Η είδηση ότι ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης συγκαταλέγεται στους συγγραφείς που διεκδικούν φέτος το σημαντικό βραβείο «Independent Foreign Fiction Prize» που απονέμει το βρετανικό Arts Council είναι οπωσδήποτε ευχάριστη. Αυτή τη φορά δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ο Χατζηγιαννίδης ανακαλύφθηκε από τους Βρετανούς. Η αξία του πρώτου μυθιστορήματός του Οι Τέσσερις Τοίχοι («Το Ροδακιό»), με το οποίο διεκδικεί και το βρετανικό βραβείο, έχει αναγνωριστεί και στην Ελλάδα. Όχι μόνο με καλές κριτικές, αλλά και με το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου του περιοδικού «Διαβάζω» το 2001. Στους Τέσσερις Τοίχους ο συγγραφέας αποκαλύπτει μια σαγηνευτική, μυστηριώδη περιπέτεια σ’ ένα φανταστικό νησί, όπου ένα αλλόκοτο ζευγάρι παρασκευάζει το ωραιότερο μέλι του κόσμου.

Είστε συνυποψήφιος με σημαντικούς συγγραφείς, τον νομπελίστα Ζοζέ Σαραμάγκου, τον βραβευμένο με «διεθνές Booker» Ισμαήλ Κανταρέ, τον Νικολό Αμανίτι…
Το ότι είμαστε συνυποψήφιοι δεν σημαίνει αυτομάτως ότι έχουμε την ίδια αξία. Είναι σαν να έχεις βρεθεί σ’ ένα πάρτι και να πεις μετά «είμαι φίλος με τον πρωθυπουργό» επειδή συνυπήρξατε στο πάρτι…

Γιατί ξεχώρισε το βιβλίο σας εκτός συνόρων;
Δεν είναι σίγουρα ένα βιβλίο που μυρίζει Ελλάδα, δεν έχει ένα έντονο στοιχείο φολκλόρ. Εκτυλίσσεται βέβαια σ’ ένα ελληνικό νησί, αλλά δεν χρωματίζεται τόσο ο τόπος. Δεν είχα στο μυαλό μου, άλλωστε, ένα συγκεκριμένο νησί. Όταν δεν είναι πολύ συγκεκριμένος ο τόπος, ο αναγνώστης έχει τη δυνατότητα να αναπλάσει το τοπίο. Να πούμε όμως ότι η αγγλική είναι μια γλώσσα και μια λογοτεχνία κυρίαρχη – και λόγω γλώσσας και λόγω συγγραφέων. Η αξία ενός βιβλίου δεν αλλάζει από μια υποψηφιότητα, από τη στιγμή που αυτό εκδόθηκε το 2001 στα ελληνικά. Υπάρχει βέβαια η χαρά ότι αναγνωρίζεται η αξία του.

Πόσο έχει επηρεάσει τη γραφή σας το γεγονός ότι προέρχεστε από το χώρο του θεάτρου;
Ίσως στον τρόπο που προσπαθώ να μπω στην ψυχή ενός ήρωα· κάνω δηλαδή συχνά ό,τι κάνει ένας ηθοποιός – προσπαθώ να πλάσω τον κόσμο ενός προσώπου, να βυθιστώ σ’ αυτόν και να τον κατανοήσω όπως ο ηθοποιός που προετοιμάζεται να ενσαρκώσει ένα ρόλο. Το ίδιο περίπου κάνει κι ένας συγγραφέας για να φτάσει στο σημείο να ξεδιαλύνει τη σχέση μεταξύ τους ή να αντιληφθεί τον τρόπο με τον οποίο αλληλοεπηρεάζονται οι χαρακτήρες.

Πώς θα περιγράφατε τους χαρακτήρες των βιβλίων σας;
Ίσως αυτό που έχουν κοινό όλοι είναι ότι είναι ανήσυχοι και περίεργοι. Αν ήταν ζωγραφισμένοι θα ήταν με αδρές γραμμές αχνά, φιγούρες που ένας ζωγράφος θα είχε ζωγραφίσει με απόλυτη λεπτομέρεια ένα κομμάτι του σώματός τους – το γόνατο, το χέρι ή το αυτί τους. Μια λεπτομερειακή δηλαδή εικόνα που να φωτίζει το σύνολο.

Το μέλι ως βασικό συστατικό του πειράματος των ηρώων σας στους Τέσσερις Τοίχους προσδίδει στην ιστορία αλληγορικές σημασίες…
Ένας προβληματισμός γύρω από αυτό το πείραμα με το μέλι ίσως μας οδηγεί στη σκέψη ότι, όταν καταφέρνουμε ύστερα από μεγάλη προσπάθεια να πετύχουμε κάτι που επιθυμούσαμε, όχι μόνο δεν οδηγούμαστε στην ευτυχία αλλά, αντιθέτως, στην αρχή μιας πτώσης. Αυτό συμβαίνει και στον ήρωα: από τη στιγμή που φτάνει στο επιθυμητό αποτέλεσμα, η ζωή του πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο. Όσο για την επιλογή του μελιού, θα έλεγα ότι είναι από τα λίγα προϊόντα που το καταναλώνουμε στη φυσική του μορφή, δεν χρειάζεται καμιά επεξεργασία. Είναι ένα ολοκληρωμένο προϊόν που μας το προσφέρει η φύση ατόφιο, καρπός μια δημιουργίας, αποτέλεσμα δουλειάς από τις μέλισσες.

Στην ιστορία σας παρεμβαίνει διακριτικά και ο άνθρωπος στη διαδικασία παραγωγής του μελιού…
Πιστεύω γενικότερα ότι, αν ο άνθρωπος παρακολουθήσει πώς λειτουργεί η φύση και υποταχτεί στους νόμους της χωρίς να προσπαθήσει να επιβάλει τους δικούς του, μπορεί να πλησιάσει το θαύμα. Συχνά, τη στιγμή που αισθάνεται νικητής με τη δημιουργία ενός φαρμάκου, διαπιστώνει ότι το επίτευγμά του μπορεί να έχει παρενέργειες, να υποσκάπτει μ’ έναν άλλο τρόπο την υγεία. Ο άνθρωπος διέπεται επίσης από τους νόμους της φύσης, αλλά στο πέρασμα των αιώνων μοιάζει να θέλει να απομακρυνθεί από αυτούς, εφευρίσκοντας τους δικούς του.

Στον Φιλοξενούμενο, το δεύτερο μυθιστόρημά σας, το πείραμα μετατοπίζεται στην παρατήρηση της ανθρώπινης ψυχής…
Ο προβληματισμός του δεύτερου βιβλίου είναι συμπτωματικά πολύ επίκαιρος, αν σκεφτούμε τη συζήτηση που γίνεται τις τελευταίες μέρες για τις κάμερες, και το ερώτημα πού τελειώνει η ιδιωτικότητα και πότε είναι θεμιτή η παρακολούθηση. Ακόμα κι αν κάποιος επιθυμεί να είναι εντελώς «διάφανος», να τον παρακολουθούν οι πάντες, θα πρέπει να υπάρχει ένα όριο προστασίας της ιδιωτικότητάς του. Όσο για μένα, θα έλεγα ότι είμαι άνθρωπος που με γοητεύουν τα μυστικά. Αυτό το ξεγύμνωμα της ιδιωτικότητας σαν γούστο, σαν αισθητική, δεν μου ταιριάζει. Μου αρέσουν οι άνθρωποι που είναι καλυμμένοι πίσω από δεκαπέντε πέπλα.

Οι κάμερες στο δρόμο θα σας ενοχλούσαν;
Δεν είμαι αρνητικός, δεν θεωρώ ότι καταπατείται επί της ουσίας η ελευθερία μας. Ένας άνθρωπος που περπατάει στο δρόμο ξέρει ότι, ακόμα κι όταν δεν υπάρχει μια κάμερα, πάρα πολλά ζευγάρια μάτια αγνώστων ανθρώπων θα τον δούνε. Θα μου άρεσε βέβαια να υπήρχαν τα ντόμινο της παλαιότερης εποχής, που, όταν κάποιος ήθελε να κυκλοφορήσει ανώνυμα, κάλυπτε το σώμα και το πρόσωπό του. Αντί να νοιαζόμαστε όμως για τις κάμερες που θα μας καταγράψουν στην οδό Ακαδημίας, θα έπρεπε να δείχνουμε μεγαλύτερη ευαισθησία στον τρόπο που διαχειρίζονται όσοι έχουν την εξουσία παγκοσμίως το άλλο μεγάλο μας σπίτι, τον πλανήτη. Νιώθω ότι εκεί είμαστε όλοι περισσότερο εφησυχασμένοι…

Ποιο θεωρείτε το μεγαλύτερο επίτευγμα της εποχής;
Η αποκωδικοποίηση του DNA αρκεί… Η επίγνωση και η γνώση είναι, βέβαια, μια πηγή δυστυχίας· ο άνθρωπος είναι πάντα σαν ένα παιδί που του αρέσει να ανοίγει τα ντουλάπια και τα συρτάρια, είτε είναι για το DNA είτε είναι για μια ανακάλυψη τεχνολογική

Ποιοι είναι οι «ήρωές» σας στη ζωή;
Οι άνθρωποι που μπορούν να συνδυάζουν την πνευματική ευστροφία με την καλοσύνη. Ένας μεγάλος συγγραφέας, για παράδειγμα, ο οποίος να είναι και πάρα πολύ καλός άνθρωπος – όπως ένας ψαράς που ζει σ’ ένα νησί και είναι και καλός άνθρωπος. Η πνευματική εξέλιξη βέβαια δημιουργεί μια διαστροφή· αισθάνεται κανείς ότι αν πετύχει ένα προχώρημα πνευματικό όλα συγχωρούνται.

Αυτή η διαπίστωση χαρακτηρίζει αρκετούς καλλιτέχνες. Το έργο τους βρίθει υψηλών ιδανικών ευαισθησίας και συμπόνιας για το συνάνθρωπο, και στην προσωπική τους ζωή είναι απάνθρωποι …
Μ’ έναν μυστήριο τρόπο, όταν προχωράς σε μια πνευματική εξέλιξη πληρώνεις ένα είδος τιμήματος. Τελικά ή θα είσαι καλός ή θα είσαι έξυπνος και μεγάλος καλλιτέχνης. Αν θα έπρεπε να διαλέξω, πάντως, θα διάλεγα την καλοσύνη.

Ποιους δημιουργούς αγαπάτε;
Toν Χένρι Τζέιμς, τον Δημήτρη Μαυρίκιο, τη Ζυράννα Ζατέλη και τον Λαρς Φον Τρίερ.