ΠΑΡΑ ΤΗ ΛΑΜΠΕΡΗ ΤΟΥ ΕΙΚΟΝΑ, που ενισχύθηκε από την ταινία «Μονομάχος» του 2000, ο Μάρκος Αυρήλιος παραμένει, για τους μελετητές, μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Κάποιοι βλέπουν το έργο του «Τα εις εαυτόν», μια συλλογή αρχών και αποφθεγμάτων για την αυτοβελτίωση μέσω της στωικής φιλοσοφίας, ως καθρέφτη των αξιών που ο ίδιος έφερε στις δύο δεκαετίες της αυτοκρατορίας του στη Ρώμη (161-180 μ.Χ.). Άλλοι έχουν εστιάσει την προσοχή τους στην απόσταση μεταξύ αυτών των στοχαστικών γραπτών και των γεγονότων στην πολιτική του καριέρας. «Ο πραγματικός Μάρκος Αυρήλιος φαίνεται να είναι κυρίως Ρωμαίος και όχι Στωικός», είχε γράψει ένας ιστορικός το 1969. Στο βιβλίο του με τίτλο «Μάρκος Αυρήλιος: Φιλόσοφος - Βασιλιάς», ο Γουίλιαμ Ο. Στίβενς, ομότιμος καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Creighton, καθιστά σαφές σε ποια πλευρά στέκεται. Στην αφήγησή του για τη ζωή του αυτοκράτορα υποστηρίζει την εικόνα του Μάρκου ως ενός δεινοπαθούντος σοφού που διατήρησε το σθένος του εν μέσω ταραγμένων καιρών.
«Ο Αντωνίνος», έγραφε, «με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι μπορεί κανείς να ζει σε ένα παλάτι χωρίς να χρειάζεται σωματοφύλακες, φανταχτερά ρούχα, συνοδούς, αγάλματα και όλη αυτή την πολυτέλεια».
Ο Μάρκος Αυρήλιος διακρινόταν για τη μελετηρή και νηφάλια φύση του, η οποία ήταν εμφανής ακόμη και στην εφηβεία και την πρώιμη νεότητά του. Γεννημένος ως Μάρκος Άννιος Βέρος το 121 μ.Χ., εντυπωσίασε τόσο πολύ έναν φίλο της οικογένειας, τον αυτοκράτορα Αδριανό, ώστε να μετατρέψει το επώνυμό του (Verus), που σημαίνει «αληθινός», στο υπερθετικό Verissimus, «ο πιο αληθινός». Το 138, καθώς ο Αδριανός ασθενούσε όλο και πιο συχνά, τίμησε τον Μάρκο ακόμη περισσότερο, προχωρώντας σε μια πιο σημαντική αλλαγή του ονόματος του μικρού. Χωρίς απογόνους και γνωρίζοντας ότι οι αυτοκρατορικοί προκάτοχοί του είχαν επιλέξει τους διαδόχους τους μέσω υιοθεσίας, ο Αδριανός υιοθέτησε έναν άνδρα στην ηλικία των 50 ετών, ο οποίος έγινε ο Αντωνίνος, και του έδωσε εντολή να υιοθετήσει, με τη σειρά του, τον 16χρονο Μάρκο, μαζί με ένα άλλο παιδί, τον Λεύκιο Κειόνιο Κόμμοδο. Έτσι, με μια μόνο κίνηση εξασφάλισε δύο γενιές διακυβέρνησης.
Ο Μάρκος ωρίμασε στο παλάτι με τον Λεύκιο ως θετό αδελφό του και τον Αντωνίνο (που σύντομα έλαβε το προσωνύμιο «Ευσεβής») ως ένα εμπνευσμένο πρότυπο που του έδειξε πώς να κυβερνά. Ο Μάρκος θαύμαζε τον θετό του πατέρα και έγραψε γι' αυτόν με συγκινητικό τρόπο στα «Εις εαυτόν». «Ο Αντωνίνος», έγραφε, «με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι μπορεί κανείς να ζει σε ένα παλάτι χωρίς να χρειάζεται σωματοφύλακες, φανταχτερά ρούχα, συνοδούς, αγάλματα και όλη αυτή την πολυτέλεια».
Όταν ο Αντωνίνος πέθανε, το 161, ο Μάρκος και ο Λεύκιος έγιναν οι πρώτοι συν-ηγεμόνες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ο ακόλαστος και διεφθαρμένος Λεύκιος θα μπορούσε να αποδειχθεί πρόκληση για τον Μάρκο μακροπρόθεσμα, αλλά η ασθένεια τον σκότωσε μετά από οκτώ χρόνια στην εξουσία. Η πανώλη, ίσως μια μορφή ευλογιάς, είχε αρχίσει να θερίζει την αυτοκρατορία, όπως θα συνέχιζε να κάνει για περισσότερο από μια δεκαετία. Εκατομμύρια ζωές χάθηκαν, συμπεριλαμβανομένων των περισσότερων από τα 14 παιδιά που γέννησαν ο Μάρκος και η σύζυγός του, Φαουστίνα. Τελικά, πέντε από τις κόρες του επέζησαν και μόνο ένας γιος, στον οποίο ο Μάρκος είχε δώσει ένα διαβόητο πλέον όνομα: Κόμμοδος.
Για οκτώ δεκαετίες, κανένας Ρωμαίος αυτοκράτορας δεν είχε νόμιμο γιο για να τον ορίσει διάδοχο και οι νέες περιστάσεις ανάγκασαν τον Μάρκο Αυρήλιο να πάρει μια δύσκολη απόφαση. Η επιλεκτική υιοθεσία είχε εξυπηρετήσει εξαιρετικά το αυτοκρατορικό καθεστώς, δημιουργώντας μια σειρά από ικανότατους ηγέτες που έγιναν γνωστοί ως οι Πέντε Καλοί Αυτοκράτορες. Αλλά για τον ίδιον, το να ακολουθήσει αυτό το προηγούμενο θα σήμαινε να αποκληρώσει το παιδί του. Επέλεξε να προτιμήσει τη βιολογία από την αξιοκρατία και όρισε τον Κόμμοδο ως διάδοχό του όταν ο μικρός ήταν μόλις πέντε ετών. Αυτή η απόφαση θα είχε σοβαρές συνέπειες.
Υπό την πίεση των γειτόνων τους, οι γερμανικές και σαρματικές φυλές άρχισαν να διασχίζουν τον Δούναβη, ένα από τα σύνορα της Ρώμης, τη δεκαετία του 160, και συνέχισαν κατά διαστήματα την προέλασή τους καθ' όλη τη δεκαετία του 170. Ο Μάρκος Αυρήλιος κατευθύνθηκε βόρεια για να αντιμετωπίσει αυτό που τότε θεωρήθηκε εισβολή, αλλά που σήμερα θα περιγραφόταν καλύτερα ως μεταναστευτικό κύμα. Οι Μαρκομανικοί Πόλεμοι (166-80), που πήραν το όνομά τους από τη μεγαλύτερη και πιο επιθετική από αυτές τις φυλές, θα κρατούσαν τον Μάρκο σε στρατόπεδα για το μεγαλύτερο μέρος της βασιλείας του. Μια ανάγλυφη στήλη στη Ρώμη, που ολοκληρώθηκε λίγο μετά το θάνατό του και παραμένει σήμερα σχεδόν άθικτη, δοξάζει τις νίκες του επί των γενειοφόρων πολεμιστών του εχθρού, μερικοί από τους οποίους απεικονίζονται με κομμένα κεφάλια.
«Παρότι ο Μάρκος ήταν αναγνωρισμένος ως φιλόσοφος στην εποχή του, ο ρόλος του στα στρατιωτικά θέματα ήταν πιο σημαντικός για τους συγχρόνους του», σημειώνει ο συγγραφέας. Επίσης, εξετάζει το ερώτημα αν αυτός ο ρόλος ήταν αντίθετος με τα στωικά ιδανικά και τις αρχές που ο Μάρκος κατέγραφε στα διαλείμματα των μαχών, στις σημειώσεις που έγιναν τα «Εις εαυτόν». Αν και οι Στωικοί θεωρούσαν τους εαυτούς τους μέρος μιας κοσμόπολης –μιας πολιτείας για όλη την ανθρωπότητα–, ήταν ωστόσο καθήκον του Μάρκου Αυρηλίου να εμποδίσει όσους είχαν «πιο απλοϊκό μυαλό» να βλάψουν αυτή την κοινότητα, γράφει ο Στίβενς.
Ο Μάρκος Αυρήλιος υπέφερε από διάφορες ασθένειες από την παιδική του ηλικία, και η ζωή στον βορρά τις επιδείνωσε. Το ζήτημα της διαδοχής έγινε πιο επείγον. Ο Κόμμοδος, πλέον έφηβος, είχε δείξει ότι δεν είχε καμία από τις ιδιότητες του πατέρα του. Προτιμούσε τόσο πολύ τον αθλητισμό από την πολιτική, που ορισμένοι πίστευαν ότι ήταν γιος ενός μονομάχου. Ωστόσο, ο Μάρκος τον έχρισε συναυτοκράτορα το 177. Όταν ο πέθανε, τρία χρόνια αργότερα, και ο Κόμμοδος ανέβηκε στον θρόνο, η εποχή των Καλών Αυτοκρατόρων έφτασε σε μια κρίσιμη καμπή. Ο Στίβενς κάνει ό,τι μπορεί στο βιβλίο του για να δικαιολογήσει αυτή την εσφαλμένη, όπως απεδείχθη, κρίση του «φιλοσόφου-βασιλιά», υποστηρίζοντας ότι ο Κόμμοδος πιθανότατα θα ξεκινούσε εμφύλιο πόλεμο αν τον παραμέριζαν. Ωστόσο, θα μπορούσε να συμπεράνει κανείς ότι ο Μάρκος Αυρήλιος, παρά την προειδοποίηση που απευθύνει ο ίδιος προς τον εαυτό του στα «Εις εαυτόν», να μη γίνει ποτέ «Καίσαρας», προτίμησε τελικά να διατηρήσει τη βασιλική εξουσία στην οικογένεια.
Με στοιχεία από τη «The Wall Street Journal».