέσω της μουσικής τούς συστήθηκαν σημαντικοί ποιητές, διάβαζαν όμως και κλασική λογοτεχνία – αυτή η γενιά διάβασε κλασική λογοτεχνία, ενώ η δική μου και η επόμενη δεν έχουμε διαβάσει. Είναι κρίμα, γιατί έχουμε μία ζωή και υπάρχουν κάποιες ταινίες που πρέπει να δεις, κάποιες μουσικές που πρέπει να ακούσεις, κάποια ποιήματα και κάποια βιβλία που πρέπει να διαβάσεις – είναι πολύ ευχάριστο αυτό το πράγμα. 

 Σωτηρία Μπέλλου - Άνοιξε - Άνοιξε - Official Audio Release

— Πες μου για τον Άρη.    
Τον χαρακτήρα του Άρη τον είχα στοιχειοθετήσει φουλ, είχα γράψει ένα βουνό πράγματα σε σημειώσεις και δεν τα χρησιμοποίησα καθόλου στο βιβλίο, ήταν τα μόνα που έσβησα, γιατί πιστεύω πως δεν χρειαζόταν να κάνω επίκληση στο συναίσθημα, να τον περιγράψω και μετά ο αναγνώστης να στενοχωριέται ή να αγωνιά. Δεν ξέρουμε ποιος είναι αυτός ο τύπος, ουσιαστικά ξέρουμε γι’ αυτόν μόνο όσα λέει η Μαρία μέσω της ιστορίας με το ταξί. Για κάποιους αυτή η ιστορία με το ταξί είναι το πιο ωραίο κομμάτι του βιβλίου. Αυτό ήταν μια δική μου εμπειρία, μπήκα κάποια στιγμή σε ένα ταξί που η κυρία που το οδηγούσε με έκανε να βάλω τα κλάματα όταν κατέβηκα. Ήταν λες και μου είχαν πάρει δέκα κιλά βάρος από πάνω μου, το έκανε με έναν μαγικό τρόπο. 

— Έχεις κινδυνέψει ποτέ στη θάλασσα;
Μία φορά. Το πρώτο λάθος ήταν ότι πήγα μόνος μου. Πιο μικρός το έκανα συνέχεια, μ’ άρεσε να πηγαίνω μόνος μου, να παίρνω τη βάρκα μου, να ανοίγομαι, να φουντάρω, να κάθομαι μόνος μου μισή, μία ώρα και να χαζεύω τα θαλασσοπούλια, τα βράχια, τη θάλασσα, να βάζω τη στολή μου και να πηγαίνω για υποβρύχιο ψάρεμα δύο-τρεις ώρες, και να επιστρέφω χωρίς έχω μιλήσει σε κανέναν – είναι μια ιεροτελεστία κανονική. Μόλις βουτήξω στη θάλασσα αλλάζει ο τρόπος που σκέφτομαι, είναι κάτι που δεν το έχω νιώσει ούτε με τα ναρκωτικά. Μπαίνει σε άλλα μοτίβα, λέω συνέχεια τραγούδια, παρατηρώ, σκέφτομαι πράγματα που με απασχολούν, είναι λες και αλλάζουν τα γρανάζια στον εγκέφαλο. Πλέον δεν το κάνω, δεν πηγαίνω μόνος μου, με παρέα έχει πιο πολύ χαβαλέ, περισσότερη ασφάλεια και είναι πιο αποδοτικό, είναι πολύ καλύτερο όταν το μοιράζεσαι. 

Εκείνη τη μέρα είχα πάει μόνος μου και βρήκα μια σχισμάδα σε έναν βράχο που ξεκίναγε απ’ την επιφάνεια της θάλασσας, μπήκα μέσα ολόκληρος, ήταν σκοτεινά, χτύπησα ένα ψάρι και μάγκωσε η βέργα στην άκρη της σχισμάδας. Καθώς τράβαγα την πετονιά που ήταν συνδεδεμένη με τη βέργα, την ξεκόλλησα, και ενώ ήμουν προς το τέλος της βουτιάς, της αναπνοής μου, η πετονιά μπλέχτηκε γύρω από τον λαιμό μου. Οπότε ταβάνωσα και προσπαθούσα να βγω στην επιφάνεια, αλλά η βέργα κάπου σκάλωσε κι άρχισε να σφίγγει η πετονιά τον λαιμό μου.

Δεν έκανα απότομες κινήσεις, ήξερα ότι είμαι πολύ κοντά στην επιφάνεια, βγήκα, πήρα μια ανάσα, ξαναμπήκα μέσα, έβγαλα την πετονιά από τον λαιμό μου, βγήκα από το νερό, ηρέμησα και μετά από μισή ώρα ξαναμπήκα στην τρύπα, πήρα το ψάρι και την βέργα μου και γύρισα πίσω στην παραλία. Δύο ώρες πριν πέσω η παραλία είχε 200 άτομα, την ώρα που βγήκα δεν είχε κανέναν, ήταν πια απόγευμα και έκανε κρύο. Κυκλάδες, ήμουν μόνος μου και σκέφτηκα πως παραλίγο να πεθάνω, παραλίγο να πνιγώ! Κάθε χρόνο από τότε πηγαίνω σε αυτή την τρύπα. Δεν βουτάω βαθιά μέσα, αλλά το κάνω για να θυμηθώ ότι πρέπει να έχω τον νου μου. 

Δυσκολεύομαι πάρα πολύ να γράψω, δεν μου βγαίνει αβίαστα. Φαντάσου ότι μπορεί να σκέφτομαι κάτι, πώς να ξεκινήσω ένα μέρος της ιστορίας μου π.χ., για έναν μήνα και να μην μπορώ να το γράψω. Οπότε δύσκολα γράφω, αλλά και δύσκολα σβήνω. Από όσα έγραψα στο «Όλα Χαμένα» ελάχιστα πράγματα έσβησα.

— Τη θάλασσα την έχουμε συνδυάσει πλέον μόνο με κάτι χαρούμενο και ξέγνοιαστο, με διακοπές, ενώ έχει και μια σκοτεινή πλευρά. 
Αξίζει να αναφέρουμε ότι χάνονται πολλά παιδιά κάθε χρόνο λόγω αυτής της δραστηριότητας, λόγω του ψαροντούφεκου. Και λόγω ατυχημάτων με βάρκες και πνιγμών, και από υποξία, που είναι το πιο σύνηθες που παθαίνει ένας δύτης. Επίσης, ήθελα να περάσω ένα μήνυμα μέσω της αγάπης μου για τη θάλασσα για το πώς συμπεριφερόμαστε στα πλάσματά της.

 Όταν είσαι μικρός είναι τρομερό το πώς θέλεις να φανείς στα μάτια του πατέρα σου, της μητέρας σου, του θείου σου, των φίλων σου, πιάνεις όσο πιο πολλά ψάρια μπορεις για να δειχτείς. Ε, μεγαλώνοντας μαλάκωσα πάρα πολύ, έχω τεράστιο σεβασμό για το θήραμα. Τα ψάρια που πιάνω τα τρώμε φυσικά, δεν πετάμε τίποτα, κάνουμε τραπέζια με πολλή αγάπη, αλλά τον τελευταίο καιρό προτιμώ να αφήνω περισσότερο τα ψάρια παρά να τα πιάνω. Αυτό δεν το έχει ο Λευτέρης στην ιστορία. 

— Πολλοί κυνηγοί και ψαράδες είναι αχόρταγοι.  
Ναι, και ειναι κακό αυτό, τη στιγμή που στη νέα γενιά των ανθρώπων που ασχολούνται με τη θάλασσα η καινούργια τάση είναι αυτή, να αφήνουν πιο πολλά ψάρια απ' όσα πιάνουν. Το ψαροντούφεκο είναι έτσι κι αλλιώς ο πιο επιλεκτικός τρόπος αλιείας, όταν πετάς ένα δίχτυ δεν ξέρεις τι θα ανεβάσεις, τα παραγάδια που μένουν στον βυθό είναι ένα τεράστιο ζήτημα, έχουν νεκρώσει βυθοί επειδή μένουν κάτω τα εργαλεία και χαλάνε τις φωλιές των ψαριών. Μαθαίνεις σιγά-σιγά ποια περίοδο αναπαράγονται τα ψάρια και δεν χτυπάς ψάρι με αυγά π.χ..

Χρεάζεται παιδεία ο ερασιτέχνης αλιέας αλλά και ο καταναλωτής, στο τι αγοράζει και πότε. Ένα μεγάλο άγχος όταν είσαι στη θάλασσα είναι τα σκάφη, έχουμε τη σημαδούρα μας, ο νόμος λέει ότι δεν επιτρέπεται να πλησιάσει σκάφος 100 μέτρα απ’ τη σημαδούρα, αλλά υπάρχουν τύποι που το δίπλωμα το παίρνουν με μέσον, τους λέμε «βοσκούς» γιατί δεν έχουν καμία σχέση με τη ναυτοσύνη και τη θάλασσα, παίρνουν ένα σκάφος, βγαίνουν και όποιον πάρει ο Χάρος.  

Όλα Χαμένα: ένα συναρπαστικό «θαλασσινό» μυθιστόρημα με τη στόφα της κλασικής λογοτεχνίας Facebook Twitter
Δυσκολεύομαι πάρα πολύ να γράψω, δεν μου βγαίνει αβίαστα. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LifO

— Πόσο καιρό σού πήρε να γράψεις το βιβλίο; 
Με βασάνισαν δυο χρόνια οι σκέψεις και οι σημειώσεις και το έγραψα μέσα σε έξι μήνες. Αλλά έγραφα σχεδόν κάθε μέρα. Πιο πολύ με δυσκόλεψε όταν μου ζήτησαν να γράψω το οπισθόφυλλο και δεν τα κατάφερα τελικά! Όταν τέλειωσα το βιβλίο κι έβαλα τις τελευταίες λέξεις και την τελεία συγκινήθηκα πάρα πολύ. Το βρίσκω πολύ συγκινητικό, σχεδόν ποιητικό το ότι τελειώνει με τα ψάρια, τα οποία ανεβαίνουν με το παραγάδι και ξεψυχάνε πάνω στη βάρκα.

Όλα τόσο όμορφα ψάρια! Σαργοί, κακαρέλοι, χιόνες, μουρμούρες, παντελήδες, σκάροι, σκαθάρια, στηρόπουλα, χειλούδες, λύχνοι, σκορπίνες, καπόνια, λυθρίνια, φαγκριά, συναγρίδες. 

Το πιο δύσκολο όσο το έγραφα ήταν να μη γίνει μελό, δεν ήθελα να κάνω επίκληση στο συναίσθημα, δεν ήθελα κανέναν χαρακτήρα να τον συμπαθήσεις περισσότερο, ήθελα να υπάρχει μια φλατ προσέγγιση. 

— Σε ποιο νησί βρίσκονται ο Άρης και η Μαρία; 
Το μέρος είναι φανταστικό, κάπου στις Κυκλάδες. Οι Κυκλάδες είναι το αγαπημένο μου μέρος, είναι το στολίδι του σύμπαντος, εκεί νιώθω καλύτερα από όλα τα μέρη που έχω επισκεφτεί, κι έχω επισκεφτεί αρκετά μέχρι σήμερα. Η θάλασσα στις Κυκλάδες είναι η καλύτερη που έχω κολυμπήσει ποτέ. Το μέρος αυτό δεν υπάρχει, το έχω φανταστεί – δεν το φαντάστηκα απλώς, ζωγράφισα σε χαρτί το νησί, τον κόλπο, με τον προσανατολισμό ακριβώς που έχει το μέρος όπου έκανε ο Άρης την κατάδυση, γιατί όταν έγραφα πώς φυσάει ήθελα να ξέρω προς τα πού πηγαίνει ο άνεμος τη βάρκα, πού κάθεται ο καθένας, τι βλέπει – αυτά που περιγράφω είναι ρεαλιστικά. Έχω πάρει τοπωνύμια από το μέρος που κάνω διακοπές στη Δονούσα, από άλλα νησιά των Κυκλάδων αλλά και από τη Χίο. Έχω συνθέσει ένα μέρος.

— Ποιο είναι το αγαπημένο σου σημείο στο βιβλίο;
Εκεί που γράφω για τα καΐκια. Τι όμορφα που είναι τα καΐκια και τι ωραία λέξη, τούρκικη. Χαίρεσαι να τη λες, γεμίζει το στόμα σου. Ξεκούραστη λέξη. Και όταν τη γράφεις: καΐκι. Πρόσεξέ την πώς είναι γραμμένη. Ευλογημένη λέξη. Τα διαλυτικά και ο τόνος πάνω απ’ το γιώτα είναι λες και στόλισες το μπροστινό κατάρτι με σταυρό και ρέλια όπως κάνουν οι καραβοκύρηδες στα καΐκια τους τις γιορτινές μέρες. Τα στολίζουν με αγάπη. Είναι τα σπίτια τους.      

— Στο βιβλίο που γράφεις τώρα με τι ασχολείσαι; 
Με την αυτοδικία. Είναι κάτι που με απασχολεί πάρα πολύ, με ενδιαφέρει πού είναι τα όρια του νόμου, της ηθικής, και πού μπορείς να επέμβεις εσύ σαν άνθρωπος σε μια οργανωμένη κοινωνία, να βγεις εκτός ορίων για κάτι το οποίο παραβιάζει τη δική σου ηθική.

— Η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία; 
Είναι τρομερό αυτό…  

Το μυθιστόρημα του Κώστα Μιχόπουλου «Όλα Χαμένα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Νήσος.  

Αγοράστε το βιβλίο εδώ

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

O Χάρης Καλαϊτζίδης έγραψε ένα σημαντικό μυθιστόρημα για τη γενιά των millennials

Βιβλίο / «Μου δίνει ελπίδα ό,τι ξεφεύγει»: O 23χρονος Χάρης Καλαϊτζίδης έγραψε ένα σημαντικό μυθιστόρημα για τους millennials

H «Πολεμική Μηχανή» είναι μια κραυγή για τη σεξουαλικότητα αλλά και τον φασισμό και τη δυνατότητα απελευθέρωσης, ένα βιβλίο ερωτικό, φιλοσοφικό, με ήρωες ευάλωτους και διαλυμένους συναισθηματικά, που προσπαθούν να μαζέψουν τα κομμάτια τους.
M. HULOT
Χαρτογραφώντας τη νέα ελληνική λογοτεχνία

Ρεπορτάζ / Η άνθηση της νέας ελληνικής πεζογραφίας: μια χαρτογράφηση

Για έναν πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα τα πράγματα δεν είναι καθόλου ρόδινα στην Ελλάδα. Ωστόσο, από το 2010 μέχρι σήμερα οι νέοι πεζογράφοι έχουν κυκλοφορήσει λογοτεχνικά «διαμάντια» που σε πολλές περιπτώσεις έχουν μείνει στην αφάνεια.
M. HULOT
Λεσβιακή ταυτότητα και μητρότητα: Το αυτοβιογραφικό «Love me tender» της Κοντσάνς Ντεμπρέ

Βιβλίο / Mητέρα ενός αγοριού, λεσβία: Το αυτοβιογραφικό «Love me tender» της Κονστάνς Ντεμπρέ

Εγκατέλειψε τη συζυγική εστία όταν ο γιος της ήταν πέντε χρονών. Μόλις ανακοίνωσε στον άντρα της ότι έχει σχέσεις με γυναίκες και ζητάει διαζύγιο, ο φιλικός τους διακανονισμός πήγε περίπατο.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Έζησα μια κόλαση ως gay στο Μαρόκο. Με βίαζαν κι όλοι παρακολουθούσαν»

Βιβλίο / «Οι γκέι τουρίστες είναι απλώς περαστικοί στο Μαρόκο. Δεν κάνουν τίποτα για να βοηθήσουν»

«Η ομοφυλοφιλία είναι για μένα νοημοσύνη, αντίσταση, ομορφιά, ποίηση»: Ο πρώτος ανοιχτά ομοφυλόφιλος Άραβας συγγραφέας Abdellah Taïa μιλά στη LiFO. (Προσοχή: Το κείμενο περιλαμβάνει περιγραφές σεξουαλικής κακοποίησης και αυτοτραυματισμού.)
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Ντάγκλας Ράσκοφ: «Ας ξεκολλήσουμε από τις οθόνες και ας συναντηθούμε ξανά εκεί έξω»

Respublika / Onassis Stegi / Ντάγκλας Ράσκοφ: «Ας ξεκολλήσουμε από τις οθόνες και ας συναντηθούμε ξανά εκεί έξω»

Ο «πάπας» της ψηφιακής αντικουλτούρας, του οποίου το έργο λειτούργησε, μεταξύ άλλων, ως πηγή έμπνευσης για το «Respublika» του Λούκας Τβαρκόβσκι που θα δούμε στη Μαλακάσα, σε μια συνέντευξη-ποταμό στη LiFO.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
ΤΑΖ: Το μανιφέστο του προφήτη όλων των ανυπότακτων του κόσμου

Respublika / Onassis Stegi / ΤΑΖ: Το βιβλίο που λατρεύουν ακτιβιστές, αναρχικοί, οι χάκερ και οι ρέιβερ

Ξαναδιαβάζουμε την «Προσωρινή Αυτόνομη Ζώνη» του Χακίμ Μπέη, το μανιφέστο του προφήτη όλων των ανυπότακτων του κόσμου, με αφορμή το «Respublika», την παράσταση-κοινωνικό πείραμα που φέρνει στη Μαλακάσα η Στέγη.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Το αόρατο δόγμα: Η σιωπηρή άνοδος του νεοφιλελευθερισμού

Βιβλίο / Το αόρατο δόγμα: Η σιωπηρή άνοδος του νεοφιλελευθερισμού

Ο νεοφιλελευθερισμός είναι πανταχού παρών και ταυτόχρονα «ακατανόμαστος», αφού σπανίως αναφέρεται από τους θιασώτες του. Ένα νέο βιβλίο επιχειρεί να ανασηκώσει το πέπλο αυτού του «αόρατου δόγματος»
THE LIFO TEAM
Ελσίνκι, συνοικία της Αθήνας

Βιβλίο / «Ελσίνκι» του Θεόδωρου Γρηγοριάδη: Η ερωτική σχέση του Έλληνα Αντώνη και του Κούρδου Αβίρ

Ένα μυθιστόρημα για τις ταυτότητες, εθνικές, σεξουαλικές, φύλου, που μας οδηγεί στη μεγάλη γεωγραφία του συναισθήματος αλλά και της γεωπολιτικής κατά την κρίσιμη δεκαετία του 2010.
ΝΙΚΟΣ ΜΠΑΚΟΥΝΑΚΗΣ