Λουίς Μπουνιουέλ: Οι κόντρες με τον Νταλί, η αγάπη για τον Λόρκα, η λατρεία για το σινεμά

Λουίς Μπουνιουέλ: Οι κόντρες με τον Νταλί, η αγάπη για τον Λόρκα, η λατρεία για το σινεμά Facebook Twitter
Αυτό που επιθυμούσε πάνω απ’ όλα ο Μπουνιουέλ, επιθυμία αδιαπραγμάτευτη και ανέφικτη, ήταν να μεταμορφώσει τον κόσμο και να αλλάξει τη ζωή. Φωτ.: Getty Images/ Ideal Image
0

Έχοντας ως οδηγό τον Μιγκέλ ντε Θερβάντες, τόσο ως προς τον πικαρέσκο τρόπο αφήγησης όσο και ως στάσης ζωής, ο Λουίς Μπουνιουέλ είχε πολλούς λόγους να ταυτίζεται νοερά με τον δημιουργό του κορυφαίου ίσως έργου της χώρας του. Γόνος και αυτός αστικής οικογένειας, έμελλε να καταστεί μάρτυρας και ρέκτης της ανακάλυψης του σύγχρονου κινηματογράφου, βιώνοντας όλες τις μεταβάσεις από τον βωβό στον ομιλούντα και από την πρωτοπορία στην άνθηση του Χόλιγουντ.

Όλες αυτές τις κοσμοϊστορικές αλλαγές του περασμένου αιώνα ο Μπουνιουέλ τις έζησε άλλοτε με τεράστιο πόνο, βλέποντας καλούς του φίλους, όπως ο Λόρκα, να δολοφονούνται σε έναν αιματηρό εμφύλιο άλλοτε με περιέργεια, πάντοτε, όμως, με την πεποίθηση ότι δεν είναι τα μεγάλα γεγονότα που διαμορφώνουν τη μαγεία της ζωής αλλά οι αλλόκοτες, φευγαλέες λεπτομέρειες που «είναι βαρετές, το ξέρω. Αν όμως θες να δοκιμάσεις ν’ ακολουθήσεις βήμα-βήμα το συντυχιακό μονοπάτι μιας ζωής, να δεις από πού έρχεται αυτή η ζωή και προς τα πού οδεύει, πώς θα ξεχωρίσεις το περιττό από το ουσιώδες;».

Για τον σπουδαίο Ισπανό δημιουργό και διαρκή αποσυνάγωγο οι μικρές ψηφίδες της πολύπλοκης και πολύχρωμης αυτοβιογραφίας του είναι συνώνυμες με το αλλόκοτο βλέμμα του καλλιτέχνη που μπορεί να ξεχωρίζει αυτό που πάντοτε διαφεύγει και μας ξεπερνά, ακόμα και το πιο ασήμαντο.

Πέρα από τις διακρίσεις και τα βραβεία, τα οποία σκόπιμα δεν αναφέρει καν στο βιβλίο, αυτό που τον απασχολούσε είναι η ποιητική αίσθηση που του έμεινε από ένα διαφορετικό κυνήγι της ζωής, η δίψα για το διαφορετικό και το απρόβλεπτο.

Γι’ αυτό ακριβώς στην αυτοβιογραφία του με τίτλο Η τελευταία μου πνοή που επανακυκλοφόρησε σε νέα, υποδειγματική μετάφραση του Θάνου Σαμαρτζή από τις εκδόσεις Δώμα η αφήγηση για τη σπουδαιότητα των μπαρ και ενός καλού ντράι μαρτίνι –ναι, δίνει και συνταγή!– καταλαμβάνει έκταση αντίστοιχη με αυτή των αιματηρών γεγονότων του Εμφυλίου.

cover
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ:
Λουίς Μπουνιούελ,
Η τελευταία μου πνοή, Μτφρ.: Θάνος Σαμαρτζής, Εκδόσεις Δώμα

Δεν είναι τυχαίο ότι κανείς, κατά τη γνώμη του, δεν έγινε σοφότερος από τα σκληρά γεγονότα της Ιστορίας και ότι οι απανωτοί πόλεμοι, τους οποίους ο Ισπανός σκηνοθέτης έζησε από πρώτο χέρι, τον οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η ανθρώπινη φύση δεν έχει προοδεύσει και στη βάσιμη υποψία ότι κανένα στρατόπεδο δεν μοιράστηκε ποτέ σε καλούς και κακούς· ίσως γι’ αυτό δεν αγάπησε τις κομματικές αγκυλώσεις και τα αμερικανικά κινηματογραφικά σενάρια.

Παρότι περιγράφει με τρόπο συναρπαστικό την ενεργή εμπλοκή του στην αντίσταση στη νότια Γαλλία και στο Παρίσι, όπου κατάφερε, ενεργώντας ως κατάσκοπος, να γλιτώσει πολλούς αντιστασιακούς και να διευκολύνει την άφιξη στην Ισπανία δημοκρατών καλλιτεχνών και συγγραφέων, όπως ο Χέμινγουεϊ, ο Ντος Πάσος και ο Γιόρινς Ίβενς, δεν αρνείται τα εγκλήματα και τις προδοσίες απ’ όλες τις πλευρές του πολιτικού τόξου.

Απλώς, συμπερασματικά, καταλήγει πως «ο πλούτος και η μόρφωση που χαρακτήριζαν την άλλη πλευρά, την πλευρά των φρανκιστών, θα έπρεπε να είχαν περιορίσει την έκταση της φρικωδίας. Δεν συνέβη τίποτα τέτοιο. Το αντίθετο. Και γι’ αυτό, μόνος μπροστά στο ντράι μαρτίνι μου, αμφιβάλλω για τις ευεργετικές συνέπειες του χρήματος και της μόρφωσης».

Λουίς Μπουνιουέλ: Οι κόντρες με τον Νταλί, η αγάπη για τον Λόρκα, η λατρεία για το σινεμά Facebook Twitter
Ο Μπουνιουέλ μπορεί να έβρισκε μελό το βιβλίο στο οποίο βασίστηκε η Ωραία της Ημέρας, αλλά την προσάρμοσε στα δικά του μέτρα. Φωτ.: Getty Images/ Ideal Image

Άλλωστε, σε έναν τέτοιο κυκεώνα βίας οι ρόλοι θύματος και θύτη είναι πάντα περιπλεγμένοι, εξού και ότι, παρότι πολέμιος των ναζί, αρνείται, όπως λέει, να δει ως απόλυτο δαίμονα τον Φράνκο, πρεσβεύοντας ότι μάλλον ήταν καλύτερος για την Ισπανία από τον Χίτλερ. Αντίστοιχα, πάλι, παρότι δεν μπορεί να ξεπεράσει την άμεση σύνδεση του άλλοτε στενού του φίλου και συνεργάτη Σαλβαδόρ Νταλί με τους φασίστες και τους φαλαγγίτες, είναι η προσωπική προδοσία που αφορούσε ένα μοιραίο περιστατικό στην Αμερική που τον έκανε να τον ξεγράψει από φίλο του και να μη θελήσει να πιει εκείνη την τελευταία σαμπάνια μαζί του.

Παρ’ όλα αυτά, παραδέχεται την ύψιστη ευφυΐα του ως καλλιτέχνη και τη μαγική αίσθηση της φαντασίας που τον έχρισε μοναδικό συνοδοιπόρο του στον Ανδαλουσιανό σκύλο. Αλλά αυτόν που δείχνει να αγαπάει πραγματικά απ’ όλους τους αλλοτινούς φίλους είναι ο Λόρκα: «Απ’ όλα τα ζωντανά πλάσματα που συνάντησα στη ζωή μου ο Φεδερίκο κατέχει την πρώτη θέση. Δεν αναφέρομαι ούτε στο θέατρό του ούτε στην ποίησή του, αναφέρομαι στον ίδιο. Το αριστούργημα ήταν αυτός. Μου φαίνεται δύσκολο ακόμη και να φανταστώ κάποιον συγκρίσιμο άνθρωπο. Είτε καθόταν στο πιάνο για να μιμηθεί τον Σοπέν είτε αυτοσχεδίαζε μια παντομίμα, μια σύντομη θεατρική σκηνή, ήταν ακαταμάχητος. Ό,τι και να διάβαζε, από τα χείλη του ανάβλυζε πάντα μια ομορφιά. Είχε πάθος, χαρά, νιότη. Ήταν σαν φλόγα».

Ωστόσο, δεν του ήταν ποτέ εύκολο να αποδεχτεί τη σεξουαλικότητα του φίλου του, παρότι, όπως ομολογεί, είχε νιώσει ως έφηβος έλξη και για τα δύο φύλα. Αποκαλύπτει, μάλιστα, μεταξύ διαφόρων ανομημάτων, ότι είχε υπάρξει άδικος απέναντι σε ομοφυλόφιλους φίλους του, έχοντας εμπλακεί σε μπούλινγκ, επειδή έτσι επέβαλε ο σκληρός, άγραφος νόμος της εποχής του. Στο τέλος, όμως, του βιβλίου επιτίθεται με δριμύτητα στον μεσογειακού τύπου ματσίσμο, που τον είδε σε όλη του την επιθετική βεβαιότητα στο Μεξικό, όπου έζησε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του.

Δεν κρύβει ότι υιοθέτησε πολλές κακές συμπεριφορές και «συνήθειες» και ότι υπήρξε συχνός επισκέπτης των πορνείων, διατηρώντας ωστόσο μια παράξενη, πλατωνική σχέση με τις γυναίκες – τρομερή η σκηνή με τις σουρεαλιστικές συζητήσεις που ανέπτυσσε με τις σεξεργάτριες, τις οποίες βοηθούσε μέσω της ύπνωσης.

Η δραματοποίηση του έρωτα μάλλον σχετιζόταν με το ανέφικτο ερωτικό στοιχείο που βίωνε από μικρός, το οποίο αντιστάθμιζε μετατρέποντας κάθε δραματική, προσωπική ιστορία, περίπου σαν τις ταινίες του, σε κωμικό ενσταντανέ. Έτσι, ένα αποτυχημένο όργιο με κοπέλες και τον Τσάρλι Τσάπλιν έδωσε την αφορμή για μια κωμική αφήγηση, όπως και οι πολλαπλές ερωτικές αρνήσεις που γνώρισε στη ζωή του.

Δεν είναι τυχαίο ότι ομολογεί πως λατρεύει τον Φελίνι, αλλά αντιπαθεί την κυριολεξία της μελοδραματικής αφήγησης ή της στρατευμένης τέχνης – έναν τέτοιο συνδυασμό βλέπει στο Όσο υπάρχουν άνθρωποι. Γι’ αυτό και προσπαθούσε να έχει τον πλήρη έλεγχο των ταινιών του, δουλεύοντας ή επιβλέποντας τα ούτως ή άλλως σουρεαλιστικά σενάριά του. Μπορεί να έβρισκε, για παράδειγμα, μελό το βιβλίο στο οποίο βασίστηκε η Ωραία της Ημέρας, αλλά την προσάρμοσε στα δικά του μέτρα. Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι προτίμησε να ακυρώσει πολλές συνεργασίες και παράδοξες προτάσεις, ακόμα και σε περιόδους που είχε βρεθεί εντελώς χωρίς δουλειά. Αρνήθηκε, όπως λέει, κάποια στιγμή να παίξει τον εαυτό του στον Νευρικό εραστή του Γούντι Άλεν, μια ταινία που δεν του άρεσε καθόλου.

Επίσης, δεν δείχνει να αποκλείει καλλιτεχνικά ή πολιτικά ρεύματα, παρότι δηλώνει, για παράδειγμα, καχύποπτος απέναντι στις χαοτικές προθέσεις των στρατευμένων κινημάτων ή τον Μάη του ’68. Δεν αρνείται ότι έτρεφε μεγάλες αυταπάτες όσον αφορά τον Κομμουνισμό που υποστήριζε εξαρχής, αρνούμενος την πραγματικότητα όπως είχε διαμορφωθεί στη Σοβιετική Ένωση, αλλά και τις αγαθές προθέσεις των σουρεαλιστών φίλων του.

Λουίς Μπουνιουέλ: Οι κόντρες με τον Νταλί, η αγάπη για τον Λόρκα, η λατρεία για το σινεμά Facebook Twitter
Φωτ.: Getty Images/ Ideal Image

Σε κάθε περίπτωση, προσπαθούσε να παραμένει πιστός στις αρχές όχι ενός κομματικού ντετερμινισμού αλλά της τυχαιότητας «που χωρίς να εκμηδενίζεται ποτέ, ολοζώντανη και απρόβλεπτη, παλεύει να συμφιλιωθεί με την κοινωνική αναγκαιότητα», ομολογώντας πως «εφόσον είμαστε τέκνα της τύχης, η γη και το σύμπαν θα μπορούσαν να συνεχίσουν να υπάρχουν χωρίς εμάς μέχρι το τέλος του χρόνου».

Η άρνησή του να συνδεθεί με στερεοτυπικές ιδέες, μένοντας πιστός σε ένα μεγαλεπήβολο όραμα, προφανώς σχετιζόταν με την ανάγκη για ελεύθερη και πάντοτε δημιουργική έκφραση ακόμα και πέρα από την τέχνη, σαν ένα περίεργο μείγμα μυστικού βιταλισμού. Εξού και ο λόγος που συντάχθηκε με το σουρεαλιστικό κίνημα ήταν ακριβώς επειδή «ελάχιστα τον ενδιέφερε να λάβει τιμητική θέση στην ιστορία της λογοτεχνίας ή της ζωγραφικής. Αυτό που επιθυμούσε, πάνω απ’ όλα, επιθυμία αδιαπραγμάτευτη και ανέφικτη ήταν να μεταμορφώσει τον κόσμο και να αλλάξει τη ζωή». Το επιχείρησε, άλλωστε, και ο ίδιος το σινεμά του, με την προκλητικά πρωτότυπη Χρυσή Εποχή και τη Βιριδιάνα του, την πολιτικά σατιρική Κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας, τους εμβληματικούς Λος Ολβιδάδος και, φυσικά, με το κύκνειο άσμα του, το Σκοτεινό αντικείμενο του πόθου.

Αλλά, πέρα από τις διακρίσεις και τα βραβεία, τα οποία σκόπιμα δεν αναφέρει καν στο βιβλίο, αυτό που τον απασχολούσε είναι η ποιητική αίσθηση που του έμεινε από ένα διαφορετικό κυνήγι της ζωής, η δίψα για το διαφορετικό και το απρόβλεπτο. Αυτή η φαντασιακή αναζήτηση του ανέφικτου, ένας ερωτικός πόθος που διαπερνούσε κάθε του κίνηση, τον κάνει να συγκρατεί κάπως αποσπασματικά τις εικόνες από τη ζωής του, υιοθετώντας αντίστοιχες παρεκτροπές στην αφήγηση.

Αναπολεί έτσι με νοσταλγία τις νύχτες στο Λος Άντζελες, τις μυρωδιές από το Λόρελ Κάνιον αλλά και από το χώμα στο χωριό του στις Καντάκες Αραγονίας, τις βραδινές κουβέντες με τον Λόρκα και τον Νταλί στη Φοιτητική Εστία της Μαδρίτης, το ιταλικό εστιατόριο στην Αμερική όπου έπινε κρυφά αλκοόλ σε φλιτζανάκια του καφέ και τις συναντήσεις με τον Μπέρτολτ Μπρεχτ στο σπίτι του στην Καλιφόρνια(!), όπου είχε την τύχη να γνωρίσει από κοντά διάφορα είδωλά του, όπως ο Αϊζενστάιν.

Στη Νέα Υόρκη πέρασε δύσκολα, πάντως, ειδικά όταν βρέθηκε χωρίς δουλειά αμέσως μετά τον πόλεμο. Θα αναγκαζόταν να κάνει έξτρα μεροκάματα στην κουζίνα ενός ξενοδοχείου, αν δεν τύχαινε ένας χορηγός να του εξασφαλίσει θέση στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης. Στη Νέα Υόρκη είχε, επίσης, την τύχη να ξαναβρεθεί με φίλους όπως ο Σεντ Εξιπερί και ο Κλοντ Λεβί-Στρος.

Λουίς Μπουνιουέλ: Οι κόντρες με τον Νταλί, η αγάπη για τον Λόρκα, η λατρεία για το σινεμά Facebook Twitter
Στιγμιότυπο από τα γυρίσματα της ταινίας Belle de Jour (1967) με την Κατρίν Ντενέβ και τον Ζαν Σορέλ. Φωτ.: Getty Images/ Ideal Image

Από τις σκόρπιες αναμνήσεις ξεχωρίζουν καίριες στιγμές, π.χ. τότε που είδε τον παλιό του συνεργάτη Ζακ Πρεβέρ να περιμένει στην ουρά για να βγάλει εισιτήριο και δεν του μίλησε, οι εφηβικές του αναμνήσεις, που είναι πολύ πιο έντονες από τις ένδοξες στιγμές, οι αποτυχημένες επιχειρηματικές του προσπάθειες, όπως το άνοιγμα καμπαρέ στην μπουλβάρ Ρασπάιγ (ευτυχώς, αρνήθηκε να τον χρηματοδοτήσει η μητέρα του), οι αμέτρητες συναντήσεις σε εστιατόρια και μπαρ ως απόδειξη ότι αυτό που αξίζει τελικά στη ζωή είναι οι μεθυσμένες συζητήσεις με φίλους.

Γι’ αυτό και από τις πιο συγκινητικές στιγμές του βιβλίου είναι όταν εκείνος, ένας αμετάπειστα άθεος και εραστής της βλασφημίας, συγκινείται από το Άσμα Ασμάτων και τη Σοφία Σολομώντος, παραθέτοντας το παρακάτω απόσπασμα ως στιγμή υψηλής ποίησης: «Ας γεμίσουμε με εκλεκτό κρασί κι αρώματα, κι ας μην αφήσουμε το άνθος του καιρού να μας προσπεράσει. Ας στεφανωθούμε με ροδοπέταλα προτού μαραθούν. Κανένας να μη μείνει έξω από το γλέντι μας: κι ας αφήσουμε παντού σημάδια της χαράς μας: γιατί αυτό είναι το μερτικό μας, κι αυτός είναι ο κλήρος μας», γράφουν οι τελευταίοι στίχοι από το θρησκευτικό αυτό κείμενο. Θαρρεί κανείς ότι αυτή είναι η πιο πολύτιμη παρακαταθήκη και προτροπή που άφησε ο Μπουνιουέλ ή, όπως θα έλεγε ο αγαπημένος του ποιητής: «Μεθάτε αδιάκοπα. Από κρασί, ποίηση ή από αρετή, απ’ ό,τι προτιμάτε».

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ 

To άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Γιατί η λογοτεχνία αγαπάει τόσο το ποδόσφαιρο

Βιβλίο / Πριν το Μουντιάλ, έχουμε πολλά να διαβάσουμε για το ποδόσφαιρο

Μετρώντας αντίστροφα για την έναρξη του Παγκοσμίου Κυπέλλου, εξετάζουμε δυο στοχαστές, τον Εδουάρδο Γκαλεάνο και τον Σάιμον Κρίτσλεϊ, που έχουν καταπιαστεί με το ποδόσφαιρο και έχουν εντρυφήσει στη λογική του.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Γκάμπορ Ματέ: «Έχουμε απεγνωσμένα ανάγκη ο ένας τον άλλον»

Βιβλίο / Γκάμπορ Ματέ: «Έχουμε απεγνωσμένα ανάγκη ο ένας τον άλλον»

Ο γιατρός και συγγραφέας, που τα βιβλία του είναι όλα μπεστ σέλερ, βρέθηκε στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση και συζήτησε με την Αφροδίτη Παναγιωτάκου για το τραύμα και τη σύγχρονη ζωή, αλλά και για τη γενοκτονία στη Γάζα, που ο ίδιος, ως Εβραίος, θεωρεί ότι είναι χειρότερη από το Άουσβιτς.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
«ASTY», η Αθήνα του 2999: Μια πόλη στα όρια της ασφυξίας

Design / Αθήνα 2999: Μια πόλη στα όρια της ασφυξίας

Ο αρχιτέκτονας και δημιουργός κόμικς Δημήτρης Πασχάλης μετατρέπει την ανησυχία του για τη σύγχρονη Αθήνα σε μια δυστοπική αφήγηση που εκτυλίσσεται στο έτος 2999. Μέσα από το «ASTY» εξερευνά την υπεραστικοποίηση, την απώλεια του προσωπικού χώρου και τη σχέση ανάμεσα στην αρχιτεκτονική, την ψυχική υγεία και το μέλλον της πόλης.
M. HULOT
O Ντέιβιντ Λοτζ μάς διαβεβαιώνει ότι ο παράδεισος είναι δίπλα μας

Το πίσω ράφι / O Ντέιβιντ Λοτζ μάς διαβεβαιώνει ότι ο παράδεισος είναι δίπλα μας

Στο μυθιστόρημά του «Νέα από τον παράδεισο» ο Βρετανός θεωρητικός της λογοτεχνίας και συγγραφέας μάς κάνει συμμέτοχους στους προβληματισμούς του γύρω από την πίστη, τη μαζική νεύρωση των διακοπών και τις ανθρώπινες σχέσεις.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Γιατί (ξανα)διαβάζουμε μανιακά Λατινοαμερικανούς συγγραφείς;

Βιβλίο / Γιατί (ξανα)διαβάζουμε μανιωδώς Λατινοαμερικανούς συγγραφείς;

Οι τίτλοι της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας που κυκλοφορούν στα ελληνικά πολλαπλασιάζονται, αναδεικνύοντας ένα νέο, πιο ριζοσπαστικό κύμα συγγραφέων που ασχολούνται με την ακραία πολιτική κατάσταση της ηπείρου τους, την πατριαρχία και τα ζητήματα της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
«Αρνούμαι να είμαι πολίτης δεύτερης κατηγορίας στη δική μου γη»: Η νικήτρια του Booker μιλά για την Ταϊβάν

Πολιτισμός / «Αρνούμαι να είμαι πολίτης δεύτερης κατηγορίας στη δική μου γη»: Η νικήτρια του Booker μιλά για την Ταϊβάν

Η Γιανγκ Σουάνγκ-ζι, που μόλις κέρδισε το Διεθνές Βραβείο Booker με το «Taiwan Travelogue», μιλά για την απειλή του Πεκίνου, την ταϊβανέζικη ταυτότητα, την queer επιθυμία και τη λογοτεχνία που δεν μπορεί να μείνει μακριά από την πολιτική
THE LIFO TEAM
Φέρντια Λένον, ο Ιρλανδός που έγραψε για τον Πελοποννησιακό Πόλεμο

Βιβλίο / Φέρντια Λένον, ο Ιρλανδός που έγραψε για τον Πελοποννησιακό Πόλεμο

Στο πρώτο του μυθιστόρημα, «Ένδοξα Κατορθώματα», ο βραβευμένος συγγραφέας αφηγείται μια αληθινή αλλά απίστευτη ιστορία: Αθηναίοι αιχμάλωτοι πολέμου σώζονται, απαγγέλλοντας στίχους του Ευριπίδη.
M. HULOT
Romantasy: Το σύγχρονο εκδοτικό φαινόμενο που σπάει ταμεία και κατακτά τους νεαρούς αναγνώστες

Βιβλίο / Romantasy: Έρωτες, δράκοι και επική δράση στη νέα υβριδική λογοτεχνία της γενιάς του ΤιkTok

Συνδυάζοντας έρωτα, δράκους και επικές περιπέτειες, το υβριδικό αυτό είδος σημειώνει εντυπωσιακές πωλήσεις παγκοσμίως, μετατρέπει συγγραφείς όπως η Ρεμπέκα Γιάρος και η Σάρα Τζ. Μάας σε σταρ της γενιάς του TikTok
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ
ΕΠΕΞ 22η ΔΕΒΘ: Εμφανώς βελτιωμένη, σε τροχιά σύνδεσης με τις νέες τάσεις αλλά χωρίς συγγραφείς-σταρ

Βιβλίο / ΔΕΒΘ: Εμφανώς βελτιωμένη, αλλά χωρίς συγγραφείς-σταρ

Απολογισμός της 22ης Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου Θεσσαλονίκης, η οποία πραγματοποιήθηκε από τις 7 έως τις 10 Μαΐου και διοργανώθηκε για δεύτερη χρονιά από το ΕΛΙΒΙΠ. Ποιες σημαντικές καινοτομίες υπήρξαν και τι μένει να γίνει ακόμα;
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Η συγγραφέας πίσω από τα «Μπούτια και Διανόηση»

Βιβλία και Συγγραφείς / Η συγγραφέας πίσω από τo «Μπούτια και Διανόηση»

Η πιο αναγνωρίσιμη βιβλιοφιλική φωνή του ελληνικού Instagram, η Ματίνα Αποστόλου, γνωστή από τον λογαριασμό της «Intellectual Thighs», μιλά για την αγάπη της για τα βιβλία αλλά και για το νέο της μυθιστόρημα, «Ρίζες».
M. HULOT
«Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», ένα graphic novel για τη ζωή του πρόωρα χαμένου δημιουργού

Βιβλίο / Παύλος Σιδηρόπουλος: Ένα graphic novel για τη ζωή του «πρίγκιπα της ροκ»

Ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου και ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης, που εργάστηκαν στο σενάριο και στο σχέδιο του «Παύλος Σιδηρόπουλος - Εν Κατακλείδι», εξηγούν πώς προσέγγισαν τη ζωή και την καλλιτεχνική πορεία αυτής της σύνθετης προσωπικότητας.
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΠΑ