ΠΟΣΟ ΣΥΧΝΑ ΜΠΟΡΕΙ ένας συγγραφέας να σαρώσει το λογοτεχνικό στερέωμα με το «καλημέρα»; Στην περίπτωση του Όσιαν Βουόνγκ το στοίχημα κερδίζεται εξαρχής, με την πρώτη του κιόλας εμφάνιση, δείχνοντας τη σαφή ανάγκη του να σωματοποιήσει τη λογοτεχνία, μιλώντας για σημεία στίξης που μοιάζουν με έμβρυα, για φράσεις που κυνηγούν να βρουν την αλήθεια τους με την αγωνία που έχει ο κυνηγός για το θήραμα: «Πώς ονομάζεις το ζώο που, όταν βρει τον κυνηγό, προσφέρει τον εαυτό του για τροφή; Μάρτυρα; Κάτι αδύναμο; Όχι, ένα κτήνος είναι που αποκτά τη σπάνια ικανότητα να σταματά. Ναι, η τελεία στην πρόταση αυτή είναι που σε κάνει ανθρώπινο, σου τ' ορκίζομαι, μαμά. Μας επιτρέπει να σταματήσουμε προκειμένου να μπορέσουμε να συνεχίσουμε».

 

Και με αυτές τις σκόρπιες φράσεις, που μοιάζουν με ατάκτως ερριμμένα ανθρώπινα οστά από την Έρημη Χώρα του Έλιοτ ‒δεν είναι τυχαίο ότι ο Βουόνγκ τιμήθηκε με το βραβείο T.S.Eliot‒, τα οποία επανενώνονται σε ένα λογοτεχνικό σώμα, ο Αμερικανοβιετναμέζος συγγραφέας και ποιητής αποφασίζει να αφηγηθεί την προσωπική του ιστορία ως ένα ανεπίδοτο γράμμα που απευθύνει στη νεκρή από καρκίνο μητέρα του ‒ μια συντριπτική κατ' ουσίαν εξομολόγηση του γεννημένου σε έναν ορυζώνα στο Βιετνάμ αγοριού από μια αποδεκατισμένη οικογένεια: από μια γιαγιά με το όνομα του κρίνου, που δούλευε ως πόρνη με Αμερικανούς φαντάρους, και μια μητέρα με το όνομα του ρόδου, που προσπαθούσε να επιβιώσει, βρίσκοντας καταφύγιο στη μακρινή Αμερική.

 

Το σίγουρο είναι ότι η άγρια, βίαιη, σαρωτική ομορφιά του λόγου του Βουόνγκ απλώνεται σε ένα πολύπτυχο έργο του οποίου ο ένας πόλος βρίσκεται στην ποίηση και ο άλλος στο μυθιστόρημα. 


Όσο για τον μικρό Όσιαν, το αγόρι με το όνομα του ωκεανού, όντας μικροκαμωμένος και υπομένοντας αλλεπάλληλα μπούλινγκ, δεν κατάφερε να αρθρώσει τη γλώσσα της δεύτερης πατρίδας του, παρά όταν έκλεισε τα εννιά. Ομοφυλόφιλος σε μια αμερικανική επαρχία, όπου οι άνδρες έπαιζαν με όπλα και έλιωναν από το ποτό και τις ουσίες, προσποιούμενοι τους άτρωτους, κατάλαβε ότι φτιάχτηκε από μικρός για να διαφέρει: έδεσε τα τραύματά του με λέξεις, βρήκε καταφύγιο στη λογοτεχνία και μετέτρεψε την εκρηκτική βία σε ένα λαμπερό εκφραστικό πυροτέχνημα που μαγεύει τον αναγνώστη, βγάζοντάς τον από τη δική του φοβισμένη παγίδα.

 

Και αυτό ήταν ίσως το στοίχημα που κλήθηκε να ξανακερδίσει ο μικροκαμωμένος «Μικρός Σκύλος», όπως αποκαλούν τον Βουόνγκ στο αυτοβιογραφικό του μυθιστόρημα-ορθώνοντας το λογοτεχνικό του ανάστημα με όση δύναμη του είχε απομείνει. Ο καθηγητής του στο Πανεπιστήμιο του Μπρούκλιν, ποιητής Μπεν Λέρνερ δεν έλεγε τυχαία ότι «όλοι γύρω μας είχαμε αντιληφθεί το σπουδαίο αυτό ταλέντο, εκτός από τον ίδιο. Αμφιβάλλω αν είχε αντιληφθεί το ελάχιστο από την τεράστια αξία του».


Όμως, οι βιβλιοκριτικοί ούτε έκρυψαν τον εντυπωσιασμό τους ούτε φύλαξαν τα επαινετικά λόγια τους για τον άγνωστο έως τότε Αμερικανοβιετναμέζο: η σκληρή Μιτσίκο Κακουτάνι των «New York Times» έκανε λόγο για ένα σπάνιο φαινόμενο, ενώ η Τζία Τορεντίνο του «New Yorker» είπε ότι όταν διαβάζεις τον Όσιαν Βουόνγκ «έχεις την αίσθηση ότι βλέπεις μια καλλιτεχνική πράξη με αντοχή στον χρόνο ή ένα αργό, παράξενο μουσικό έργο, όπου τα κόκαλα γίνονται σονάτες».

 

Το σίγουρο είναι ότι η άγρια, βίαιη, σαρωτική ομορφιά του λόγου του Βουόνγκ απλώνεται σε ένα πολύπτυχο έργο του οποίου ο ένας πόλος βρίσκεται στην ποίηση και ο άλλος στο μυθιστόρημα: γι' αυτό και καλώς έπραξαν από τις εκδόσεις Gutenberg να κυκλοφορήσουν ταυτόχρονα τα άκρως αυτοβιογραφικά Στη Γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι, το μυθιστόρημά του που μεταφράζει με ακρίβεια η Έφη Φρυδά, και την ποιητική του συλλογή Νυχτερινός Ουρανός με τραύματα εξόδου, σε εξίσου εύστοχη μετάφραση του Δημήτρη Μαύρου.

 

Αν στην ποιητική συλλογή η ορμή του ωκεάνιου ρεύματος μοιάζει να παρασύρει τα πάντα, στο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα αυτές οι ορμητικές εικόνες επανατακτοποιούνται μέσα από τη μνήμη. Γνωρίζοντας καλά την αποσπασματική της δύναμη, ο συγγραφέας-ποιητής εσκεμμένα εστιάζει στη σωματοποιημένη αίσθηση, σε ό,τι έκανε την ανάμνηση να επανέρχεται με τέτοια δριμύτητα για να του θυμίσει αυτό το ανήλιαγο σκληρό περιβάλλον του Χάρτφορντ στο Κονέκτικατ, όπου μεγάλωσε, με τις βόλτες δίπλα στον ποταμό απ' όπου ξεβράζονταν νεκρά ψάρια και πτώματα, τον κοινοτικό κήπο με σκιάχτρα φτιαγμένα από κούκλες βιτρίνας από ένα φτηνομάγαζο γενικού εμπορείου, τα εγκαταλειμμένα πάρκινγκ, όπου οι φίλοι του σούταραν ηρωίνη, ακούγοντας τραγούδια του Νιλ Γιανγκ, τις ατελείωτες βόλτες με τα ποδήλατα σε ένα σκηνικό εγκατάλειψης και χάους.

 

Τίποτα εξωραϊστικό δεν υπάρχει στην αφήγηση του Βουόνγκ, αλλά και πάλι κάνει εντύπωση ο τρόπος που απλώνει τις μαγικές φράσεις σαν τη χρυσόσκονη πάνω από τα γεμάτα βενζίνη κατεστραμμένα περιβάλλοντα, η αδιανόητη τρυφερότητα με την οποία σκύβει πάνω απ' όλους αυτούς τους ακυρωμένους από τον μόχθο εργάτες, τους εξοντωμένους από τις ουσίες, παραμονεύοντας για το θαύμα:

 

«Ήταν και ο Νάτσο, που έχασε το δεξί του πόδι στον Πόλεμο του Κόλπου και που τα Σαββατοκύριακα τον έβρισκες να γλιστράει, ξαπλωμένος σε ένα σκέιτμπορντ, κάτω από ανυψωμένα με γρύλο αυτοκίνητα, στο συνεργείο Μέιμπολ όπου δούλευε. Εκεί απ' όπου κάποτε έβγαλε ένα πανέμορφο μωρό που είχε πλαντάξει στο κλάμα, κατακόκκινο από το πορτμπαγκάζ ενός Νισάν, όπου το είχαν παρατήσει πίσω από το μαγαζί κατά τη διάρκεια χιονοθύελλας. Πετώντας αστραπιαία τις πατερίτσες του, έκλεισε, με τα δυο του χέρια, το μωρό στην αγκαλιά του, ενώ ο άνεμος τον κρατούσε για πρώτη φορά ύστερα από χρόνια όρθιο, με το χιόνι να πέφτει ασταμάτητα: κι έπειτα εκείνος σηκώθηκε από χάμω τόσο λαμπρός που, για μια θολή σπλαχνική ώρα, οι πάντες στην πόλη ξέχασαν γιατί πάσχιζαν να ξεφύγουν αποκεί».


Ο ίδιος ο Βουόνγκ καταφέρνει, τελικά, να φύγει για τη Νέα Υόρκη, αφήνοντας πίσω του μια μητέρα που δούλευε ατελείωτες ώρες ως μανικιουρίστα και έναν μεγάλο έρωτα, τον Τρέβορ, με τον οποίο γνωρίστηκαν ενόσω εργάζονταν στα τοπικά καπνά, δοκιμάζοντας τσιγαριλίκια ανακατεμένα με θρυμματισμένη οξυκωδόνη, κάνοντας βόλτες με μια σεβρολέτ στο κόκκινο της σκουριάς, κρύβοντας το πάθος τους στο σαραβαλιασμένο τροχόσπιτο του αλκοολικού πατέρα του παράνομου εραστή του:

 

«Κι ήταν αυτό που ήθελα ‒ όχι μόνο το σώμα, όσο ποθητό κι αν ήταν, αλλά η επιθυμία του να αναπτυχθεί μέσα σ' αυτόν τον ίδιο κόσμο που απορρίπτει τη δίψα του. Κι έπειτα ήθελα περισσότερα, τη μυρωδιά, τη δόνησή του, τη γεύση από τηγανητές πατάτες και φιστικοβούτυρο κάτω από το βάλσαμο της γλώσσας του, το αλάτι γύρω από τον λαιμό του έπειτα από μια δίωρη οδήγηση στο πουθενά ή σ' ένα Burger King στην άλλη άκρη της κομητείας (...)».

 

Γνωρίζοντας καλά το εφήμερο του πράγματος, ο «Μικρός Σκύλος»-Βουόνγκ από πολύ νωρίς καταλαβαίνει ότι, σε αντίθεση με τον κατεστραμμένο ερωτά του, οφείλει να διατηρήσει άθικτο το βλέμμα που διασώζει τη φευγαλέα ομορφιά, η οποία λάμπει μέσα στη συντριπτική καταστροφή, όπως αυτή που μπορεί να κρύβει ένας φτηνός πίνακας με ροδάκινα στο διαλυμένο τροχόσπιτο, η παράξενη ουλή στον λαιμό του αγαπημένου ή ένα σούρουπο που μοιάζει με «μια λεπίδα μέλι ανάμεσα στις σκιές μας, που στραγγίζει», όπως γράφει σε έναν στίχο από τα ποιήματά του. Άλλωστε αυτό είναι το μόνο που διασώζεται και τον διασώζει, καθώς έχει ξεμπερδέψει πολύ γρήγορα με τις ψευδαισθήσεις για το αμερικανικό όνειρο ή την αμερικανική ταυτότητα, αφού «η αλήθεια είναι ένα έθνος υπό την επήρεια ναρκωτικών, κάτω από ντρόουνς».


Άλλωστε, σε ένα έθνος που πνίγεται σε λίτρα από κόκα-κόλα εκείνος και ο αγαπημένος του επιμένουν να πίνουν σπράιτ ‒ όχι ότι έχει διαφορά, αλλά είναι αυτή η επίμονη αντιστροφή του βλέμματος που επιμένει να βλέπει τα πράγματα αλλιώς, άσχετα από το αν αυτό δεν νικάει πάντα. «Η δυνατότητα αυτής της μετεξέλιξης, η οποία κάποτε με έκανε περήφανο που είμαι ο ομοφυλόφιλος κίτρινος πούστης που ήμουνα και είμαι, τώρα με προδίδει» γράφει όταν συνειδητοποιεί πως το αντεστραμμένο βλέμμα δεν τον βοήθησε να νικήσει τελικά τον θάνατο.

 

Όσο κι αν τον πρόδωσε, όμως, όσο κι αν ο θάνατος της μητέρας ενέσκηψε συντριπτικά στη ζωή του και αργότερα στις μνήμες του, όσο κι αν έκρυβε πυρωμένες φράσεις γεμάτες οργή και πόνο, βρήκε τον δικό του τρόπο για να δείξει ότι «στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι». Και να καταθέσει, με τη σειρά του, κάτι τόσο συντριπτικά ατόφιο, τόσο απέριττα ακέραιο, σαν το διαμάντι που ξεχωρίζει λάμποντας μέσα από τις λάσπες.

 

Έτσι, λοιπόν, πρέπει να γράφεται σήμερα η λογοτεχνία ή η ποίηση: με το σώμα, με τα ξέφτια που έχουν μείνει από έναν απομαγεμένο κόσμο, με τις λέξεις που γίνονται το όπλο που μας κάνει να αντέχουμε ακόμα την ίδια μας την ύπαρξη: «Η αλήθεια είναι ότι μπορούμε να αντέξουμε τη ζωή μας, όχι όμως και το δέρμα μας. Αλλά αυτό το ξέρετε ήδη».

 

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ Στη γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι ΕΔΩ και το «Νυχτερινός ουρανός με τραύματα εξόδου» ΕΔΩ

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.