Η καταγωγή του πνεύματος

Η καταγωγή του πνεύματος Facebook Twitter
0

Δεν έχουμε την πρόθεση να συνοψίσουμε το έξοχο βιβλίο της Καζανοβά, που ασφαλώς θα αποβεί σημείο αναφοράς για την ντόπια κριτική, πλην όμως μπορούμε να εκθέσουμε κάποιες απο τις αρχές της. Μαθήτρια του Πιερ Μπουρντιέ και των «μεγάλων διαρκειών» της σχολής των Ανάλ και του Μπρωντέλ, η συγγραφέας αρχίζει την ανάλυσή της με τη βαλερική ιδέα της λογοτεχνίας ως χρηματιστηρίου. Υπάρχει μια αξία που ονομάζεται «πνεύμα», όπως και μια αξία που ονομάζεται πετρέλαιο, σιτάρι ή χρυσός. Κατά τον Γκαίτε υφίσταται ένα εμπόριο ιδεών μεταξύ των λαών και μια οικουμενική αγορά παγκόσμιων συναλλαγών. Ωστόσο, ενώ το χρήμα κυκλοφορεί χωρίς να μεταφράζεται, το πνεύμα -πάντα προϊόν κάποιας γλώσσας- έχει τόπο καταγωγής, ακλόνητη ιδιομορφία και στεγάζεται φυσικά σε κάποια πρωτεύουσα.

Το πρώτο μέρος του βιβλίου αφιερώνεται -πώς αλλιώς;- στο Παρίσι, την πόλη του πνεύματος και της λογοτεχνίας, σε αντιδιαστολή προς το Λονδίνο και το γερμανικό πνεύμα. Εφόσον γράφει στη γαλλική γλώσσα, η Καζανοβά (χωρίς να το αναφέρει) θα πρέπει να παίξει το παιχνίδι του μάρτυρα υπερασπίσεως της γαλλικής που, από λίνγκουα φράνκα κατά τον 19ο αιώνα, σήμερα έχασε τη μάχη από την αγγλική. Όντως, οι σελίδες για το Παρίσι είναι συγκινητικές, καθότι αποδίδουν ένα μεγαλείο που χάνει στροφές προϊόντος του χρόνου. Για να επινοηθεί η λογοτεχνία, θα πρέπει η γαλλική να αποσπαστεί από τη λατινική, και βέβαια από την Εκκλησία. Το συμπέρασμα είναι σαρωτικό: ο διεθνής χώρος της λογοτεχνίας δημιουργήθηκε τον 16ο αιώνα. Ανάλογη πορεία ακολούθησε και η γαλλική, που καθιερώθηκε ως λογοτεχνικό πιστοποιητικό με οικουμενική εμβέλεια. Ο Χλέμπνικοφ, επειδή ακριβώς ήταν Ρώσος, συνέλαβε την ανισότητα του λογοτεχνικού εμπορίου: οι γλώσσες υπηρετούν την υπόθεση της εχθρότητας (στις λεκτικές αγορές), επιδιώκουν την ηγεμονία, με άλλα λόγια διεξάγουν «αόρατους πολέμους». Άρα, η κυριαρχία της γαλλικής καθιστά το Παρίσι πατρίδα της λογοτεχνίας, όπου όλοι -ντόπιοι και ξένοι- ανασαίνουν «το άρωμα της επίγειας ευτυχίας».

Χωρίς καμιά υπερβολή, η εδραίωση της λογοτεχνίας συνεπάγεται τα αναγκαία πολιτικά συμπαρομαρτούντα. Για παράδειγμα, ο γερμανικός εθνικισμός ήταν παράγωγο του πολιτικού ανταγωνισμού με τη Γαλλία, ο πνευματικός πολιτισμός της οποίας κυριαρχούσε στην Ευρώπη. Ταπεινωμένοι και ηττημένοι (όπως γράφει ο Μπερλίν), οι Γερμανοί αντέδρασαν βίαια αρνούμενοι την υποτιθέμενη κατωτερότητά τους. Θα προηγηθεί η μετάφραση της Βίβλου από τον Λούθηρο σε γερμανική γλώσσα, που θα επιτρέψει την άνθιση των «χυδαίων γλωσσών», ήτοι της λαϊκής γλώσσας. Όπου υιοθετήθηκε ο λουθηρανισμός ή άλλες μορφές λατρείας της Μεταρρύθμισης, οι «χυδαίες γλώσσες» συνδέθηκαν με την ανάπτυξη κρατικών δομών. Σημειωτέον ότι οι μόνοι «μοντέρνοι» ποιητές που κατάφεραν να επιβληθούν στην Ευρώπη, γράφοντας σε χυδαία γλώσσα, ήταν οι τρεις ποιητές της Τοσκάνης: Δάντης, Πετράρχης και Βοκάκιος.

Η νεοπαγής γαλλική επιβάλλεται ολοκληρωτικά, τόσο στη Γαλλία όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Εφόσον κατατρόπωσε τη Λατινική, η Γαλλική γίνεται η γλώσσα της διπλωματίας, των διεθνών εγγράφων, αποβαίνει δεύτερη μητρική γλώσσα στους αριστοκρατικούς κύκλους Γερμανίας και Ρωσίας. Κατά τον 18ο αιώνα επιβάλλεται στα πριγκιπάτα και σε συγγραφείς όπως οι Γκριμ και Χόλμπαχ, οι Ιταλοί Γκαλλιάνι και Καζανόβα κ.λπ. Το αποτέλεσμα είναι ότι η Γαλλική θεμελιώνει μια νέα ευρωπαϊκή τάξη, «μια λαϊκή διεθνή τάξη». Πρόκειται για αυτονόμηση του ευρωπαϊκού χώρου, που διέφυγε από την τυραννία της Εκκλησίας και κατά τον 18ο και 19ο αιώνα θα απεξαρτηθούν από τον βασιλιά και την εθνική υπόθεση. Συνεπώς, δεν ξαφνιάζει η ιταμή στάση του Χέρντερ που υιοθετεί αντιγαλλικές θέσεις, υψώνοντας το λάβαρο των εθνικών γερμανικών ιδεών.

Ωστόσο, πέρα από την ηγεμονία του Παρισιού, υπάρχει και ζει ο υπόλοιπος κόσμος. Επειδή ακριβώς το Παρίσι ήταν, θα λέγαμε, ο «λογοτεχνικός μεσημβρινός του Γκρήνουιτς», καθότι αυτό όριζε τον χρόνο και την επικαιρότητα των έργων, η περιφέρεια βογγούσε και απελπιζόταν, στην πραγματικότητα ντρεπόταν για την άσημη γλώσσα της, οι συγγραφείς ένιωθαν ανύπαρκτοι απέναντι στην αυτοκρατορία του Παρισιού. Η ομολογία του Οκτάβιου Παζ είναι αποκαλυπτική: «Άνθρωποι της περιφέρειας, κάτοικοι προαστίων της ιστορίας, εμείς οι Λατινοαμερικάνοι είμαστε οι απρόσκλητοι συνδαιτυμόνες, που χώθηκαν από την πίσω πόρτα της Δύσης, οι ανεπιθύμητοι που φτάνουν στο θέατρο της νεωτερικότητας όταν τα φώτα είναι έτοιμα να σβήσουν - φτάνουμε καθυστερημένοι παντού, γεννιόμαστε όταν είναι ήδη αργά στην Ιστορία, δεν έχουμε παρελθόν, ή ακόμα κι αν έχουμε, έχουμε φτύσει τα υπολείμματά του». Κυριολεκτικά, ο παρίας συγγραφέας που μιλάει και γράφει μια γλώσσα για κάποιον περιθωριοποιημένο λαό νιώθει ότι ζει σε έναν πλασματικό χρόνο, ότι του κάνουν έξωση από τον παρόντα χρόνο αλλά και από τον ίδιο τον παρόντα χώρο. Ο αληθινός χρόνος, αντίθετα, ήταν αυτός που βίωναν οι εκλεκτοί: Άγγλοι, Γάλλοι, Γερμανοί και, βέβαια, ο εκλεκτός χρόνος της Νέας Υόρκης, του Παρισιού και του Λονδίνου! Η κατακλείδα είναι υποβλητική: «Το πραγματικό παρόν δεν κατοικούσε στις χώρες μας».

Το χάσμα ανάμεσα στην επαρχία και την πρωτεύουσα, τηρουμένων των αναλογιών, ισχύει βέβαια και για τον δικό μας τόπο και το οιοδήποτε νεοελληνικό παρόν. Παρότι ουδείς νεοέλλην συγγραφέας αναφέρεται στο βιβλίο, μπορούμε να θυμηθούμε τα παραδείγματα του Αξελού, του Καστοριάδη και του Παπαϊωάννου, του Σεφέρη και βέβαια του Καζαντζάκη. Αναχωρώντας από την εμφυλιακή Ελλάδα, οι τρεις θεωρητικοί γράφουν στη Γαλλική, διδάσκουν στα γαλλικά πανεπιστήμια, δημιουργούν έργο χωρίς να κρύβουν την απάρνηση της φυσικής τους πατρίδας. Δεν πρόκειται για απλό ελιτισμό ή για προδοσία της γενέτειρας, αλλά για προσπάθεια να υπάρξουν στον «πραγματικό» χώρο και χρόνο του πνεύματος. Αυτό συνεπάγεται απόσταση από τον παλαιό εαυτό τους κατά πρώτο λόγο, απο την κατάσταση της χώρας, από το επίπεδο του ντόπιου πολιτισμού και βέβαια από την ίδια τη νεοελληνική γλώσσα που δεν αποδίδει τα δέοντα. Χωρίς υπερβολή, ήθελαν να γλιτώσουν από το ιστορικό ναυάγιο. Αντίθετα, οι δύο λογοτέχνες -θύματα κι αυτοί του ψευδούς παρόντος  της περιφέρειας- κατάφεραν, με τον τρόπο του ο καθένας, να παραμείνουν στα πάτρια, διεθνοποιώντας την παρουσία τους.

Αυτό το δράμα, ανθρώπων δηλαδή που γύρισαν κυριολεκτικά το μέσα έξω και πήραν όρκο κατά του εαυτού τους, κατά της γλώσσας και της πατρίδας τους, ενσαρκώνεται στις γνωστές περιπτώσεις του Μπέκετ και του Σιοράν, του Κάφκα και του Μισώ, στις οποίες -ως τέκνα κι εμείς της περιφέρειας- μπορούμε να επιμείνουμε για ευνόητους λόγους.  

Ο Ανρί Μισώ, Βέλγος και Βαλλόνος, άρα κοντινός στη Γαλλία και στη γαλλική που τη μιλάει με «προφορά», αισθάνεται την ανάγκη να βρει τον εαυτό του και να γίνει «ίδιος», πρόθεση που τον εξωθεί σε απίθανους αυτοβασανισμούς: θέλει να εξαλείψει την πατρίδα του, να κόψει κάθε δεσμό με την ἁατιμωτική του καταγωγή. «Εζησα», γράφει, «ενάντια στον πατέρα μου και ενάντια στη μητέρα μου, και ενάντια στον παπού μου, στη γιαγιά μου, στους προπαππούδες μου - έπειδή δεν τους γνώριζα δεν μπόρεσα να πολεμήσω ενάντια στους πιο μακρινούς προγόνους μου».

Ακόμη πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι ο Σιοράν, που δήλωνε: «Η περηφάνια ενός ανθρώπου γεννημένου σε μια μικρή χώρα είναι πάντοτε πληγωμένη». Μικρή χώρα υποδηλώνει μικρό εαυτό; Ο Σιοράν βιώνει τη φασιστική νεότητά του, ομολογεί ότι ήθελε ν’ αναδυθεί στην επιφάνεια της Ιστορίας, γράφει φασιστικά και αντισημιτικά κείμενα, απελπίζεται για τη «ρουμανικότητά» του, κι όταν επιστρέφει από τη Γερμανία στη Γαλλία αρνείται την εθνική του γλώσσα, υιοθετεί τη γαλλική και ζει στο Παρίσι ξένος και ενδεής (*τον βλέπαμε, τη δεκαετία του ’70, στο μουσουλμανικό φοιτητικό εστιατόριο, να τρώει με το κεφάλι κάτω. Η εμφάνισή του δεν διέφερε και πολύ από του κλοσάρ). Δεν είναι τυχαίο ότι συναναστρεφόταν τον Μισώ και έφερε τη «ρουμανικότητα» ως καταισχύνη...

Όσο για την περίπτωση του Κάφκα, ήταν πιο περίπλοκη και ασφαλώς πιο συναρπαστική. Πριν απ’ όλα, ένιωθε ότι γράφει σε μια γλώσσα κλεμμένη, καθότι η Γερμανική δεν ήταν μητρική του γλώσσα. Ενώ, λοιπόν, θεωρούσε τα γίντις μητρο-πατρική του γλώσσα, έγραφε στη Γερμανική, αγκυλωμένος σε μια σειρά αντιφάσεις του ανέφικτου: του να μη γράφει, του να γράφει στη Γερμανική, του να γράφει αλλιώς, καθώς και του να γράφει. Τυχαία μήπως έγραφε στο ημερολόγιό του ότι η λειψή αγάπη που τρέφει για τη μάνα του οφείλεται στο γεγονός ότι τον εμπόδιζε η γερμανική γλώσσα; Η λέξη Mutter είναι γελοία... Ολόκληρο το έργο του Κάφκα μπορεί να εκληφθεί ως «μεταφρασμένο» από μια γλώσσα στην οποία δεν μπορούσε να γράψει (τα γίντις) σε μια γλώσσα που δεν του ανήκε (τα γερμανικά).

To αντίθετο ίσχυσε για τους Ιρλανδούς συγγραφείς Τζόυς και Μπέκετ. Την ιεραρχία μεταξύ Λονδίνου και Δουβλίνου ο Τζόυς την ανέτρεψε θεαματικά, τονίζοντας ότι, εξεγειρόμενος κατά των αγγλικών συμβάσεων, εκπήγασε η ουσία του ταλέντου του. Η δήλωση είναι συνταρακτική: «Δεν γράφω στην αγγλική γλώσσα». Επίσης, δεν ακολούθησε τη λαϊκή νοοτροπία του κελτικού λυκόφωτος, προτίμησε την πόλη και την αστικότητα. Γι’ αυτό τον βλέπουμε να χειραφετείται από την εξουσία του Λονδίνου, καταφεύγοντας στο Παρίσι που απέβη «νέος, ισχυρός τόπος για τους Ιρλανδούς».

Η σχέση με τις πόλεις (Λονδίνο, Δουβλίνο, Παρίσι) δεν ήταν απλώς γεωγραφική. Σε κάθε εκπατρισμό οι συγγραφείς έψαχναν τη μούσα τους ή την αιτία της σιωπής τους. Ο Μπέκετ, για παράδειγμα, αν έφτασε σε πλήρη αποδέσμευση από τους εξωτερικούς καθορισμούς, το όφειλε στη μετακίνησή του από το Δουβλίνο στο Παρίσι. Υποταγμένος στις μορφικές επινοήσεις του Τζόυς, μονάχα στο Παρίσι θα κατορθώσει να βγει από τη σιωπή και να καταλήξει στην αποθέωση της λέξης. Ο μηδενιστικός απόηχος των κειμένων του, η καινοτόμα απελπισία, η αυτονόμηση του κειμένου από πάσα εξωτερικότητα, είναι ένα από τα ζωτικά παράδοξα της ιρλανδικής λογοτεχνικής Ιστορίας. Άρα, οι πόλεις αναδεικνύονται σε μούσες των συγγραφέων, σε απαγορευτικούς ή δημιουργικούς τόπους, όπου οι λογοτέχνες δόξαζαν ή ανέτρεπαν το περιβάλλον που δεν ηταν αμιγώς πληθυσμιακό ή πολιτιστικό.Περιττό να πούμε ότι η Παγκόσμια πολιτεία των γραμμάτων θυμίζει τις κοινωνικές επαναστάσεις: πάντα γίνονται στις πόλεις.        

Βιβλίο
0

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Η σπουδαιότητα του «Εφήβου» του Ντοστογιέφσκι

Βιβλίο / Η σπουδαιότητα του «Εφήβου» του Ντοστογιέφσκι

Εκδοτικό γεγονός της χρονιάς συνιστά η πολυαναμενόμενη έκδοση του «Εφήβου» των 800 σελίδων(!) του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, του πιο μοντέρνου και απελευθερωμένου ίσως έργου του. Μια πρώτη, αποκλειστική παρουσίαση του βιβλίου από τη LiFO.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
ΤΡΙΤΗ 24/05 - ΕΧΕΙ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΤΕΙ-Ο Σμηναγός Χ, ο Ωνάσης και η Ολυμπιακή

Βιβλία και Συγγραφείς / Ο πόλεμος Ωνάση, Νιάρχου και Γουλανδρή για τη δημιουργία της πρώτης αεροπορικής εταιρείας στην Ελλάδα

Ο Νίκος Μπακουνάκης συζητά με τον συγγραφέα και ερευνητή Αχιλλέα Χεκίμογλου, με αφορμή το βιβλίο του «Ο Ωνάσης και ο Σμηναγός Χ» που κυκλοφόρησε πρόσφατα.
ΝΙΚΟΣ ΜΠΑΚΟΥΝΑΚΗΣ
ΔΕΥΤΕΡΑ 22/05 - ΕΧΕΙ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΤΕΙ-Τι γυρεύει ο Λάκης Γαβαλάς στα παλιά του λημέρια, στον Κορυδαλλό;

The Review / Τι γυρεύει ο Λάκης Γαβαλάς στα παλιά του λημέρια, στον Κορυδαλλό;

Ο Χρήστος Παρίδης και ο δημοσιογράφος και θεατρικός συγγραφέας Γιάννης Κωνσταντινίδης συζητάνε για τη βιβλιοπαρουσίαση του αυτοβιογραφικού πονήματος «Λάκης Γαβαλάς Loaded» που έγινε στο Δημαρχείο Κορυδαλλού.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Μάριο Βάργκας Λιόσα

Το πίσω ράφι / «Το παλιοκόριτσο»: Το εξαιρετικό μυθιστόρημα του Περουβιανού Νομπελίστα Μάριο Βάργκας Λιόσα

O Μάριο Βάργκας Λιόσα αποτυπώνει την πρόσφατη ιστορία του Περού, αντιδιαστέλλοντάς την με την έκρηξη ιδεών και την επανάσταση των ηθών στη Δύση.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
 ΤΡΙΤΗ 17/05 - ΕΧΕΙ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΤΕΙ-Ο Διονύσιος Σολωμός χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια του

Βιβλία και Συγγραφείς / Ο Διονύσιος Σολωμός χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια του

Ο Νίκος Μπακουνάκης συζητά με την ιστορικό Κωνσταντίνα Ζάνου για το πώς η γεωπολιτική αλλάζει τους ανθρώπους αλλά και τις έννοιες, όπως η πατρίδα, το έθνος, η γλώσσα και τα σύνορα.
ΝΙΚΟΣ ΜΠΑΚΟΥΝΑΚΗΣ
Νιαζί Κιζιλγιουρέκ

European LiFO / Νιαζί Κιζιλγιουρέκ: «Η Κύπρος δεν είναι ούτε ελληνική ούτε τουρκική, είναι μια ανεξάρτητη κρατική οντότητα»

Ο πρώτος Τουρκοκύπριος ευρωβουλευτής της Κυπριακής Δημοκρατίας μιλά για όλα στη LiFO με αφορμή την κυκλοφορία του τελευταίου του βιβλίου «Μια ιστορία βίας και μνησικακίας – η γένεση και η εξέλιξη της εθνοτικής διένεξης στην Κύπρο» (εκδ. Heteroτοπία).
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
CHECK ΚΥΡΙΑΚΗ Η Φερνάντα Μελτσόρ, ένα βιβλίο ωμής βίας που προκαλεί ενθουσιώδεις αντιδράσεις σε όλη την υφήλιο και ένα μεθύσι στην Αθήνα

Βιβλίο / Φερνάντα Μελτσόρ: Η συγγραφέας του συγκλονιστικού βιβλίου «Η Εποχή των Τυφώνων» μιλά στη LiFO

Μία από τις σπουδαιότερες φωνές της νέας λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας (και υποψήφια για Μπούκερ 2022) σε μια συζήτηση κάτω από την Ακρόπολη για τη βία στο Μεξικό, τις γυναικοκτονίες (χωρίς τιμωρία) και τον φόβο του διαφορετικού σε μια πουριτανική κοινωνία ακραίας φτώχειας και διαφθοράς.
M. HULOT

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

THE GOOD LIFO ΔΗΜΟΦΙΛΗ