No.1

Η υπέροχη άνοδος και η ιλιγγιώδης πτώση του Swinging London στα ’60s

Η υπέροχη άνοδος και η ιλιγγιώδης πτώση του Swinging London στα ’60s Facebook Twitter
0

Το «Ready, Steady, Go!» ήταν μια θρυλική τηλεοπτική εκπομπή στη βρετανική τηλεόραση των ’60s, ένα σόου που κάθε Παρασκευή βράδυ παρουσίαζε ό,τι πιο καινούργιο εμφανιζόταν στη μουσική. Το παρουσίαζαν ο Keith Fordyce και η Cathy McGowan από το 1963 μέχρι το 1966 και στη διάρκειά του εμφανίστηκαν όλοι οι ποπ σταρ εκείνης της εποχής και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Εκεί πρωτοπαρουσιάστηκαν τηλεοπτικά οι Beatles το 1963 και υπάρχουν άπειρες στιγμές και ιστορίες που συνδυάζονται με το συγκεκριμένο σόου. (Στην εκπομπή στην οποία έκαναν το ντεμπούτο τους οι Beatles, ο Paul McCartney ήταν στην επιτροπή που έκρινε τα κοριτσάκια που συμμετείχαν σε έναν διαγωνισμό με μιμήσεις του «Let’s jump the broomstick» της Brenda Lee. Νικήτρια ήταν η 13χρονη Melanie Coe, η οποία εξαφανίστηκε μετά από κάνα δυο χρόνια και το πρωτοσέλιδο στην «Daily Mail» έγινε η αφορμή για να γράψει το «She’s leaving home»).

Τα '60s ήταν μια δεκαετία που άλλαξε τα πάντα σε ολόκληρο τον κόσμο. Κοινωνικά έγιναν μεγάλες αλλαγές, αλλά στη Βρετανία, και ειδικά στο Λονδίνο, έγινε πραγματική πολιτιστική επανάσταση. Οι άνθρωποι βγήκαν από μια μακρόχρονη σκοτεινή περίοδο μιζέριας και συντηρητισμού και οι αλλαγές ήταν σαρωτικές.

Το «Ready, Steady» εμφανίστηκε μέσα στην «έκρηξη» του Λονδίνου των sixties, κοινωνική και καλλιτεχνική, και είναι από τα στοιχεία που το χαρακτήρισαν. Έτσι, έγιναν ο ιδανικός τίτλος για το βιβλίο του Shawn Levy «Ready, Steady, Go! Η υπέροχη άνοδος και η ιλιγγιώδης πτώση του Swinging London» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κουκκίδα –σε εξαιρετική μετάφραση του Αλέξη Καλοφωλιά– και καταγράφει όλα όσα έκαναν ακαταμάχητη μια εποχή και το Λονδίνο επίκεντρο του κόσμου.

Τα ’60s ήταν μια δεκαετία που άλλαξε τα πάντα σε ολόκληρο τον κόσμο. Κοινωνικά έγιναν μεγάλες αλλαγές, αλλά στη Βρετανία, και ειδικά στο Λονδίνο, έγινε πραγματική πολιτιστική επανάσταση. Οι άνθρωποι βγήκαν από μια μακρόχρονη σκοτεινή περίοδο μιζέριας και συντηρητισμού και οι αλλαγές ήταν σαρωτικές. Παρόλο που για την υπόλοιπη Ευρώπη (Ιταλία, Γαλλία) και τις ΗΠΑ η πρώτη μεταπολεμική δεκαετία ήταν η αρχή της νέας εποχής –«η ροκ μουσική και η άνοδος του έφηβου καταναλωτή ως διαμορφωτή του κοινού γούστου έκανε την αμερικανική μουσική να φαντάζει, όπως ήταν φυσικό, πιο δυνατή, ενώ το παρακμιακό, "περπατημένο" μεγαλίστικο στυλ έκανε το Παρίσι του υπαρξισμού και τη Ρώμη της «Nτόλτσε Bίτα» επίκεντρα ενδιαφέροντος, τόσο για το διεθνές τζετ σετ όσο και για το αναδυόμενο παγκόσμιο αντεργκράουντ των μποέμ–, η Αγγλία έμοιαζε άχαρη, δύσκαμπτη και, πάνω απ’ όλα, αδυσώπητα γκρίζα, γκρίζα μέχρι το μεδούλι.

 

Τα πρώτα χρόνια των ’50s, παρόλο που είχε περάσει μια δεκαετία σχεδόν από το τέλος του πόλεμου, οι Βρετανοί εξακολουθούσαν να τρέφονται με συσσίτια, να κάνουν την ανάγκη τους σε εξωτερικές τουαλέτες στις πίσω αυλές των σπιτιών και να κυκλοφορούν καθημερινά σε πόλεις με ανεξίτηλα τα σημάδια των βομβαρδισμών της Luftwaffe. Η Γερμανία, η Ιταλία και η Ιαπωνία, οι ηττημένοι του πολέμου, έβλεπαν τις οικονομίες τους να ξαναγεννιούνται, η Γαλλία, που είχε υποστεί μεγάλη καταστροφή, άρχισε να ανακάμπτει, όμως στη Βρετανία τα μέσα της δεκαετίας του ’50 έμοιαζαν, από υλική και ψυχολογική άποψη, πάρα πολύ με τα μέσα της δεκαετίας του ’30. Μέσα σε λίγα χρόνια, όμως, όλα αυτά θα άλλαζαν. Η βρετανική οικονομία άρχισε να ανθίζει και εμφανίστηκε μια ευμάρεια που οδήγησε σε εφησυχασμό και νοσταλγία για την προπολεμική εποχή, μόνο που εκ των υστέρων φάνταζε ειδυλλιακή.

 

Η υπέροχη άνοδος και η ιλιγγιώδης πτώση του Swinging London στα ’60s Facebook Twitter
Eνας συνδυασμός πραγμάτων οδήγησε στη μεγάλη «έκρηξη». Όπως συνέβαινε και στην Αμερική, υπήρχαν δείγματα μιας όλο και μεγαλύτερης δυσαρέσκειας.

 

Η κοινή αντίληψη για τις έντονες συγκινήσεις που πρόσφερε η μεγάλη πόλη –γυναίκες με μακριές φούστες, άνδρες με βραδινά κοστούμια, μουσική από ορχήστρες χορού, γαλλική κουζίνα, έργα του Νόελ Κάουαρντ και Rolls Royce με σοφέρ– ήταν η ίδια με αυτήν που επικρατούσε τη δεκαετία του ’20. «Το Λονδίνο ήταν μια πόλη για ενήλικες», θυμάται ο δημοσιογράφος Πίτερ Έβανς. «Ήταν μια πόλη για γέρους. Στα νάιτ κλαμπ πήγαινες μόνο αν ήθελες να ακούσεις βιολιά. Δεν είχες πού αλλού να πας. Ακόμα και τα μαγαζιά του Σόχο έκλειναν νωρίς. Υπήρχαν λέσχες που σέρβιραν αλκοόλ, αλλά ήταν ιδιωτικές». «Δεν υπήρχε τίποτα για τους νέους», θυμάται η σχεδιάστρια μόδας Μαίρη Κουάντ, «πουθενά να πας, καμιά δυνατή συγκίνηση να κυνηγήσεις».

 

Τα επόμενα χρόνια όλα άλλαξαν ριζικά. Σταδιακά, ένας συνδυασμός πραγμάτων οδήγησε στη μεγάλη «έκρηξη». «Όπως συνέβαινε και στην Αμερική, υπήρχαν δείγματα μιας όλο και μεγαλύτερης δυσαρέσκειας για το κατεστημένο, το οποίο διαμόρφωνε το κυρίαρχο περιβάλλον. Και ίσως επειδή είχε δεχτεί τόσα πολλά πλήγματα για τόσο πολύ καιρό ή επειδή η όλο και μεγαλύτερη περιθωριοποίησή της στην παγκόσμια σκηνή την είχε ελευθερώσει από τις σοβαρές της υποχρεώσεις, η Βρετανία έμοιαζε ιδιαίτερα εύφορο έδαφος για να βλαστήσει ένας τέτοιος σπόρος», λέει ο συγγραφέας. «Με έναν άγριο ρυθμό που δεν έμοιαζε καθόλου βρετανικός, διάφορες τάσεις μιας ανεπίσημης κουλτούρας –ατίθασης, αντιαυταρχικής και εχθρικής σε κοινοτοπίες όπως η σεμνότητα, η επιφυλακτικότητα, οι καλοί τρόποι και η τυπική ευγένεια– συνέκλιναν σε μια παράλληλη πορεία. Μποέμ προσωπικότητες στο Τσέλσι και στο Σόχο, ριζοσπάστες της Αριστεράς στα πανεπιστήμια και στα μέσα ενημέρωσης, έφηβοι με χρήμα για ξόδεμα, ελευθερία και δικά τους γούστα: αυτές οι τρεις ομάδες ανθρώπων θα εξελίσσονταν και θα συγχωνεύονταν τα επόμενα χρόνια, με αποτέλεσμα μια δυναμική που είχε για κέντρο της το Λονδίνο, και θα μετεξελίσσονταν σε παγκόσμια σταθερά. Μπορούσες να εντοπίσεις τα μαγαζιά, τα καφέ, τα θέατρα και τις αίθουσες χορού απ’ όπου ξεκίνησε, μπορούσες να τα επισκεφτείς όλα περπατώντας, μέσα σε μια μέρα,  και, αν το έκανες, θα είχες την εμπειρία ενός ολόκληρου κόσμου».

 

«Είναι μια περίοδος που θεωρώ ότι άλλαξε πλήρως την αισθητική μας, και στην καθημερινή μας έκφραση, και στα ρούχα, και στην εμφάνιση, και μουσικά. Όσες ομοιότητες κι αν προσπαθήσεις να δεις με τη σημερινή κατάσταση, υπήρχε μια άλλη προοπτική. Υπήρχε μια αισιοδοξία στη νεολαία, που επειδή ήταν καταπιεσμένη από πολλές απόψεις, διεκδικούσε πράγματα και στην καθημερινότητα και στην τέχνη, και στην πολιτική, παντού».

Οι πρώτες εμφανίσεις των Αμερικανών μπλούζμεν στο Λονδίνο, λόγω των εκατοντάδων Αμερικανών στρατιωτών που υπηρετούσαν στις αμερικανικές βάσεις, τα κλαμπ των φαντάρων που έπαιζαν rhythm’n’blues, σόουλ και ροκ-εν-ρόλ και οι Αφρικανοί και Τζαμαϊκανοί που άρχισαν να εγκαθίστανται σε περιοχές του Νότιου Λονδίνου έφεραν τους ντόπιους νέους που διψούσαν για το καινούργιο σε επαφή με διαφορετικές κουλτούρες και εισήγαγαν νέους ενδυματολογικούς κώδικες (από το τζιν μέχρι τα Clarks και τα πολύχρωμα κοστούμια), πρωτόγνωρους τρόπους διασκέδασης, νέους χορούς, κάτι ξέφρενο και συναρπαστικό. Το Λονδίνο άρχισε να μετατρέπεται από μια σεμνότυφη και πνιγηρή πρωτεύουσα σε ένα δημιουργικό παραλήρημα. Η δεκαετία του ’60 το Swinging London ήταν το μέρος από το οποίο θα ξεκινούσε ο μοντέρνος κόσμος.

 «Αυτή η περίοδος, τα ’60s, μου αρέσει πάρα πολύ μουσικά, αλλά με έχει επηρεάσει και ως άτομο από την εφηβεία μου» λέει ο Γιάννης Δανιάς, ο εκδότης της ελληνικής έκδοσης βιβλίου. «Είναι μια περίοδος που θεωρώ ότι άλλαξε πλήρως την αισθητική μας, και στην καθημερινή μας έκφραση, και στα ρούχα, και στην εμφάνιση, και μουσικά. Όσες ομοιότητες κι αν προσπαθήσεις να δεις με τη σημερινή κατάσταση, υπήρχε μια άλλη προοπτική. Υπήρχε μια αισιοδοξία στη νεολαία, που επειδή ήταν καταπιεσμένη από πολλές απόψεις, διεκδικούσε πράγματα και στην καθημερινότητα και στην τέχνη, και στην πολιτική, παντού. Υπήρχε το ροκενρόλ στην Αμερική, κάτι που άρχισε σιγά-σιγά να παρακμάζει, αλλά η έκρηξη στην Αγγλία ήταν η δίψα της νεολαίας για το καινούργιο. Έχουν βγει από έναν πόλεμο, είναι πολύ καταπιεσμένοι, και διεκδικούν τη ζωή τους, διεκδικούν τη χαρά στη ζωή. Μέχρι τότε αυτό δεν ήταν και κάτι δεδομένο. Ήταν πολύ συντηρητική η κοινωνία, δεν είχες την άνεση να κυκλοφορήσεις μια κοπέλα. Μην ξεχνάς ότι υπήρχε θανατική καταδίκη και μέχρι το 1967 η ομοφυλοφιλία ήταν ποινικό αδίκημα».

 

Η υπέροχη άνοδος και η ιλιγγιώδης πτώση του Swinging London στα ’60s Facebook Twitter
Oι αίθουσες χορού και τα τζαζ κλαμπ ήταν κατάμεστα

«Η μόδα, η τέχνη, τα πάντα γνώρισαν έκρηξη», λέει ο Αμερικανός θρύλος Ντένις Χόπερ, ο οποίος ταξίδεψε πάνω από μία φορά στο Λονδίνο για να πάρει μέρος στο πάρτι. «Η μουσική ήταν εκπληκτική, οι αίθουσες χορού και τα τζαζ κλαμπ ήταν κατάμεστα, ήταν κάτι απίστευτο. Και στην Αμερική υπήρχαν δυνατές συγκινήσεις, αλλά στην ουσία προέρχονταν από την Αγγλία. Δεν έχω βρεθεί σε κάποιο μέρος που να είχε ανάλογη επίδραση πάνω μου από πολιτιστική άποψη. Είχε να κάνει με την κουλτούρα, τη ζωγραφική, τη μουσική, τη γλυπτική, τη μόδα, τα ρούχα. Θα έλεγα ότι για πέντε χρόνια όλοι τούς έβλεπαν από μακριά, κανείς δεν μπορούσε να τους πλησιάσει. Το Λονδίνο υπαγόρευε κουλτούρα σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο».

Παρά τη σαρωτική κίνηση της Ιστορίας, όλα τα ποπ τεχνουργήματα και τη δυσπερίγραπτη μετεωρολογία του ανθρώπινου γούστου, της διάθεσης και του πάθους, το Swinging London το αποτελούσαν προσωπικότητες. Άνθρωποι που έγιναν πρότυπα επειδή έκαναν κάτι πρώτοι, με μοναδικό τρόπο. Όλοι αλληλεπιδρούσαν και γλεντούσαν μαζί, πλάγιαζαν, «φτιάχνονταν» και προσποιούνταν τις ιδιοφυΐες μαζί, αλλά λίγοι ξεχώριζαν και ακόμα λιγότεροι γίνονταν σύμβολα: ήταν οι εξέχουσες προσωπικότητες του Swinging London, που η εποχή τούς ταίριαζε γάντι. Το βιβλίο παρακολουθεί τις ιστορίες έξι ανθρώπων που μεγαλούργησαν στο Λονδίνο των ’60s, διαφορετικών μεταξύ τους, αλλά που συνδέονταν άμεσα με διάφορους τρόπους: της σχεδιάστριας μόδας Μαίρη Κουάντ, του εβραϊκής καταγωγής κομμωτή Βιντάλ Σασούν, του ηθοποιού Τέρενς Σταμπ, ενός από τα τρομερά παιδιά του New Cinema, του φωτογράφου David Bailey, του ανθρώπου που ενέπνευσε τον Αντονιόνι και τον έκανε βασικό πρόσωπο στο «Blow Up», του Andrew Loog Oldham, ιμπρεσάριου, μπίζνεσμαν και παραγωγού των Rolling Stones, και του Μικ Τζάγκερ.

Η υπέροχη άνοδος και η ιλιγγιώδης πτώση του Swinging London στα ’60s Facebook Twitter
Το Λονδίνο άρχισε να μετατρέπεται από μια σεμνότυφη και πνιγηρή πρωτεύουσα σε ένα δημιουργικό παραλήρημα.

Ήταν ό,τι πιο κοντινό σε κοινωνική επανάσταση έχει βιώσει ποτέ το νησιώτικο έθνος. «Η γενιά μου», θυμάται ο ηθοποιός σερ Ίαν ΜακΚέλεν, «μεγάλωσε με τη σκέψη ότι θα μεσουρανούσε, όταν έφτανε στη μέση ηλικία. Δεν υπήρχε αυτό που λέμε "άνθος της ηλικίας". Και όταν ήσουν οικονομικά εξασφαλισμένος και ασφαλής γι' αυτό που πίστευες για τον κόσμο και για το τι μπορούσες να συνεισφέρεις σε αυτόν, τότε θα έρχονταν τα μεγάλα σου χρόνια, την τέταρτη ή την πέμπτη δεκαετία της ζωής σου. Και, ξαφνικά, όλα ανατράπηκαν. Ξαφνικά, στα σαράντα σου, ήσουν γέρος».

Η υπέροχη άνοδος και η ιλιγγιώδης πτώση του Swinging London στα ’60s Facebook Twitter
Οι ντόπιοι νέοι που διψούσαν για το καινούργιο και η επαφή με διαφορετικές κουλτούρες εισήγαγαν νέους ενδυματολογικούς κώδικες.

Όπως ήταν φυσικό, έπειτα από τέτοια εκρηκτική και απότομη άνοδο, ακολούθησε η πτώση. Την εποχή που το Σαν Φρανσίσκο άνθιζε, το Λονδίνο έβλεπε την αίγλη του να ξεφτίζει. Το ενδιαφέρον των hip σταρ κάθε είδους για πανάκριβα αυτοκίνητα με σοφέρ, ακριβά εστιατόρια, σπίτια στην εξοχή που αγοράζονταν για απίστευτα ποσά, η ασύδοτη ευμάρεια, η πολυτέλεια και τα ναρκωτικά με το κιλό τούς οδήγησαν σε μια κατάσταση που δεν είχε σχέση με την πραγματικότητα. Το 1969, μαζί με το τέλος της δεκαετίας του ’60, είχε έρθει το τέλος του Swinging London. Το συναρπαστικό στόρι τους το περιγράφει με έναν τρόπο που διαβάζεται σαν μυθιστόρημα ο Shawn Levy στο «Ready, Steady, Go!  Η υπέροχη άνοδος και η ιλιγγιώδης πτώση του Swinging London», με τα ups and downs μιας ολόκληρης εποχής. Αξίζει να το διαβάσεις. 

Η υπέροχη άνοδος και η ιλιγγιώδης πτώση του Swinging London στα ’60s Facebook Twitter
Οι θρυλικοί Rolling Stones πρωτοεμφανίστηκαν το '60.

  


Η υπέροχη άνοδος και η ιλιγγιώδης πτώση του Swinging London στα ’60s Facebook Twitter
Η Twiggy εμβληματική περσόνα του Swinging London

0

No.1

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ζιζέλ Πελικό: «Έχω ξαναβρεί τη χαρά της ζωής»

Βιβλίο / Ζιζέλ Πελικό: «Οι βιαστές μου να σκύψουν το κεφάλι• όχι εγώ»

Πέρα από κάθε προσδοκία και παρά τη φρίκη που κρύβουν οι σελίδες της, η αυτοβιογραφία της Πελικό, «Ύμνος στη ζωή», είναι ένα απαράμιλλο παράδειγμα γενναιότητας κι ένα μήνυμα αισιοδοξίας, δικαιώνοντας απόλυτα τον τίτλο του. Κυκλοφόρησε μόλις και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Γιατί διαβάζουμε (και αγαπάμε) ακόμα τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη»

Βιβλίο / Γιατί διαβάζουμε (και αγαπάμε) ακόμα τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη»

Η ταινία της Έμεραλντ Φένελ μας θύμισε την αξεπέραστη αξία του κλασικού έργου της Έμιλι Μπροντέ και τους άπειρους λόγους για τους οποίους παραμένει ανάμεσα στα αγαπημένα αναγνωστών και κριτικών.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Ευάρεστος Πιμπλής: «Το να σε λέει “τέρας” ένας Πρόεδρος είναι τρομακτικό»

Lifo Videos / Ευάρεστος Πιμπλής: «Το να σε λέει “τέρας” ένας Πρόεδρος είναι τρομακτικό»

Ο νεαρός συγγραφέας που έκανε αίσθηση με το πρώτο του μυθιστόρημα «Πέρα από τη συναίνεση» (εκδ. Πόλις) μιλά για την queer κουλτούρα στα χρόνια του Tραμπ και για το πώς συμφιλιώνεται κανείς με τον ομοερωτικό σεξουαλικό του προσανατολισμό σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
«Εξομολόγηση και μαθητεία»

Long Stories / «Εξομολόγηση και μαθητεία»

Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος υπήρξε στενός φίλος του Μένη Κουμανταρέα από το 1978 μέχρι το 2014, που ο σημαντικός Έλληνας συγγραφέας δολοφονήθηκε. Σε αυτό το διάστημα αντάλλαξαν επιστολές, «ένα δούναι και λαβείν ανάμεσα σε δυο ψυχές, ένα γραμμένο από την ίδια τη ζωή επιστολογραφικό μυθιστόρημα», που ετοιμάστηκαν για να κυκλοφορήσουν, η έκδοσή τους όμως έχει «παγώσει». Δημοσιεύουμε τον πρόλογο που ο Β. Ραπτόπουλος ετοίμασε για αυτόν τον τόμο, υπό μορφή μιας τελευταίας άτυπης επιστολής, όπως λέει ο ίδιος.
ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΡΑΠΤΟΠΟΥΛΟΣ
Τι κοινό έχουν ο Μπάρακ Ομπάμα και η Ντούα Λίπα;

The Review / Ας μιλήσουμε για το βιβλίο που ενθουσίασε τη Ντούα Λίπα και τον Μπάρακ Ομπάμα

Διάβασαν και προώθησαν και οι δυο το μυθιστόρημα «Σάρκα» του Ουγγροβρετανού Ντέιβιντ Σόλοϊ, που κέρδισε το βραβείο Booker του 2025 και θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός. H Βένα Γεωργακοπούλου συζητά γι’ αυτό με τον σκηνοθέτη Λευτέρη Χαρίτο, πρόεδρο της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Γιάννης Παλαβός

Οι Αθηναίοι / Γιάννης Παλαβός: «Τα βιβλιοπωλεία είναι γεμάτα μέτρια ή κακά βιβλία»

Μεγάλωσε σ’ ένα γυναικείο περιβάλλον και βρήκε καταφύγιο στην παιδική βιβλιοθήκη του χωριού του. Δεν ένιωσε ποτέ πραγματικά Αθηναίος και τον ενοχλεί ο διάχυτος εγωισμός των social media. Aκόμη και σήμερα αρκετοί πιστεύουν πως το «Παλαβός» είναι ψευδώνυμο. Ο βραβευμένος συγγραφέας αφηγείται τη ζωή του στη LiFO.
M. HULOT
Έχουν, αλήθεια, νόημα οι επανεκδόσεις βιβλίων;

Βιβλίο / Έχουν νόημα οι επανεκδόσεις;

Η εκ νέου κυκλοφορία ξένων τίτλων φέρνει στο προσκήνιο κλασικά έργα, αλλά θέτει και το εξής ερώτημα: χρειαζόμαστε επετειακές εκδόσεις βιβλίων όπως η «Λίγη Ζωή» της Γιαναγκιχάρα, που μοιάζει να αφορά την εποχή που γράφτηκε;
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Το πίσω ράφι/ Άρια Σαϊονμάα: «Μια νέα γυναίκα αποκαλύπτεται»

Το πίσω ράφι / «Μίκη, ήσουν και είσαι ο πιο σημαντικός μέντορας»

Το αυτοβιογραφικό αφήγημα της Άρια Σαγιονμάα «Μια νέα γυναίκα αποκαλύπτεται» σφραγίζει η πληθωρική προσωπικότητα του Θεοδωράκη, καθώς ανασυστήνεται η πολιτικοποιημένη ατμόσφαιρα των ’70s.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Άλαν Χόλινγκχερστ: «Στην queer λογοτεχνία, κάτι από εκείνη την παλιά οργή θα επιστρέψει»

Βιβλίο / Άλαν Χόλινγκχερστ: «Η παλιά οργή θα επιστρέψει στην queer λογοτεχνία»

Με αφορμή την ελληνική έκδοση της «Υπόθεσης Σπάρσολτ» ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Βρετανούς συγγραφείς μιλάει στη LiFO για την εξέλιξη της queer λογοτεχνίας, τη μετατόπιση του δημόσιου λόγου γύρω από την ταυτότητα και τα δικαιώματα, αλλά και για τον τρόπο γραφής του σήμερα.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Πουλάει ο κομμουνισμός σήμερα;

The Review / Πουλάει ο κομμουνισμός σήμερα;

Ο Βασίλης Γκουρογιάννης γράφει το μυθιστόρημα «Τα κιάλια του Βασίλι Τσουικόφ» που δίνει τον λόγο σε έναν δογματικό και βαθιά τραυματισμένο κομμουνιστή δικηγόρο, ο οποίος πολιορκεί τα γραφεία του ΚΚΕ απαιτώντας δικαίωση. Η Βένα Γεωργακοπούλου μιλά με τη μεταφράστρια και συγγραφέα Κατερίνα Σχινά για το βιβλίο.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ