Όταν η Ντίκινσον θυμίζει στις μεταφράσεις της Βάρναλη και Τσιφόρο

Γιατί δυστυχούν (τόσο) οι ξένοι ποιητές στις ελληνικές μεταφράσεις; Facebook Twitter
Αρτίρ Ρεμπό και Έμιλι Ντίκνσον έχουν ατυχήσει στις μεταφράσεις των ποιημάτων τους. Εικονογράφηση: bianka/LIFO
0


ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΝΑ αναφερθεί κανείς στο αμετάφραστο της ποίησης και στις σχετικές θεωρίες  για τους στίχους που χάνονται στη μετάφραση για να αντιληφθεί τη δυσκολία της μεταγραφής της ποίησης σε άλλη γλώσσα, αν και ο Τζορτζ Στάινερ επέμενε στο Μετά τη Βαβέλ ότι είναι αυτές ακριβώς οι αστοχίες που φωτίζουν ακόμα περισσότερο τους διαφορετικούς σκοπούς του ποιητή. Πολύ εύστοχα ο Μπόρχες, στις περίφημες διαλέξεις του στο Χάρβαρντ, είχε μιλήσει για το ναρκοπέδιο που απλώνεται κάτω από το χώμα όπου πατάει ο μεταφραστής αλλά και για τις προβληματικές αποδόσεις των ομηρικών στίχων στα αγγλικά, επιμένοντας στον υπαινιγμό και όχι στην κυριολεξία στην απόδοση.

Ωστόσο, αν στη λογοτεχνία είναι άπειρες οι ευτυχείς περιπτώσεις των αποδόσεων των πρωτοτύπων κειμένων στα ελληνικά, στην ποίηση οι περισσότεροι ποιητές έχουν τουλάχιστον δυστυχήσει, είτε λόγω της έντονης προσωπικής σφραγίδας που άφησαν με το επιβλητικό τους ύφος οι μεταφραστές τους είτε λόγω της εμμονής σε δικά τους γλωσσικά και θεωρητικά δεδομένα (ακόμα και η συζήτηση περί εκμοντερνισμού της γλώσσας παίζει εδώ σημαντικό ρόλο).

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των μεταφράσεων των ποιημάτων της Έμιλι Ντίκινσον, μιας ποιήτριας που έχει απασχολήσει κατά κόρον τους κριτικούς με το ιδιότυπο ύφος της, τον πρόωρο μοντερνισμό της και την ανάγκη της να εκφράσει τους δικούς της ταυτολογικούς κανόνες – ταυτόχρονα «εμερσόνεια και μη εμερσόνεια» την είχε αποκαλέσει ο Χάρολντ Μπλουμ, ο οποίος της έδωσε σημαίνουσα θέση στον κανόνα του.

Η λεπτή γυναικεία ειρωνεία τύπου Κόλεριτζ που υιοθετεί η Ντίκινσον στα ποιήματά της να ακούγεται στα ελληνικά, στην καλύτερη περίπτωση, σαν τους «Μοιραίους» του Βάρναλη και στη χειρότερη σαν σκωπτικά κομμάτια κωμωδίας του Τσιφόρου

Δυστυχώς, η γυναίκα που τόλμησε να υψώσει το γεμάτο όπλο της απέναντι στον Θεό –«My Life had stood a loaded gun»– και να τον απειλήσει ότι θα ζήσει περισσότερο από αυτόν, που έβλεπε κάθε στιγμή του φωτός να διαπερνάει τους απέριττους στίχους της και ούρλιαζε πιο δυνατά από τη σιωπή, δεν κατάφερε να περιδιαβεί το πνευματικό κόσμο της Ελλάδας με αυτά ακριβώς τα όπλα. Αν εξαιρέσεις κάποιες μεταφραστικές απόπειρες του Διονύση Καψάλη, εμπνευσμένες από τις παραπομπές του Χάρολντ Μπλουμ στον Δυτικό Κανόνα και πιο κοντά στο σαιξπηρικό ύφος, τις πιο πρόσφατες του Χάρη Βλαβιανού (160 ποιήματα από τις εκδόσεις Πατάκη) και τον μεγάλο τόμο 44 ποιήματα και 3 γράμματα από τον Ερρίκου Σοφρά και τις εκδόσεις Το Ροδακιό, που δείχνει να είναι πιο κοντά στο πνεύμα της σπουδαίας Αμερικανίδας ποιήτριας, οι υπόλοιπες αποδόσεις παραμένουν άκρως προβληματικές.

Γιατί δυστυχούν (τόσο) οι ξένοι ποιητές στις ελληνικές μεταφράσεις; Facebook Twitter
Δυστυχώς, η γυναίκα που τόλμησε να υψώσει το γεμάτο όπλο της απέναντι στον Θεό –«My Life had stood a loaded gun»– και να τον απειλήσει ότι θα ζήσει περισσότερο από αυτόν, που έβλεπε κάθε στιγμή του φωτός να διαπερνάει τους απέριττους στίχους της και ούρλιαζε πιο δυνατά από τη σιωπή, δεν κατάφερε να περιδιαβεί το πνευματικό κόσμο της Ελλάδας με αυτά ακριβώς τα όπλα.

Απόδειξη η πρόσφατη έκδοση με ποιήματα της Έμιλι Ντίκινσον από τις εκδόσεις Κίχλη σε εκλογή(!), προλεγόμενα και μετάφραση Κώστα Κουτσουρέλη, ένα εγχείρημα που ίσως να είναι πολύ πιο φιλόδοξο και σίγουρο για τις μεταφραστικές επιλογές του απ’ ό,τι οι αμφίθυμες, αντιφατικές και γοητευτικά αβέβαιες ποιητικές επιλογές της ακαταπόνητης «παρθένας ερημίτισσας» (με τα 1.800 ποιήματά της να προκαλούν ακόμα αντιδικίες ανάμεσα τους κριτικούς όλου του κόσμου).

Η Αιμιλία, όπως την αποκαλεί χαρακτηριστικά ο έμπειρος, κατά τα άλλα, και με στιβαρή γλωσσική σκευή Κώστας Κουτσουρέλης, εμφανίζεται, μέσα από τη δική του απόδοση, παραπάνω κυριολεκτική από όσο επιτάσσει το αφαιρετικό, εξπρεσιονιστικό ύφος της και μάλλον πολύ πιο «γνωμοδιδακτική» από όσο η ίδια θα ήθελε. Και ενώ ο ίδιος ο μεταφραστής με ευστοχία λέει στα προλεγόμενά του ότι «οι στίχοι της Ντίκινσον είναι ένα διαρκές ανάκρουσμα οριακών συναισθημάτων, μια ακρίβεια πάνω στο δίκοπο ξυράφι της συντριβής και της ευδαιμονίας», η αποστράγγισή τους από κάθε ένταση στην απόδοση καταργεί εντελώς οποιαδήποτε τέτοια οπτική.

Γιατί τι σχέση μπορεί να έχει το ανατρεπτικά διονυσιακό και τολμηρό
«I taste a liquor never brewed - I taste a liquor never brewed - From Tankards scooped in Pearl - Not all the Frankfort Berries / Yield such an Alcohol! Inebriate of air-am I-And Debauchee of Dew-Reeling-thro-endless summer days-From inns of molten Blue- When “Landlords” turn the drunken Bee / Out of the Foxglove’s door-When Butterflies-renounce their “drams” I shall but drink the more!»
με την ελληνική απόδοση
«Πίνω έν’ανήκουστο ποτό / σε κούπα από σεντέφι-δεν βγάζει η Έσση σαν αυτό  /μούρα όσο κι αν έχει! Μες στο γλαυκό το καπηλειό / του ανέμου εγώ βακχεύω,/ στ’άσωτο θέρος σκουντουφλώ,/ πλάι στη δροσιά αλητεύω / Σαν θα πετάει ο κάπελας / έξω αργά ένα βράδυ / τη μεθυσμένη μέλισσα / στης πίκρας το λιβάδι / και το γυαλί θα παρατούν / οι πεταλούδες κάτω,/ εγώ το ποτηράκι μου / θ’αδειάζω άσπρο πάτο!».

dickinson
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ: Έμιλι Ντίκινσον, Ποιήματα, Μτφρ,: Κώστας Κουτσουρέλης, εκδόσεις Κίχλη

Εκτός από τις προφανείς παρερμηνείες, άκρως προβληματική είναι, εν προκειμένω, η απόδοση του ύφους που κάνει τη λεπτή γυναικεία ειρωνεία τύπου Κόλεριτζ που υιοθετεί η Ντίκινσον στα ποιήματά της να ακούγεται στα ελληνικά, στην καλύτερη περίπτωση, σαν τους «Μοιραίους» του Βάρναλη και στη χειρότερη σαν σκωπτικά κομμάτια κωμωδίας του Τσιφόρου. Επιπλέον, δεν γίνεται αντιληπτό γιατί το 2023 άνθρωποι εγνωσμένης γλωσσικής ικανότητας να εμμένουν σε μια απαρχαιωμένη δημοτικίζουσα ή μαλλιαρή γλώσσα, επιλέγοντας λέξεις όπως «φυσομάνημα», «αυθέντης»(!) ή «έχθρισσα».

Με εξαίρεση κάποιες εξαιρετικές αποδόσεις όπως αυτή στο «Μια καρδιά αν σώσω από το ράγισμα», στο «Είναι ένας πόνος τόσο ακραίος» και στο επιγραμματικό «Μια ώρα είν’ όλη η ζωή», τα περισσότερα ποιήματα στην ελληνική τους απόδοση κινούνται μεταξύ μιας αλλόκοτης βεβαιότητας που καταργεί όλες τις γοητευτικές εγγενείς αμφιβολίες και ενός βαρύγδουπου ύφους που καμία σχέση δεν έχει με την «ουράνια πληγή», όπως έλεγε ο Μπλουμ, και έκανε τα τραύματα της Ντίκινσον ακόμα πιο φωτεινά και άμεσα στους νέους αναγνώστες.

Χαρακτηριστικό είναι το απέριττο και τόσο υπαρξιακό της ποίημα «To see the summer sky», που είναι ίσως ο καλύτερος ορισμός που έχει δοθεί στην ποίηση, «To See the Summer Sky / Is Poetry, though never in a Book it lie-/ True Poems flee-», αποδίδεται ως εξής: «Μόνο στο θάλπος τ’ουρανού / μπορείς στ’αλήθεια να τους δεις-/ στους τόμους σου δεν θα τους βρεις,/ οι αληθινοί στίχοι πετούν» – μόνο που οι αληθινοί στίχοι δεν «πετούν» αλλά «δραπετεύουν», καθώς πρόκειται για εσφαλμένη μετάφραση από τα αγγλικά (fly=πετώ και flee=δραπετεύω, τρέπομαι σε φυγή). 

Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με το βιβλίο με ποιήματα του Αρτίρ Ρεμπό που μετέφρασε ο Βασίλης Πατσογιάννης για τις εκδόσεις Πλέθρον, όπου περιλαμβάνονται αποσπασματικά μερικά από τα πλέον γνωστά του τρομερού παιδιού της ποίησης, κυρίως αυτά που έγραψε σε παραδοσιακό στίχο.

rempo
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ: Αρτίρ Ρεμπό, Ποιήματα, Μτφρ.: ​​​Βασίλης Πατσογιάννης, εκδόσεις Πλέθρον

Από τη σαιξπηρική «Οφηλία» του, που ενέπνευσε τον Μπρεχτ και το υπαρξιακό «Κακό» μέχρι τον οντολογικά πολιτικό «Χορό των κρεμασμένων», το βλάσφημο «Είδωλο ή σονέτο της κωλοτρυπίδας» αλλά και το διάσημο «Μεθυσμένο Καράβι», η συλλογή αναλαμβάνει να ρίξει φως σε όλο το ποιητικό εύρος του σπουδαίου εφήβου που κράτησε ζωντανή μια φλόγα στο εσωτερικό της ποίησης που δεν έσβησε ποτέ. Αυτός ο βρομερός «voyou/voyant» (αλήτης και οραματιστής), όπως τον είχαν αποκαλέσει, που περιφερόταν στον κόσμο και την Πόλη του Φωτός ως μεγάλος ρέμπελος και ως μοιραίο θύμα, που εμπνεύστηκε από την Κομμούνα, για να αλλάξει γνώμη στη συνέχεια, που επέλεξε τη βρόμα ως μορφή αντίστασης, πλέκοντας τον ύμνο στις «Ξεψειρίστες», είναι ταυτόχρονα εκείνος που εγκατέλειψε τον τότε πολύ δημοφιλή αλεξανδρινό στίχο χάριν ενός ιδιότυπου μοντερνισμού.

Ταυτόχρονα, εγκαινίασε τη Νέα Ποίηση που έπρεπε πλέον να βιώνεται με τη σάρκα και να γράφεται με το αίμα σε μια γλώσσα πολύ πιο ανατρεπτική και βλάσφημη απ’ ό,τι είχε δει η ποίηση ως τότε – και θα δει στο μέλλον.

Ως εκ τούτου, δεν είναι κατανοητό πώς ένα ποίημα όπως το άκρως αισθαντικό «Sensation», που καθιέρωσε τις λεγόμενες «μπλε» ώρες της ημέρας, που μαζεύονται οι πότες στα καμπαρέ, και την αποθέωση του πλάνητα με ένα άμεσο, αδιαμεσολάβητο ύφος (Par les soirs bleus d’été, j’irai dans les sentiers / Picoté par les blés, fouler l’herbe menue:/ Rêveur, j’en sentirai la fraîcheur à mes pieds / Je laisserai le vent baigner ma tête nue / Je ne parlerai pas, je ne penserai rien:/ Mais l’amour infini me montera dans l’âme / Et j’irai loin, bien loin, comme un bohémien / Par la Nature, – heureux comme avec une femme») αποδίδεται στα ελληνικά ως ένα βαρύγδουπο ρομαντικό παραλήρημα με δημοτικίζοντες νεολογισμούς: «Θα βγω στα μονοπάτια ένα γαλάζιο βράδυ θερινό, στάχυα θα με τσιμπάνε και το νιο χορτάρι θα πατώ,/ και τη δροσιά στα πόδια μου, ονειρόβιος, θα νιώσω / Καμιά κουβέντα δεν θα κάνω και κανένα στοχασμό:/ Μα στην ψυχή θα ανέβει ο έρωτας χωρίς τελειωμό,/ μακριά, σαν τον αλήτη, έως τα πέρατα του δρόμου / μέσα απ’ τη Φύση, θηλυκό σαν να είχα στο πλευρό μου».

Αντίστοιχες δημοτικίζουσες αποδόσεις τύπου «πυρήνας τρυφεράδας», «δριμιά αύρα», «αέρας σαματατζής» βρίσκουμε, όμως, και στα υπόλοιπα ποιήματα. Εν ολίγοις, δεν μπορεί η δεινότητα μιας κοφτερής ποίησης, όπως αυτή του Ρεμπώ, να υπόκειται στους κανόνες μιας ξεπερασμένης προφορικότητας και μιας αναχρονιστικής λόγιας παράδοσης και ταυτόχρονα η ασπαίρουσα ζωντάνια των στίχων του να χάνεται κάτω από τον αναγκαστικό εξωραϊσμό της ρίμας (κάτι που προφανώς ο Ρεμπό υπονόμευε από τα μέσα).

Κρατάμε τον άκρως ενδιαφέροντα και καλογραμμένο επίλογο του βιβλίου, όπως και τις κατατοπιστικές σημειώσεις, που έρχονται σε αντίθεση με πολλές από τις μεταφραστικές επιλογές του ουσιαστικού, όσον αφορά το περιεχόμενο, γνώστη της ποίησης του Ρεμπό, Βασίλη Πατσογιάννη.

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΜΙΛΙ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ ΕΔΩ

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΡΤΙΡ ΡΕΜΠΟ ΕΔΩ

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ευάρεστος Πιμπλής: «Το να σε λέει “τέρας” ένας Πρόεδρος είναι τρομακτικό»

Lifo Videos / Ευάρεστος Πιμπλής: «Το να σε λέει “τέρας” ένας Πρόεδρος είναι τρομακτικό»

Ο νεαρός συγγραφέας που έκανε αίσθηση με το πρώτο του μυθιστόρημα «Πέρα από τη συναίνεση» (εκδ. Πόλις) μιλά για την queer κουλτούρα στα χρόνια του Tραμπ και για το πώς συμφιλιώνεται κανείς με τον ομοερωτικό σεξουαλικό του προσανατολισμό σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
«Εξομολόγηση και μαθητεία»

Long Stories / «Εξομολόγηση και μαθητεία»

Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος υπήρξε στενός φίλος του Μένη Κουμανταρέα από το 1978 μέχρι το 2014, που ο σημαντικός Έλληνας συγγραφέας δολοφονήθηκε. Σε αυτό το διάστημα αντάλλαξαν επιστολές, «ένα δούναι και λαβείν ανάμεσα σε δυο ψυχές, ένα γραμμένο από την ίδια τη ζωή επιστολογραφικό μυθιστόρημα», που ετοιμάστηκαν για να κυκλοφορήσουν, η έκδοσή τους όμως έχει «παγώσει». Δημοσιεύουμε τον πρόλογο που ο Β. Ραπτόπουλος ετοίμασε για αυτόν τον τόμο, υπό μορφή μιας τελευταίας άτυπης επιστολής, όπως λέει ο ίδιος.
ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΡΑΠΤΟΠΟΥΛΟΣ
Τι κοινό έχουν ο Μπάρακ Ομπάμα και η Ντούα Λίπα;

The Review / Ας μιλήσουμε για το βιβλίο που ενθουσίασε τη Ντούα Λίπα και τον Μπάρακ Ομπάμα

Διάβασαν και προώθησαν και οι δυο το μυθιστόρημα «Σάρκα» του Ουγγροβρετανού Ντέιβιντ Σόλοϊ, που κέρδισε το βραβείο Booker του 2025 και θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός. H Βένα Γεωργακοπούλου συζητά γι’ αυτό με τον σκηνοθέτη Λευτέρη Χαρίτο, πρόεδρο της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Γιάννης Παλαβός

Οι Αθηναίοι / Γιάννης Παλαβός: «Τα βιβλιοπωλεία είναι γεμάτα μέτρια ή κακά βιβλία»

Μεγάλωσε σ’ ένα γυναικείο περιβάλλον και βρήκε καταφύγιο στην παιδική βιβλιοθήκη του χωριού του. Δεν ένιωσε ποτέ πραγματικά Αθηναίος και τον ενοχλεί ο διάχυτος εγωισμός των social media. Aκόμη και σήμερα αρκετοί πιστεύουν πως το «Παλαβός» είναι ψευδώνυμο. Ο βραβευμένος συγγραφέας αφηγείται τη ζωή του στη LiFO.
M. HULOT
Έχουν, αλήθεια, νόημα οι επανεκδόσεις βιβλίων;

Βιβλίο / Έχουν νόημα οι επανεκδόσεις;

Η εκ νέου κυκλοφορία ξένων τίτλων φέρνει στο προσκήνιο κλασικά έργα, αλλά θέτει και το εξής ερώτημα: χρειαζόμαστε επετειακές εκδόσεις βιβλίων όπως η «Λίγη Ζωή» της Γιαναγκιχάρα, που μοιάζει να αφορά την εποχή που γράφτηκε;
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Το πίσω ράφι/ Άρια Σαϊονμάα: «Μια νέα γυναίκα αποκαλύπτεται»

Το πίσω ράφι / «Μίκη, ήσουν και είσαι ο πιο σημαντικός μέντορας»

Το αυτοβιογραφικό αφήγημα της Άρια Σαγιονμάα «Μια νέα γυναίκα αποκαλύπτεται» σφραγίζει η πληθωρική προσωπικότητα του Θεοδωράκη, καθώς ανασυστήνεται η πολιτικοποιημένη ατμόσφαιρα των ’70s.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Άλαν Χόλινγκχερστ: «Στην queer λογοτεχνία, κάτι από εκείνη την παλιά οργή θα επιστρέψει»

Βιβλίο / Άλαν Χόλινγκχερστ: «Η παλιά οργή θα επιστρέψει στην queer λογοτεχνία»

Με αφορμή την ελληνική έκδοση της «Υπόθεσης Σπάρσολτ» ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Βρετανούς συγγραφείς μιλάει στη LiFO για την εξέλιξη της queer λογοτεχνίας, τη μετατόπιση του δημόσιου λόγου γύρω από την ταυτότητα και τα δικαιώματα, αλλά και για τον τρόπο γραφής του σήμερα.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Πουλάει ο κομμουνισμός σήμερα;

The Review / Πουλάει ο κομμουνισμός σήμερα;

Ο Βασίλης Γκουρογιάννης γράφει το μυθιστόρημα «Τα κιάλια του Βασίλι Τσουικόφ» που δίνει τον λόγο σε έναν δογματικό και βαθιά τραυματισμένο κομμουνιστή δικηγόρο, ο οποίος πολιορκεί τα γραφεία του ΚΚΕ απαιτώντας δικαίωση. Η Βένα Γεωργακοπούλου μιλά με τη μεταφράστρια και συγγραφέα Κατερίνα Σχινά για το βιβλίο.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Βασίλης Χατζηιακώβου: «Ευθύνονται και οι εκδότες για τη σαβούρα»

Βιβλίο / Βασίλης Χατζηιακώβου: «Ευθύνονται και οι εκδότες για τη σαβούρα»

Μια εκ βαθέων κουβέντα με τον συγγραφέα του αφηγήματος «Η δική μου Σόλωνος… και τρία σύννεφα στον ουρανό», ο οποίος υπήρξε και παραμένει σημείο αναφοράς στον χώρο του βιβλίου στην Ελλάδα.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Φάτμα Χασόνα: Η τελευταία φωτορεπόρτερ της Γάζας

Βιβλίο / Φάτμα Χασόνα: Η τελευταία φωτορεπόρτερ της Γάζας

Η απίστευτη ιστορία της νεαρής Παλαιστίνιας φωτορεπόρτερ που πρόλαβε να πρωταγωνιστήσει σε ντοκιμαντέρ και να τραβήξει την προσοχή με τις φωτογραφίες της προτού πέσει νεκρή από τους ισραηλινούς πυραύλους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ