Μιχάλης Μακρόπουλος: «Ζούμε στη βαθιά μοναξιά των διαδικτυακών μας “φίλων”»

Μιχάλης Μακρόπουλος: «Ζούμε σε μια εποχή βαθιάς μοναξιάς, μέσα σε μια θάλασσα διαδικτυακών “φίλων”». Facebook Twitter
Αν πέρασα κάπου τις πιο πολλές ώρες στα σχολικά μου χρόνια, ήταν σ’ αυτήν εδώ την πλατεία ꟷαλλιώτικη τότεꟷ, καθισμένος με τους φίλους σ’ ένα παγκάκι. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
0

Ο Μιχάλης Μακρόπουλος έχει γράψει διηγήματα, νουβέλες και «ιστορίες από το περασμένο μέλλον», όπως τιτλοφορείται ένα απ’ τα βιβλία του. Παράλληλα, έχει κάνει εξαιρετικές μεταφράσεις έργων του Χέμινγουεϊ, του Χένρι Τζέιμς, του Στίβεν Κινγκ, του Τσαρλς Ντίκενς, της Άγκαθα Κρίστι κ.ά. Στον λογοτεχνικό του κόσμο ήρωες πάντοτε είναι οι άνθρωποι και τα ζώα. Θεματικά, τον απασχολεί πολύ η μοναξιά, η επιβίωση αλλά και η εκμετάλλευση του ανθρώπου από τον άνθρωπο. Τον συναντώ ένα ηλιόλουστο μεσημέρι στην Πλατεία Μεσολογγίου στο Παγκράτι, με αφορμή την έκδοση του νέου του βιβλίου «Μαργαρίτα Ιορδανίδη» (θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Κίχλη).

Όση ώρα συζητώ μαζί του αντιλαμβάνομαι ότι πρόκειται για μια ξεχωριστή προσωπικότητα. Παρατηρώ ότι χρησιμοποιεί κινητό παλιάς τεχνολογίας, δεν έχει μέσα κοινωνικής δικτύωσης και όπως μου λέει είναι ευτυχής επειδή έχει καταφέρει για μεγάλα διαστήματα να κατοικεί μακριά από την Αθήνα. Αναμφίβολα, πρόκειται για έναν συλλέκτη εμπειριών που αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα σαν μια κινηματογραφική ταινία, σκηνοθετημένη από τον Μπέργκμαν ή τον Ταρκόφσκι. Είναι ένας άνθρωπος που τον γοητεύει να εξερευνά τα ενδότερα της ανθρώπινης συνύπαρξης, να κατοικεί σε πανέμορφους τόπους που σιγά σιγά ερημώνουν και που σίγουρα τον προβληματίζει η αμείλικτη κυριαρχία της εικόνας.

Στη συνέντευξη που ακολουθεί μιλά για την υλιστική εποχή μας, για τη συγγραφή και τις μεταφράσεις που έχει κάνει, περιγράφει το περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε αλλά και ποια πράγματα τον ενοχλούν στις μέρες μας, ενώ μοιράζεται μαζί μας την καθημερινότητά του στη Λευκάδα και το μακρινό Πωγώνι.  

Δεν αποφάσισα ένα πρωί να γίνω συγγραφέας. Η ζωηρή μου φαντασία και η αγάπη μου για τις ιστορίες με ώθησαν λίγο λίγο προς τα εκεί.

— Τι εποχή είναι αυτή που ζούμε; Θα λέγατε ότι ζούμε σε μια αντιπνευματική περίοδο ή όχι; 
Σε μια υλιστική περίοδο, θα σας έλεγα. Αλλά αυτό είναι κάτι γενικό. Έπειτα, υπάρχει ο κάθε άνθρωπος χώρια. Και ζούμε επίσης σε μια εποχή μοναξιάς – βαθιάς μοναξιάς κάποτε, μέσα σε μια θάλασσα διαδικτυακών «φίλων».

— Σε τι περιβάλλον μεγαλώσατε και τι θυμάστε περισσότερο;
Σε μικρομεσοαστικό. Και πιο πολύ θυμάμαι τα καλοκαιρινά μεσημέρια στη θερινή κατοικία που ʼχαν οι παππούδες μου στην Παλαιά Φώκαια, ψαροχώρι ακόμα τότε. Ξαπλωμένοι εγώ και η αδελφή μου στο δροσερό υπόγειο, διαβάζαμε κόμικς, βιβλία. Τον πατέρα μου να μου φέρνει το πρώτο αμερικανικό κόμικς της Marvel, αγορασμένο από ένα περίπτερο στο Σύνταγμα, τη μητέρα μου να μου διαβάζει ένα βιβλίο για τα αφρικανικά ποτάμια και ν’ αποφασίζω να γίνω βιολόγος. Να παίζω με την αδελφή μου: είχα έναν Action Man που γινόταν μπακάλης, κι ερχόταν η Barbie της για ν’ αγοράσει φρούτα και ζαρζαβατικά: αυτά που χώριζαν στη μέση κι υπήρχε μέσα μια τσιχλόφουσκα. Θυμάμαι εκατοντάδες, χιλιάδες άλλα πράγματα, εξυπακούεται, αλλά αυτά μου έρχονται στο μυαλό πρώτα. 

Μιχάλης Μακρόπουλος: «Ζούμε σε μια εποχή βαθιάς μοναξιάς, μέσα σε μια θάλασσα διαδικτυακών “φίλων”». Facebook Twitter
Μ’ ενοχλεί η τσιμεντένια ασχήμια της Αθήνας. Δεν δραπέτευσα απ’ αυτήν γιατί δεν την αγάπησα, μα για τον αντίθετο λόγο. Ωστόσο, θα τύχει ακόμα να βρω ό,τι αθηναϊκό ήταν στα παιδικά και τα εφηβικά μου χρόνια δικό μου. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

— Τι άνθρωποι ήταν οι γονείς σας και τι κρατάτε απ’ αυτούς; 
Ο πατέρας μου ήταν απαιτητικός, η σχέση μας ήταν πολύ στενή μέχρι το τέλος του δημοτικού αλλά τεταμένη στην εφηβεία μου. Πέθανε στα πενήντα του χρόνια, όταν εγώ ήμουν είκοσι ενός. Όσο μεγαλώνω γίνομαι όλο και περισσότερο φίλος μαζί του. Η μητέρα μου ήταν… η μητέρα μου. Την αγαπούσα, όσο κι αν τσακωνόμασταν ενίοτε. 

— Πώς ανακαλύπτει ένας άνθρωπος τον δρόμο του; Εσείς ποια θεωρείτε τη δική σας καθοριστική στιγμή; 
Φαντάζομαι, ο καθένας τον ανακαλύπτει με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο. Για μένα δεν υπήρξε μια στιγμή αλλά μια πορεία, άλλοτε περισσότερο τυφλή κι άλλοτε λιγότερο. Δεν αποφάσισα ένα πρωί να γίνω συγγραφέας. Η ζωηρή μου φαντασία και η αγάπη μου για τις ιστορίες με ώθησαν λίγο λίγο προς τα εκεί.

— Τι ορισμό θα δίνατε στη λογοτεχνία;
Είναι ένας τρόπος να ξαναδίνεις στις λέξεις ό,τι μαγικό έχουν χάσει, και χάνουν, από την πρόχειρη καθημερινή τους χρήση. 

— Μάθατε πράγματα που δεν γνωρίζατε για τον εαυτό σας από τη συγγραφή;
Να μάθω πράγματα που δεν γνώριζα, όχι. Να ρωτήσω, όμως, πράγματα στα οποία δεν απάντησα, αυτό ναι.

— Ποιες είναι οι μεγαλύτερες δυσκολίες που συναντήσατε στις μεταφράσεις σας; 
Πολλές, αλλά η πιο μεγάλη είναι πάντοτε ο χρόνος που πιέζει. 

— Είναι καλύτερες οι μεταφράσεις που γίνονται τώρα από εκείνες της δεκαετίας του ’70; Και γιατί; 
Θα σας έλεγα ναι. Υπάρχουν τόσοι άξιοι συνάδελφοι, μα και οι επιμέλειες ως επί το πλείστον είναι προσεχτικές.

Μιχάλης Μακρόπουλος: «Ζούμε σε μια εποχή βαθιάς μοναξιάς, μέσα σε μια θάλασσα διαδικτυακών “φίλων”». Facebook Twitter
Το βέβαιο είναι ότι μπαίνοντας στο μετρό, σ’ ένα λεωφορείο, οπουδήποτε, δεν βλέπεις τους ανθρώπους γύρω σου με τη μύτη χωμένη σ’ ένα βιβλίο. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

— Από τις μεταφράσεις που έχετε κάνει, ποιες ξεχωρίζετε και γιατί;
Τα διηγήματα του Χέμινγουεϊ, συγκεντρωμένα σ’ ένα βιβλίο με τίτλο «Τα χιόνια του Κιλιμάντζαρο». Κάποια απ’ αυτά είναι, ίσως, από τα ωραιότερα αμερικανικά διηγήματα που γράφτηκαν μέσα στον 20ό αιώνα. Τη «Χρυσή κούπα» του Χένρι Τζέιμς, που με το περίπλοκο ύφος της στάθηκε για μένα η μεγαλύτερη μεταφραστική πρόκληση. Το «Κωδωνοστάσιο» του Ουίλιαμ Γκόλντινγκ, που θα κυκλοφορήσει εφέτος – γιατί ο Γκόλντινγκ είναι από τους συγγραφείς που αγαπώ περισσότερο και μια εποχή διάβασα, στη σειρά, πόσα βιβλία του; Έξι; Εφτά; Σίγουρα, τα «Σταφύλια της οργής» του Στάινμπεκ, για τη δύναμη της ιστορίας τους. Κι άλλες, αλλά θα σταματήσω εδώ.

— Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας συγγραφείς;–
Όταν έχεις πια διαβάσει μερικές χιλιάδες βιβλία, δεν ξέρεις ποιοι ακριβώς είναι οι «αγαπημένοι συγγραφείς» σου. Ωστόσο, αν όχι κάθε χρόνο, σχεδόν κάθε χρόνο, αφιερώνω κάποιο διάστημα σ’ έναν ή μια συγγραφέα, διαβάζοντας στη σειρά πολλά βιβλία του/-ης κι αφήνοντας να περάσει μέσα μου, να με «διαποτίσει», ο λόγος, ο τρόπος, η σκέψη του/-ης. Σίγουρα, ο Ντοστογιέφσκι. Ένα καλοκαίρι ήταν ο Γιασουνάρι Καουαμπάτα – διάβασα τέσσερα μυθιστορήματά του στη σειρά. Ένα άλλο, πάλι, η Κλαρίσε Λισπέκτορ, με πέντε βιβλία της. Ο Άλαν Γκάρνερ, με πέντε βιβλία πάλι, αν θυμάμαι καλά. Σε τούτη την επιλογή αφήνομαι στη διάθεσή μου, δεν υπάρχει σ’ αυτήν κανένα «πρέπει», και σίγουρα ουδέποτε κάτι «επικαιρικό». Η αναγνωστική μου σχέση με τα βιβλία σε γενικές γραμμές δεν έχει να κάνει με ό,τι βγαίνει στο εκάστοτε «σήμερα», ό,τι «συζητιέται». Είναι ένα ταξίδι σε μια χώρα που ξεδιπλώνεται διαρκώς άγνωστη μπροστά μου, όσο κι αν τη μαθαίνω, και που ο χάρτης της ολοένα φτιάχνεται ξανά και ξανά.  

— Και ποιοι συγγραφείς σάς διαμόρφωσαν;
Δεν ξέρω αν με διαμόρφωσαν, αλλά πάντως διαμόρφωσαν τη σχέση μου με τη μυθοπλασία, την αγάπη μου γι’ αυτήν. Στην εφηβεία μου, ως επί το πλείστον ήταν συγγραφείς του φανταστικού, του τρόμου. Μου ‘δωσαν έναν «τρόπο», που υπάρχει ακόμα μέσα μου κι ας μην έχουν πάντα άμεση σχέση μ’ αυτόν τα κείμενά μου. Κι ούτε θα μπορούσαν τα βιβλία να με «διαμορφώσουν», αισθάνομαι, αν δεν υπήρχε μια ζωή που αυτή διαμόρφωσε τον τρόπο που νιώθω ένα βιβλίο.

— Διαβάζει σήμερα ο κόσμος; Τι πιστεύετε;
Κάποιοι, σίγουρα. Αναντίστοιχοι, ως αριθμός αναγνωστών, μ’ αυτούς που γράφουν – επίσης σίγουρα. Το βέβαιο είναι ότι μπαίνοντας στο μετρό, σ’ ένα λεωφορείο, οπουδήποτε, δεν βλέπεις τους ανθρώπους γύρω σου με τη μύτη χωμένη σ’ ένα βιβλίο. (Κάτι, ωστόσο, που ούτε εμένα μ’ αρέσει απαραίτητα να κάνω, μα ούτε έχω τη μύτη μου χωμένη σ’ ένα κινητό, γιατί θέλω να παρατηρώ τους ανθρώπους γύρω μου, την όψη, τη στάση τους, τις σκέψεις τους, ίσως, όπως αποτυπώνονται στην έκφρασή τους).

— Η «Θάλασσα» ήταν ένα βιβλίο σας για το τέλος της ανθρωπότητας. Τι αποτελεί για σας σήμερα πηγή ζωής και αναζωογόνησης;
Τα παιδιά μου. Η σύντροφός μου. Τα ζώα. Η φύση – η θάλασσα, το βουνό. Όλα τα μικρά κι όμορφα πράγματα, όποτε τύχει να σταθώ και να τα προσέξω.

Μιχάλης Μακρόπουλος: «Ζούμε σε μια εποχή βαθιάς μοναξιάς, μέσα σε μια θάλασσα διαδικτυακών “φίλων”». Facebook Twitter
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

— Επίσης, στο «Ποτάμι του Χρόνου», γράφετε μια ερωτική επιστολή προς την τέχνη του κινηματογράφου. Τι είναι αυτό που σας αρέσει στο σινεμά;
Μεγάλωσα με το σινεμά, τόσο όσο με τα βιβλία. Από πολύ μικρός πήγαινα κάθε Κυριακή στο Παλάς στο Παγκράτι, 11-2. Το πρόγραμμα είχε επίκαιρα από το πάλαι ποτέ, μικρού μήκους ταινία με τον Χοντρό και τον Λιγνό –ή κάποια αντίστοιχη–, μικιμάους κι ύστερα την κανονική ταινία: πιο συχνά, της Τόχο, με γιαπωνέζικα τέρατα που τσαλαπατούσαν ιαπωνικές πόλεις, ή Ταρζάν, μπορεί. Ήταν αδιανόητο να περάσει εβδομάδα χωρίς να πάω σινεμά, ως και δύο και τρεις φορές, ίσως, όσο μεγάλωνα. Στο Παγκράτι είχαμε τόσες αίθουσες: το Κόρονετ, το Μετάλλειον, τη Ρέα, το Παλάς, το Πτι Παλαί, το Λητώ… Και καλοκαίρι χωρίς θερινούς σινεμάδες δεν ήταν καλοκαίρι: στην Αθήνα, μα και στη Φώκαια. Υπήρχαν ταινίες που τις έβλεπα κάθε καλοκαίρι, σχεδόν, με την παρέα μου – κωμωδίες πιο πολύ: του Μελ Μπρουκς (τον «Φρανκενστάιν τζούνιορ», το «Μπότες, σπιρούνια…»), τις πρώτες του Άλεν, το «Blues Brothers» ούτε που ξέρω πόσες φορές. Τις ξέραμε όλες απέξω κι ανακατωτά, και η χαρά ήταν αυτή: να περιμένουμε το αστείο που ξέραμε πως θα συμβεί, γελώντας μια φορά εκ των προτέρων και μια όταν συνέβαινε. Κι ύστερα, καθώς μεγάλωνα και το γούστο μου λίγο λίγο πλάταινε και βάθαινε (χωρίς να χάσω ποτέ την αγάπη μου για ό,τι αγάπησα πιτσιρικάς), ο κινηματογράφος έγινε για μένα σχολείο όπου συχνά «φοίτησαν», και «φοιτούν» ενίοτε, οι δικές μου ιστορίες – στον τρόπο που θα πλάσω μια σκηνή, θα τη «φωτίσω», θα τη «μοντάρω». Το βάθος και η γεωμετρία που ʼχει το πρόσωπο στον Μπέργκμαν, οι αλλαγές στη γωνία λήψης, που γεννούν την ένταση, στον Χίτσκοκ, η μεταφυσική του Ταρκόφσκι κωδικοποιημένη σ’ εικόνα, και πόσα άλλα.

μακροπουλος
KANTE ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ: Μιχάλης Μακρόπουλος, Μαργαρίτα Ιορδανίδη, εκδόσεις Κίχλη

— Πείτε μας λίγα λόγια για το νέο σας βιβλίο με τίτλο «Μαργαρίτα Ιορδανίδη» που θα κυκλοφορήσει σε λίγες μέρες. 
Εκτυλίσσεται στην Αθήνα τη δεκαετία του 1990 και μέχρι τα μέσα της επόμενης, στη γειτονιά όπου μεγάλωσα, ανάμεσα στο Παγκράτι και την Καισαριανή, κοντά στα ΜΑΤ. Η Μαργαρίτα είναι υπάλληλος σε διαφημιστικό γραφείο, σύζυγος λογιστή, μητέρα δυο κοριτσιών. Ό,τι άλλο πω, θα ‘ναι «spoiler» – απ’ όλα μου τα βιβλία, νιώθω πως είναι αυτό που πιο πολύ πατά στο αναπάντεχο της ιστορίας του, που είναι μάλλον τρομαχτική, μες στην κοινοτοπία ενός μικροαστικού περιβάλλοντος, και χτίζεται με πολλές, πολλές μικρές λεπτομέρειες και μ’ ένα κινηματογραφικό μοντάζ σε δύο παράλληλους χρόνους. 

— Τι σας ενοχλεί στις μέρες μας;
Πιθανώς, περισσότερο από άλλα πράγματα, η αυτοπροσωπολατρία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Μα ξέρω ότι αρκετές φορές από πίσω της υπάρχει κάτι πληγωμένο και πολύ μοναχικό. 

— Ποια πιστεύετε ότι είναι η μεγαλύτερη ελληνική παθογένεια; 
Η σχέση αλληλοεκδουλεύσεων που έχει δομηθεί ανάμεσα στο κράτος και στους πολίτες του; Η απουσία πραγματικής κοινωνικής συνείδησης; Η αδιαφορία απέναντι στον περιβάλλοντα χώρο – τον φυσικό, τον οικιστικό; Ποια;

— Τι είναι αυτό που αγαπάτε στην Αθήνα και τι σας ενοχλεί; 
Να περπατάω σε δρόμους που τους έχω περπατήσει χιλιάδες φορές. Ένας χώρος δεν είναι «άδειος», φέρει στο σώμα του μνήμες, και η περιδιάβαση μέσα του είναι για τον άνθρωπο περιδιάβαση στο παρελθόν και συνάντηση με τους προηγούμενούς του εαυτούς. Κι ίσως γι’ αυτό να μ’ ενοχλεί το συστηματικό σβήσιμο αυτής της μνήμης, που συνέβη τη δεκαετία του ʼ60, τη δεκαετία του ʼ70, και συνεχίστηκε τη δεκαετία του ʼ80. Στη γειτονιά του πατρικού μου, ξέρετε, όταν ήμουν πιτσιρικάς, όλα τα σπίτια ήταν μονοκατοικίες με κήπους. Μ’ ενοχλεί η τσιμεντένια ασχήμια της Αθήνας. Δεν δραπέτευσα απ’ αυτήν γιατί δεν την αγάπησα, μα για τον αντίθετο λόγο. Ωστόσο, θα τύχει ακόμα να βρω ό,τι αθηναϊκό ήταν στα παιδικά και τα εφηβικά μου χρόνια δικό μου. Σήμερα είμαστε εδώ, στην πλατεία Μεσολογγίου, και για μένα δεν είναι ένα τυχαίο σημείο συνάντησης. Αν πέρασα κάπου τις πιο πολλές ώρες στα σχολικά μου χρόνια, ήταν σ’ αυτήν εδώ την πλατεία –αλλιώτικη τότε–, καθισμένος με τους φίλους σ’ ένα παγκάκι.

— Μπορεί σήμερα να χαρεί ένας άνθρωπος και αν ναι, με τι;
Ουαί κι αλίμονο, αν δεν μπορούσε να χαρεί! Όσο για το «με τι», είναι προσωπικό. Να, μπορεί να περπατάω στην εξοχή, να προσέξω μια ελιά ανάμεσα στις άλλες, ένα κατσίκι ανάμεσα στα υπόλοιπα ζώα, ή δεν ξέρω τι άλλο, και να χαρώ. Να μου πουν κάτι η Αναστασία, ο γιος μου, η κόρη μου, και να χαρώ. Να δω μια ταινία, να διαβάσω ένα βιβλίο, ν’ ακούσω μια μουσική. Να βουτήξω στη θάλασσα και να νιώθω έπειτα τον ήλιο. Η απαρίθμηση θα μπορούσε να συνεχίζεται για πολύ. 

— Έχετε ανακαλύψει τι είναι η ευτυχία; 
Όχι. Έτσι και κάνω την ανοησία να προσπαθήσω να την ανακαλύψω, θα την έχω διαμιάς χάσει. 

Μιχάλης Μακρόπουλος: «Ζούμε σε μια εποχή βαθιάς μοναξιάς, μέσα σε μια θάλασσα διαδικτυακών “φίλων”». Facebook Twitter
Προσπαθώ να μη βιώνω τον βίο μου ως τραγωδία. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

— Ένα μεγάλο σας λάθος; 
Θα σας απαντούσα, αν ήξερα γιατί το αντίθετο απ’ αυτό που έκανα ή διάλεξα ήταν το σωστό. Αλλά κάθε φορά ο δρόμος είναι ένας μόνο, γι’ αυτόν που δεν επέλεξες δεν μπορείς να ξέρεις τίποτα. Λέγοντας όμως κάτι τέτοια, νιώθω λιγάκι σαν fake Κινέζος φιλόσοφος της κακιάς ώρας. 

— Μια πληγή που σας ακολουθεί ακόμη; 
Προσπαθώ να μη βιώνω τον βίο μου ως τραγωδία. 

— Ποιος είναι ο μεγαλύτερός σας φόβος; 
Ο θάνατος ίσως; Ώσπου να τον δω ξεκάθαρα μπροστά μου και να το πάρω απόφαση, ελπίζω. Κι ο φόβος μη συμβεί κάτι στα παιδιά μου – τον απωθώ βέβαια, μα δεν σημαίνει αυτό ότι δεν υπάρχει.

— Τι θεωρείτε σημαντικό στη ζωή; 
Από τη μια, τη ζωή την ίδια. Από την άλλη, όλους τους ανθρώπους κι όλα τα πράγματα που αγαπώ. Αν το καλοσκεφτείτε, σας λέω το ίδιο πράγμα με δυο διαφορετικούς τρόπους. 

— Κλείνοντας, ξέρω ότι για μεγάλο διάστημα κατοικείτε και εκτός Αθηνών π.χ. στη Λευκάδα ή στο Πωγώνι. Πείτε μας για τη ζωή εκεί.
Στο Δελβινάκι στο Πωγώνι καθώς και στο Γρεβενίτι στο Ανατολικό Ζαγόρι περνάω συνολικά κάνα δίμηνο κάθε χρόνο, δουλεύοντας και πεζοπορώντας στα γύρω βουνά, μα δεν παύω να ʼμαι ένας επισκέπτης απλώς, κι ας βρήκα για πολλά χρόνια στο Πωγώνι έναν τόπο για τη μυθοπλασία μου, μια «Γιοκναπατάουφα» σαν του Φόκνερ. Όσο για τη Λευκάδα, όπου κατοικώ εδώ και μερικά χρόνια, αφού εγκαταλείψαμε το τελευταίο μας νοικιασμένο σπίτι στη Γούβα, στο σύνορο με το Μετς, είναι ένας τόπος ανισόρροπα μοιρασμένος ανάμεσα στο φρενήρες τουριστικό καλοκαίρι και στην ερημιά του χειμώνα. Μένουμε έξω απ’ την πόλη, και η κύρια ψυχαγωγία μας τα βράδια είναι να βγαίνουμε με τον σκύλο βόλτα στον παλιό ελαιώνα (ή ό,τι έχει απομείνει, έχοντας ο υπόλοιπος φαγωθεί από τουριστικά καταλύματα) και να μη συναντάμε ψυχή, αλλά μόνο ν’ ακούμε τη βοή της θάλασσας. Η κοινωνικότητά μου στο νησί είναι μάλλον λιγοστή, ως και ανύπαρκτη συχνά. Την ξαναβρίσκω στα σύντομα διαστήματα που ξανάρχομαι στην Αθήνα. 

ΒΡΕΙΤΕ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΟ LIFO SHOP

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Το πίσω ράφι/ Τόνι Μόρισον «Τζαζ»

Το πίσω ράφι / «Τζαζ»: Η σκοτεινή ιστορία που έδωσε στην Τόνι Μόρισον το Νόμπελ

Στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’20, εν μέσω της Μεγάλης Μετανάστευσης και της έκρηξης της τζαζ, η μεγάλη Αφροαμερικανίδα συγγραφέας αφηγείται μια ιστορία έρωτα και βίας, φωτίζοντας τα τραύματα του παρελθόντος που διαμορφώνουν τις ζωές των ηρώων της.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: O ασπρόμαυρος κόσμος του Πάμπστ

The Review / Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: Η άνοδος και η πτώση ενός σπουδαίου σκηνοθέτη

Η Βένα Γεωργακοπούλου συζητάει με τον κορυφαίο μοντέρ Γιώργο Μαυροψαρίδη για το μυθιστόρημα «Ασπρόμαυρο» του Ντάνιελ Κέλμαν. Ήρωας του βιβλίου είναι ο Αυστριακός σκηνοθέτης Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ και θέμα του οι καλλιτέχνες που συνθηκολόγησαν με το Κακό στις ποικίλες σατραπείες του κόσμου. Εν προκειμένω, στη ναζιστική Γερμανία.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
«Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Γκαμπριέλ Ζουκμάν / «Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Ο Γάλλος οικονομολόγος, Γκαμπριέλ Ζουκμάν, που έγινε διάσημος με την πρότασή του για άπαξ φορολόγηση 2% σε κάθε μεγιστάνα επιμένει ότι η σκανδαλώδης φοροδιαφυγή των πολλά εχόντων δεν είναι φυσικός νόμος αλλά αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών που επιβάλλεται να αλλάξουν.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
 Τι συμβαίνει όταν οι λέξεις δεν είναι αρκετές; Ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης απαντά

Radio Lifo / Τι συμβαίνει όταν οι λέξεις δεν είναι αρκετές; Ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης απαντά

Ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης κουβεντιάζει με τον Τάσο Μπρεκουλάκη και τη Μαρία Δρουκοπούλου με αφορμή το νέο του βιβλίο «Μέσα από τις λέξεις» και λύνει όλες τους τις απορίες.
THE LIFO TEAM
Ο βουρκόλακας, ο άλιωτος, ο απέθαντος είναι μια χαρά Έλληνες και δικά μας παιδιά.

Βιβλίο / Ο βουρκόλακας, ο άλιωτος κι ο απέθαντος είναι μια χαρά Έλληνες- δικά μας παιδιά

Σύμφωνα με την έκδοση «Ο Βουρκόλακας και άλλα μορμολύκεια», η μορφή του ενυπήρχε στις ελληνικές αφηγήσεις, διαπερνώντας αρχαίες δοξασίες και προφορική παράδοση - έτσι εξηγείται το πρόσφατο ενδιαφέρον για τις ιστορίες λαογραφικού τρόμου.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Είναι ο Πολ Λιντς ο σπουδαιότερος εν ζωή Ιρλανδός συγγραφέας;

Βιβλίο / Είναι ο Πολ Λιντς ο σπουδαιότερος εν ζωή Ιρλανδός συγγραφέας;

Η πρόσφατη έκδοση του «Πιο πέρα από τη θάλασσα» στα ελληνικά αποδεικνύει με τον πιο παραστατικό τρόπο ότι ο Ιρλανδός συγγραφέας δεν είναι μόνο ο πιο ουσιαστικός αναθεωρητής του μυθιστορήματος του 19ου αιώνα, αλλά ίσως και ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της λογοτεχνίας της χώρας του.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Έρση Σωτηροπούλου: «Ταμπού σήμερα είναι να ουρλιάζεις από έρωτα»

ΛΙΓΗ ΖΩΗ / Έρση Σωτηροπούλου: «Ταμπού σήμερα είναι να ουρλιάζεις από έρωτα»

Πολυμεταφρασμένη και πολυβραβευμένη, με παρουσία σχεδόν πέντε δεκαετιών στο λογοτεχνικό προσκήνιο, η γνωστή συγγραφέας ανατρέχει στα νεανικά της χρόνια, μιλά για την έλξη που της ασκούσε ανέκαθεν το διαφορετικό και σχολιάζει τη σύγχρονη πραγματικότητα.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
«Queer καλλιστεία το 1929 μόνο η Θεσσαλονίκη θα μπορούσε να κάνει»

Βιβλίο / «Queer καλλιστεία το 1929 μόνο η Θεσσαλονίκη θα μπορούσε να κάνει»

Στο βιβλίο του «Καλλιστεία» ο Μανώλης Μελισσάρης περιγράφει πώς μια παρέα queer ανδρών έκανε στη συμπρωτεύουσα το 1929 τον δικό της διαγωνισμό ομορφιάς, παράλληλα με τον πρώτο «επίσημο», αναβιώνοντας ταυτόχρονα μια ολόκληρη εποχή.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Ο διαχρονικά επίκαιρος «γιoς της απώλειας»

Βιβλίο / Νίκος Βέλμος: Ο διαχρονικά επίκαιρος «γιoς της απωλείας»

Εκατό χρόνια κλείνουν φέτος από την κυκλοφορία του περιοδικού «Φραγκέλιο» που ίδρυσε ο λογοτέχνης, ηθοποιός, ζωγράφος, εκδότης, γκαλερίστας και κοινωνικός επαναστάτης Νίκος Βέλμος, μια παραγνωρισμένη πλην όμως πολυσχιδής, μποέμικη και άκρως επιδραστική προσωπικότητα.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Ένας τολμηρό προσωπικό αντίο

Το πίσω ράφι / Ένα τολμηρό προσωπικό αντίο

Ο Ντέιβιντ Πλαντ γράφει τον «Αγνό εραστή» για να αποχαιρετήσει τον επί τέσσερις δεκαετίες σύντροφό του Νίκο Στάγκο, συστήνοντάς μας ταυτόχρονα με έναν συγκινητικό και αποκαλυπτικό τρόπο αυτόν τον διακεκριμένο ποιητή και επιμελητή εκδόσεων.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
«Όλα φαίνεται να στοχεύουν στον εκβαρβαρισμό των ανθρώπων»

Βιβλίο / «Όλα φαίνεται να στοχεύουν στον εκβαρβαρισμό των ανθρώπων»

Η κορυφαία συγγραφέας της Αργεντινής, Σέλβα Αλμάδα, μιλάει στη LiFO λίγο πριν από την άφιξή της στη χώρα μας με αφορμή το 1ο Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας της Αθήνας για τα πολυβραβευμένα βιβλία της, την έμφυλη βία και τη γυναικεία ταυτότητα.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Απόστολος Δοξιάδης: «Η Ελλάδα σήμερα δεν είναι σε παρακμή αλλά σε σήψη»

Βιβλίο / Απόστολος Δοξιάδης: «Η Ελλάδα σήμερα δεν είναι σε παρακμή αλλά σε σήψη»

Με αφορμή το νέο του μυθιστόρημα «Γαλανόσκυλος», ο καταξιωμένος συγγραφέας μιλά για όλα: τους πολιτικούς «που είναι ανίκανοι αλλά ξέρουν να μαζεύουν ψήφους», τον πολιτισμό που έχει μετατραπεί σε «σοβαροφανή παρωδία» και μια Ελλάδα που «δεν έχει ξεφύγει ποτέ από τον ναρκισσισμό της».
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Revenge porn που ρίχνουν κυβερνήσεις

Βιβλίο / Revenge porn που ρίχνουν κυβερνήσεις

Στο μυθιστόρημά του «Αθέατος βίος», ο Νικολό Αμανίτι ερευνά την ιδιωτική ζωή της συζύγου ενός πρωθυπουργού, υπενθυμίζοντας ότι σήμερα οι social media managers κινούν τα νήματα και η θεωρία του χάους είναι πιο επίκαιρη από ποτέ.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ