Πριν από λίγες μέρες και συγκεκριμένα τη Μεγάλη Παρασκευή κυκλοφόρησε η έμμετρη μετάφραση της «Κόλασης» του Δάντη από τον Δημήτρη Μαυρίκιο στις εκδόσεις Ευρασία. Είναι τεράστιο το εγχείρημα της έμμετρης απόδοσης στα ελληνικά του έργου «ενός από τους μεγαλύτερους μουσουργούς όλων των εποχών», όπως χαρακτηριστικά περιγράφει ο ίδιος ο Μαυρίκιος τον Δάντη.

 

Πολύγλωσσος, πολυμαθής αλλά και πολύκροτος σε κάθε του νέα επιλογή και σχέδιο, ο διακεκριμένος σκηνοθέτης, θεατράνθρωπος και μεταφραστής μάς προτείνει μια ολοζώντανη μετάφραση με έμφαση στην απόδοση της «Κόλασης» ως ακροάματος, ενώ παράλληλα ξεδιπλώνει άγνωστες πτυχές του έργου, τονίζοντας ότι «μέσα στα θεοσκότεινα χρόνια του Μεσαίωνα χρειαζόταν ένα μυαλό ορθάνοιχτο, πλατύ, τόσο που να χωράει ολόκληρη την Κόλαση και τον Παράδεισο εντός του, για να εξυμνηθούν με απέραντη αγάπη και οι δύο δάσκαλοι, παρότι ένοικοι της Κόλασης», εννοώντας όχι μόνο τον Βιργίλιο αλλά και τον ομοφυλόφιλο Μπρουνέτο Λατίνι, έτερη μεγάλη επιρροή του ποιητή.

 

Γι' αυτές τις τολμηρές πτυχές του ποιητή, τη σχέση του έργου με όσα συμβαίνουν σήμερα και ειδικά το χτύπημα του κορωνοϊού στην Ιταλία, τα ταξίδια του στη γλώσσα και τις αναμνήσεις του μιλάει αναλυτικά ο Δημήτρης Μαυρίκιος στη συνέντευξη που μας παραχώρησε.

 

— Αλήθεια, κ. Μαυρίκιε, πώς νιώθετε που η «Κόλαση» από τη «Θεία Κωμωδία» του Δάντη εκδίδεται ειδικά τώρα, στην παρούσα συγκυρία;

Χρόνια υπήρχε η ιδέα να εκδοθεί η «Κόλαση» μια Μεγάλη Παρασκευή, ημέρα που ο Δάντης «κατέβηκε» στα σκοτάδια του Άδη για να ξαναδεί το φως με την Ανάσταση. Όσο πλησίαζε η ολοκλήρωση της μετάφρασης, τόσο έκλινα προς την εκδοχή ότι καλύτερη συγκυρία για την έκδοση θα ήταν η Μεγάλη Παρασκευή του 2020, καθώς τότε θα συμπληρώνονταν τα 720 χρόνια από το 1300, έτος της «καθόδου» του ποιητή στην Κόλαση. Όχι μόνο για να είναι στρογγυλά τα χρόνια αλλά κυρίως επειδή το 720 έχει κάτι από τον αριθμό των στίχων της «Κόλασης»: το έργο μετράει 4.720 στίχους.


Το μόνο που δεν μπορούσα να φανταστώ μέχρι πριν από λίγο καιρό ήταν ότι η Μεγάλη Παρασκευή του 2020 θα έβρισκε την όμορφη χώρα του Δάντη, το bel paese, αλλά και όλη την ανθρωπότητα, σε μια επίγεια κόλαση. Βάλσαμο οι επτά τελευταίοι στίχοι του έργου, που χαρίζουν τη λύτρωση της εξόδου. Από κάθε κόλαση, σκέφτηκα...

 

Πήραμε με τον δάσκαλο τον δρόμο
τον μυστικό για του φωτός τον κόσμο

κι ανηφορίσαμε χωρίς ανάσα,
απτόητοι, αυτός μπροστά εγώ πίσω,

μέχρι που τ' ουρανού είδα τις χάρες
από άνοιγμα ολοστρόγγυλο στον βράχο.

Και βγήκαμε να ξαναδούμε τ' άστρα.

 

Έτσι, και για να απαντήσω ευθύτερα στην ερώτησή σας, κ. Μανδηλαρά, νιώθω ότι μετά από έναν καταιγισμό χιλιάδων ενδεκασύλλαβων οδύνης, αυτοί οι 7 στίχοι ελπίδας δικαιώνουν την τωρινή έκδοση.

 

— Πόσο χρόνο σάς πήρε να ολοκληρώσετε το εγχείρημα; Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες δυσκολίες;

Η περιπέτεια με την «Κόλαση» ξεκίνησε την άνοιξη του 2013, όταν μου ζητήθηκε από το Εθνικό Θέατρο να μεταφράσω και να σκηνοθετήσω τα τρία έργα της «Θείας Κωμωδίας» για τρεις συνεχόμενες σεζόν στην Κεντρική Σκηνή.


Ο προγραμματισμός των παραστάσεων ναυάγησε για λόγους για τους οποίους έχω μιλήσει εκτεταμένα στο παρελθόν. Το έβαλα πείσμα να μην αφήσω ημιτελή τη μετάφραση της «Κόλασης». Υπήρξαν περίοδοι που χρειάστηκε να ασχοληθώ με έργα άλλων συγγραφέων «απ' την ορθή οδό λοξοδρομώντας», όπως λέει και ο τρίτος στίχος της «Κόλασης». Όμως, όσο κι αν με συνέπαιρναν ο Πιραντέλο, ο Ουίλιαμς ή ο Ροΐδης, με τη μετάφραση, τη διασκευή ή τη σκηνοθεσία έργων τους, στο βάθος της «ορθής οδού» υπήρχε πάντα η έξοδος από τα βράχια της Κόλασης.


Μία από τις μεγαλύτερες δυσκολίες ήταν αυτό το «μπες-βγες» από... την «Κόλαση». Δεν ήταν εύκολος ο αποχωρισμός· ούτε η επανασύνδεση. Όμως, το ότι ξανάβρισκα την «Κόλαση» μετά από διαστήματα απουσίας, με έκανε να αγαπώ το έργο βαθύτερα και να βελτιώνω τη δουλειά μου.

 

Σε ό,τι μεταφράζω δουλεύω έχοντας ως ιδεατό αποδέκτη του λόγου τον ακροατή, όχι τον αναγνώστη. Με θλίβει η προοπτική να διαβαστεί αποκλειστικά ως «γραπτή λογοτεχνία» ένα έργο που γράφτηκε για να ακουστεί.

 

— Και η δυσκολία μιας έμμετρης μετάφρασης; Ξέρουμε πως όλα αυτά τα χρόνια έχετε υπάρξει ένας ακάματος μεταφραστής κορυφαίων έργων («Ρωμαίος και Ιουλιέτα», «Ανδρομάχη», «Φρεναπάτη»), τα οποία επιλέγετε να αποδίδετε σε έμμετρη μετάφραση. Θέλετε να μας εξηγήσετε αυτή την επιλογή;

Θα σας απαντήσω με μια υπερβολή: δεν θα μετέφραζα και δεν θα σκηνοθετούσα τέτοια έργα σε πρόζα για τον ίδιο λόγο που δεν θα ανέβαζα ποτέ ως θεατρικό έργο το λιμπρέτο μιας όπερας χωρίς τη μουσική της. (γελάει) Να πω, παρεμπιπτόντως, το αγαπημένο μου μότο: «Η υπερβολή είναι ο ανθός της αλήθειας». Δεν το έχω δει κάπου γραμμένο. Μάλλον θα το έχουν πει κι άλλοι.


Σίγουρα η μεγαλύτερη δυσκολία γεννιόταν από την ανάγκη μου η μετάφραση να είναι έμμετρη, ακολουθώντας πιστά τον ιαμβικό ενδεκασύλλαβο του πρωτοτύπου: 51.920 μετρικές συλλαβές το πρωτότυπο, τόσες και η μετάφραση· ούτε μία περισσότερη ή λιγότερη. Πόσες φορές δεν έβρισκα μια ενδιαφέρουσα λύση, που όμως δεν έστεκε μετρικά. Ο στόχος τού να κυλήσουν οι λέξεις μέσα στον ενδεκασύλλαβο του Δάντη έκανε τη δουλειά πιο επίπονη και χρονοβόρα, όμως αυτό ακριβώς οδηγούσε σε αποχρώσεις που αναδύονταν στο ημίφως της μουσικής του λόγου, λέξεις που ίσως να μην είχαν βρεθεί στο άπλετο φως της ελεύθερης πρόζας. Άλλωστε, και χωρίς να θέλω να υποτιμήσω τον αναγνώστη του βιβλίου, μετέφραζα πρωτίστως για τον ακροατή της «Κόλασης».

 

— Είναι σαφές, λοιπόν, το μέλημά σας να τονιστεί η ηχητική φυσιογνωμία του έργου. Γιατί προτιμήσατε να το αποδώσετε ως ένα ζωντανό ακρόαμα;

Ο Δάντης προσδιορίζει τη μορφή του έργου του με μουσικούς όρους, όπως canto, cantica, ή χρησιμοποιεί το ρήμα cantar για να μας πει ότι «τραγουδάει» τα πάθη των ηρώων του. Άλλωστε, η «Θεία Κωμωδία», με σχεδόν δεκαπέντε χιλιάδες ενδεκασύλλαβους σε τερτσίνες, είναι το τιτάνιο έργο ενός από τους μεγαλύτερους «μουσουργούς του λόγου» όλων των εποχών. Κινητήρια ώθηση για να ασχοληθώ γενικότερα με τη μετάφραση υπήρξε, το 1986, η επιμονή ενός σπουδαίου δασκάλου, του Βολανάκη. Ο Μίνως δεν πολυνοιαζόταν να εκδοθούν οι μεταφράσεις του. Τον λόγο του τον απολάμβανες στις παραστάσεις του ή, αν είχες την τύχη να σου διαβάζει ο ίδιος, βουρκωμένος, την «Παλατινή Ανθολογία» που μετέφραζε. Εξίσου σημαντικό μάθημα για τη δύναμη της προφορικής λογοτεχνίας ήταν να ακούς έναν άλλο μεγάλο δάσκαλο, τον Μαρωνίτη, να διαβάζει ο ίδιος τις μεταφράσεις του μ' εκείνη τη βροντερή φωνή του που σε έκανε να νιώθεις κοινωνός της σύλληψης των λέξεων τη στιγμή της δημιουργίας. Καταλάβαινα την ανάγκη του να απευθύνεται πρώτα σε ακροατές, όπως συνήθιζε με τις ραψωδίες της «Οδύσσειας» ή της «Ιλιάδας».


Με επηρέασαν και οι δύο.

 

Σε ό,τι μεταφράζω δουλεύω έχοντας ως ιδεατό αποδέκτη του λόγου τον ακροατή, όχι τον αναγνώστη. Με θλίβει η προοπτική να διαβαστεί αποκλειστικά ως «γραπτή λογοτεχνία» ένα έργο που γράφτηκε για να ακουστεί, π.χ. ένα θεατρικό. Ο Ευριπίδης δεν είναι Φλομπέρ. Μα ούτε και ο Δάντης είναι Προυστ. Όπως για τα θεατρικά έργα, έτσι και για το έργο ενός ποιητή που γράφει «μουσικά» δεν χαίρομαι μπρος στον αυτοσκοπό της «βουβής» ανάγνωσης. Και μόνο το γεγονός ότι κάποια λογοτεχνήματα χαρακτηρίζονται από τους δημιουργούς τους με όρους που εμπεριέχουν την έννοια της μουσικής, όπως άσμα, ωδή, ραψωδία, τραγωδία, με προβληματίζει. Η «βουβή» ανάγνωση μου μοιάζει με ασέβεια απέναντί τους. Όπως θα ήταν ασέβεια απέναντι στον Μότσαρτ, τον Μπελίνι ή τον Χατζιδάκι να αδιαφορήσουμε για την ακρόαση της μουσικής τους, προτιμώντας να τη διαβάζουμε μέσα από παρτιτούρες,· ή απέναντι στον Σοφοκλή, τον Πιραντέλο, τον Ουίλιαμς, το να μην πηγαίνουμε στο θέατρο και να αρκούμαστε στη φυλλομέτρηση βιβλίων που είναι στοιβαγμένα στα ράφια μας. Εκτός κι αν είμαστε ερευνητές ή δημιουργοί ταγμένοι να συμπορευτούμε με τα έργα αυτά προς την τελική μορφή που θέλησαν οι δημιουργοί τους: το ακρόαμα ή και το θέαμα. Τότε, ναι, το βιβλίο γίνεται ευαγγέλιο, ακόμα κι αν μας διακατέχουν σκέψεις αιρετικές σε σχέση με αυτό.

 

Δημήτρης Μαυρίκιος: «Ο Δάντης μάς λέει πώς θα ξαναδούμε τα αστέρια»
Με την «παρτιτούρα» του έργου σίγουρα έχω ξεμπερδέψει. Όχι με το έργο. Τώρα είναι που σκέφτομαι να αρχίσει μια περιπέτεια εξίσου ουσιαστική: το audio book σε ένα σύνθετο ακρόαμα που δεν θα ήθελα να είναι μια απλή ανάγνωση. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν / LiFO

 

— Αλήθεια, πιστεύετε ότι ο αναγνώστης ενός βιβλίου δεν είναι νοερά ένας δυνάμει ακροατής;

Οπωσδήποτε οι συνειρμοί του αναγνώστη οδηγούν τη φαντασία του σε ένα «βουβό ακρόαμα», όχι όμως χωρίς εμπόδια. Η γραπτή γλώσσα μπορεί μόνο εν μέρει και κατά τμήματα να υπαινιχθεί τη μουσική του λόγου. Στον έμμετρο λόγο ο αναγνώστης όλο και κάπου θα σκοντάψει, ενώ ο ακροατής θα εισπράττει σε συνεχή ροή την ποίηση και τη μουσική της, ειδικότερα στη γλώσσα μας.


Ο προφορικός μας λόγος είναι γεμάτος συγχωνεύσεις φωνηέντων, κάτι που συμβαίνει σε μικρότερο βαθμό στα ιταλικά. Φέρνω ως παράδειγμα έναν ιαμβικό στίχο, ο οποίος, λόγω ακριβώς της ύπαρξης, ή μη, συνιζήσεων, θα μπορούσε κάλλιστα να εκληφθεί ως δεκαπεντασύλλαβος, ως δεκατρισύλλαβος ή ως ενδεκασύλλαβος: «θα πω γιατί ήρθα εδώ και τι έχω ακούσει».


Ο ακροατής θα τον δεχτεί αβίαστα, καθώς θα τον λέει σωστά η ζωντανή φωνή εκείνου που δούλεψε πάνω στον λόγο, πριν τον εκφέρει. Όμως ο αναγνώστης είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα σκοντάψει.


Ένα άλλο εμπόδιο στην πρόσληψη της μουσικής του λόγου κατά τη σιωπηλή ανάγνωση είναι η στίξη, η οποία συχνά εμποδίζει τον ρυθμό, για να υπηρετήσει τη λογική της σύνταξης.

 

— Μεταφράζοντας από μια γλώσσα με φωνητική ορθογραφία, όπως τα ιταλικά, ως ποιο βαθμό θεωρείτε ότι η ιστορική μας ορθογραφία καθιστά μεγαλύτερη την απόσταση μεταξύ αναγνώσματος και ακροάματος;

Καταρχάς, να πω ότι είμαι υπέρμαχος της ιστορικής ορθογραφίας μας, παρότι σε αυτήν χρεώνω μέρος των ευθυνών για το πόσο «ανορθόγραφα» προφέρουμε συχνά τη γλώσσα μας. Όσο και αν ακούγεται οξύμωρο, σε κάποιες περιπτώσεις η ιστορική ορθογραφία έφερε μια ανιστόρητη λαλιά. Δεν είμαι γλωσσολόγος και μιλάω μόνο με την ιδιότητα του σκηνοθέτη, μέλημα του οποίου είναι και να διδάξει σωστά την προφορική γλώσσα, προστατεύοντάς την ενίοτε και από παγίδες που της έχει στήσει η γραπτή γλώσσα· παγίδες που οδηγούν σε ακουστικές τερατογενέσεις. Όταν όλη η υφήλιος προφέρει κανονικά με τα ένρινά τους τα ελληνικότατα Antigone, Empedocles, Angela, εμείς μέσα σε λίγες δεκαετίες τα καταντήσαμε Adιγόνη, Ebεδοκλής, Ádzελα ή Aghέλα, αποστεγνώνοντάς τα από τον ένρινο ήχο τους, προφανώς επειδή δεν υπάρχουν στο αλφάβητό μας σαφείς χαρακτήρες ή μικρά διακριτικά σύμβολα που να σέβονται την προφορική γλώσσα.

 

Κάτι μπορεί να είχαμε προλάβει τότε με την κατάργηση της ψιλής, της δασείας και της περισπωμένης, αν είχαμε βάλει κάποια μικρά σημάδια πάνω στο «ντ», ώστε να ξέρουμε πότε αντιστοιχεί σε «d», πότε σε «nd», και πότε σε «nt». Θα αποφεύγαμε έτσι πολλές «ακουστικές ανορθογραφίες», θα ξεχωρίζαμε τη βεντέτα-εκδίκηση από τη βεντέτα-σταρ και δεν θα ανατριχιάζαμε με κάποια «andio» στη θέση του τρυφερού «addio» που μας χάρισε η γλώσσα του Δάντη (Δάntη, Δάndη ή και Δάdη, κατά το δοκούν). Το ίδιο θα είχαμε κάνει και με τα άλλα ορφανά σύμφωνα της προφορικής μας γλώσσας που δεν έχουν δικό τους γράμμα σε ένα αλφάβητο στο οποίο περισσεύουν και σύμφωνα και φωνήεντα.

 

Η αλαζονεία και η πλεονεξία της γραπτής μας γλώσσας έναντι της προφορικής μού θυμίζει ζάπλουτη αριστοκράτισσα αφέντρα απέναντι σε φτωχή δούλα από το χωριό. Βεβαίως, κυρά μου, κράτα το αρχαίο σου αλφάβητο, την ιστορική σου ορθογραφία και την πολυτέλεια να αποδίδεις με 5 τρόπους ένα μόνο από τα 5 φωνήεντα της προφορικής γλώσσας. Χάρισέ της όμως και κάποια ψίχουλα, μικρά σημαδάκια, για να μην την εξευτελίζεις τόσο ανάλγητα!

 

(Στον απόηχο ενός γέλιου). Κάποια απ' όσα είπα εδώ να σας τα στείλω με e-mail; Το λέω για να προσπαθήσω να αποτυπώσω σε γραπτό λόγο σημεία που έχουν να κάνουν με την προφορά, χωρίς να ανατρέξω στη δυσνόητη επιστημονική της απόδοση.

 

— Μου αρέσει που κρατάτε ζωντανή αυτή την πλατωνική βεντέτα για την υπεροχή του προφορικού λόγου έναντι του γραπτού. Τελικά, κατά παράδοξο τρόπο η ορθογραφία δημιουργεί περισσότερα προβλήματα παρά λύνει;

Τελικά, ναι, η ιστορική μας ορθογραφία σε κάποιον βαθμό συντελεί στο να μεγαλώνει η απόσταση μεταξύ γραπτού και προφορικού λόγου. Η εύηχη γλώσσα μας αδικείται από μια ορθογραφία συγκινητικά ιστορική αλλά και... θλιβερά «άμουση».


Θα εξηγήσω το νέο οξύμωρο: στα ιταλικά υπάρχει μια απόλυτη σύμπτωση ήχου και εικόνας της γραπτής λέξης, που ευνοεί το «βουβό ακρόαμα» του αναγνώστη· ειδικά για τις παρηχήσεις και τις ρίμες.


Εκεί τα beni, treni, vieni, sereni, mantieni, ως γραμμένες λέξεις, δηλώνουν αβίαστα την απόλυτη ηχητική ομοιότητα των δύο τελευταίων συλλαβών.


Αυτό δεν συμβαίνει με την ίδια αμεσότητα στα ελληνικά. Λέξεις τυπωμένες, όπως χτένι, μπαίνει, αίνοι, Βιέννη, εν γένει, δοσμένοι, δεν προσφέρουν μια «φωτογραφική» ομοιότητα ανάλογη της απόλυτης ηχητικής ταύτισής τους στις δύο τελευταίες συλλαβές.


(Μιλώ γενικότερα. Δεν χρησιμοποίησα ρίμα, που θα είχε νόημα μόνο σε τερτσίνες, κάτι που, αν κρίνω από τον άθλο του Κώστα Σφήκα, θα ευνοούσε ίσως τη μουσικότητα, αλλά θα δυσκόλευε αφάνταστα το αφήγημα).


Τελικά, οι μεγάλες αντιθέσεις μεταξύ της γραπτής και της προφορικής μας γλώσσας καθιστούν ακόμα πιο επιτακτική για μένα την πορεία προς το ακρόαμα.

 

— Θεωρείτε, λοιπόν, ότι με την έκδοση του βιβλίου δεν έληξε η ενασχόλησή σας με την «Κόλαση» του Δάντη;

Με την «παρτιτούρα» του έργου σίγουρα έχω ξεμπερδέψει. Όχι με το έργο. Τώρα είναι που σκέφτομαι να αρχίσει μια περιπέτεια εξίσου ουσιαστική: το audio book σε ένα σύνθετο ακρόαμα που δεν θα ήθελα να είναι μια απλή ανάγνωση.


Για κάποια είδη προφορικής λογοτεχνίας η μεγαλύτερη ευλογία που έφεραν οι τεχνολογικές ανακαλύψεις της εποχής μας είναι η γέννηση του audio book ‒ακόμα βρέφους σήμερα‒ και άλλων τρόπων ηχητικής ή οπτικοακουστικής διάδοσης των έργων. Στην ίδια την Ιταλία η «Θεία Κωμωδία» ποτέ δεν είχε τόση απήχηση όση τα τελευταία χρόνια, που η αμεσότητα του Διαδικτύου προσφέρει ολοζώντανο το έργο του Δάντη μέσα από την απόδοση του χαρισματικού Ρομπέρτο Μπενίνι.

 

Δημήτρης Μαυρίκιος: «Ο Δάντης μάς λέει πώς θα ξαναδούμε τα αστέρια»
Σχέδιο του Μποτιτσέλι που αναπαριστά την Κόλαση του Δάντη.

 

— Η έξοδος της παρούσας έκδοσης προς το φως δείχνει να αποκτά μεταφυσικού τύπου συμπαραδηλώσεις: η «Κόλαση» κυκλοφόρησε στις 17/4/20, σε 4.720 στίχους, 720 χρόνια μετά και σε 72 αριθμημένα αντίτυπα... Αλήθεια, σας παρακολουθεί ο ποιητής από κει ψηλά ή εσείς εκείνον;

Θα σας πω ότι από τα αριθμημένα αντίτυπα πήρα για τον εαυτό μου ένα στην τύχη και ήταν το 7. Είμαι παιδιόθεν αριθμολάγνος. Δεν ξέρω γιατί και ούτε ενδιαφέρομαι να το «κοιτάξω». Πάλι θα αναφερθώ στον Βολανάκη, γιατί εκείνος με απενοχοποίησε για όσα μου είχε υποβάλει ο ορθολογισμός των υπέροχων, πλην μαρξιστών, γονέων μου. Εκείνος με δίδαξε πως μάλλον είναι ύβρις το να διατεινόμαστε ότι κατέχουμε απόλυτες αλήθειες, βασισμένοι στις πέντε φτωχές αισθήσεις μας και στον οπωσδήποτε ανεπαρκή εγκέφαλό μας. Πέθανε βλέποντας την ταινία «Η Έκτη Αίσθηση». Αν υπήρχε και έβδομη, δέκατη ή εικοστή αίσθηση, σίγουρα θα αφαιρούσαμε την πρόθεση «μετά» από αυτό που τώρα ονομάζουμε μεταφυσική. Δεν ξέρω να σας πω αν ο Ντάντε Αλιγκιέρι με παρακολουθεί από ψηλά. Αλλά κάτι μου λέει ότι ο Μίνως Βολανάκης πλανιέται γύρω μου ‒ σίγουρα πάντως μέσα στον εγκέφαλό μου.

 

— Σαίξπηρ, Δάντης, Σοφοκλής: Προφανώς οι μεγάλοι ποιητές υπήρξαν οι πρώτοι και παντοτινοί θεματοφύλακες και φίλοι σας. Είναι έτσι;

Θεματοφύλακες με την έννοια ότι είναι κλειδοκράτορες μυστικών που ποθώ να ανακαλύψω, ναι. Φίλους δεν θα τους έλεγα. Ίσως μόνο ιδεατούς πνευματικούς εραστές. (γελάει)

 

— «Βασίλευε η μέρα/ το λυκόφως/ στης γης τα πλάσματα έφερνε τη σχόλη/ μετά τον κάματο. Κινούσα μόνος/ ετοιμοπόλεμος για το ταξίδι/ και για τον πόνο που θα ιστορήσει/ η μνήμη μου αλάνθαστα μιλώντας» λέει ο ποιητής στο 2ο Άσμα, απευθυνόμενος στη μούσα. Αν η μούσα υπαγορεύει στον ποιητή τη δική της ιστορία, εσάς τι σας έλεγε η μούσα από μικρό; Ποιο τραγούδι σάς υπαγόρευσε;

Νήπιο, είχα για μούσα μου, ή μάλλον για ηγερία μου, την πανέμορφη μικρή αδελφή της μητέρας μου. Εκείνη με ταξίδευε σε περιβόλια με μούσες. «Μαμά του κήπου» τη φώναζα, που με έβγαζε βόλτα στους κήπους με τις χουρμαδιές της Αιγύπτου. Όμως η κυριολεξία έκρυβε πολλά, γιατί εκείνη κέντριζε διαρκώς τη φαντασία μου, οδηγώντας την προς το θέατρο και την ποίηση. Στους δικούς της κήπους σκάρωνα αυτοσχέδιες μελωδίες και στίχους, που ο πράος και ρασιοναλιστής πατέρας μου αποδομούσε στη συνέχεια, σπρώχνοντάς με προς την αξία των νοημάτων, απαραίτητων, όπως πρέσβευε, για την ισχύ των συναισθημάτων. Ίσως αυτή η εκλογίκευση όσων ένιωθα να με έκανε εν τέλει σκηνοθέτη και όχι μουσικό. Η άλλη θεία με το πιάνο της και ο Ιταλοκερκυραίος παππούς, που απήγγελλε Δάντη στο πρωτότυπο, άνοιγαν κι αυτοί τις πόρτες σε προκλητικά καλικαντζαράκια που μάλλον προτιμάτε να τα ονομάσουμε μούσες. Δεσπόζουσα μορφή στον οικογενειακό μου μικρόκοσμο αποτελούσε η μητέρα μου· από την παιδική μου ηλικία μέχρι πριν από λίγους μήνες, που έφυγε από δίπλα μου, στα 99 της. Πρόλαβε να διαβάσει τη μετάφραση της «Κόλασης». Στα διαλείμματα της ανάγνωσής της άλλοτε μου επισήμαινε αβλεψίες και άλλοτε σιγομουρμούριζε στα ιταλικά «Nel mezzo del cammin di nostra vita...», συνεχίζοντας το πρώτο άσμα της «Κόλασης».

 

— Βλέπω ότι στις μεταφράσεις σας προτιμάτε τα ζωντανά, λαγαρά ελληνικά του Σολωμού και της προφορικής παράδοσης. Είναι σκόπιμη η προτίμηση;

Ως έναν βαθμό είναι σκόπιμη. Το σύνολο σχεδόν των μεταφράσεών μου αφορά θεατρικά έργα. Θα πω κάτι κοινότοπο: στο θέατρο, αλλά και σε κάθε μορφή λόγου προορισμένου να ακουστεί, ο λόγος πρέπει να ρέει.


Ο ακροατής δεν έχει την άνεση του αναγνώστη να κοντοσταθεί σε «λογοτεχνικές γκουρμεδιές» σαν γευσιγνώστης που περιμένει αργά την επίγευση μιας λέξης σπάνιας, ή λόγιας, ή περίτεχνης, ή εξεζητημένης, ή και δημιουργημένης, όπως συμβαίνει π.χ. στις μεταφράσεις του Καζαντζάκη, του οποίου η «Θεία Κωμωδία» δύσκολα θα έστεκε ως ακρόαμα, ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο και ανεξαρτήτως του αν κάποιος εκτιμά ή όχι τη γλωσσοπλαστική δεινότητα του λογοτέχνη.


Στο αντίθετο άκρο θα τοποθετούσα τον μέγιστο ποιητή της γαλλικής γλώσσας, τον Ρακίνα, που έχει κατηγορηθεί για... φτώχεια λεξιλογίου. Θεωρώ ότι υπήρξα τυχερός που μία από τις πρώτες μεταφράσεις μου, ήδη το 1993, αφορούσε το λεξιλογικά «φτωχότερο» έργο του, κατά πολλούς το αριστούργημά του, την «Ανδρομάχη», γραμμένη με λιγότερες από 1.300 λέξεις. Μπορώ να πω ότι από τον Ρακίνα διδάχτηκα στην πράξη κάτι θεμελιώδες: η ποίηση δεν είναι εκζήτηση αλλά αναζήτηση της απλότητας.

 

— Υπέροχο αυτό που λέτε, μου θυμίζει τον στίχο του Σεφέρη: «Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη». Τελικά, αυτή η απλότητα της προφορικότητας, που είναι συνδεδεμένη με τη μετάφραση, κατά πόσο προκύπτει με τρόπο άμεσο αν όχι ασύνειδο;

Η όποια κλίση μου προς την «άμεση προφορικότητα» μιας λογοτεχνίας που πρέπει να ακουστεί, πέρα από σκόπιμη, ίσως έχει να κάνει και με το τι σημαίνει για μένα μετάφραση. Δεν μεταφράζω μόνο όταν προτίθεμαι να μεταφέρω σε άλλη γλώσσα ένα κείμενο που έχω μπροστά μου ή όταν διαμεσολαβώ προφορικά ανάμεσα σε δύο άτομα που δεν μιλούν την ίδια γλώσσα. Στον πυρήνα της η μετάφραση είναι για μένα μια συνεχής, καθημερινή και ενίοτε κουραστική διαδικασία. Έχει να κάνει με κάτι που ορισμένοι μου λένε ότι το ζηλεύουν, αλλά που δεν θα το ευχόμουν σε κανέναν.


Όταν κυκλοφορούν παιδιόθεν στον εγκέφαλό σου διαφορετικές πλην ισοδύναμες γλώσσες, οι βαβελικές συγκρούσεις ‒και ακόμα χειρότερα, ο φόβος των συγκρούσεων‒ είναι κακό αναπόφευκτο. Στη διάρκεια της ημέρας πολλές φορές, μιλώντας στον άλλον, γίνεσαι μεταφραστής του εαυτού σου που κάθε τόσο φέρνει στον λόγο σου λέξεις άλλων γλωσσών και όχι εκείνης που χρησιμοποιείς στον συγκεκριμένο διάλογο.


Έτσι, όταν μεταφράζω ένα έργο, αναζητώ ασυναίσθητα ένα είδος μονογαμικής γαλήνης αποκλειστικά στη γλώσσα του μεταφράσματος, έξω από τον καθημερινό συνωστισμό των γλωσσών στο μυαλό μου. Κι αυτό είναι κάθαρση. Όπως κάθαρση είναι και το ακριβώς αντίθετο: ένα ελεύθερο όργιο γλωσσών, όταν έχω την τύχη να μιλάω με τον αδελφό μου και τον ανεψιό μου και η κουβέντα περνάει αβίαστα απ' τη μία γλώσσα στην άλλη, ανάλογα με το ποια λέξη από ποια γλώσσα θα εμφανιστεί πρώτη στον νου μας.

 

— Αν μου επιτρέπετε, πώς προέκυψε αυτός ο «συνωστισμός γλωσσών»; Από πότε χρονολογείται;

Μητρική μου γλώσσα είναι τα ελληνικά, τα οποία συνυπήρχαν από πολύ νωρίς με τα γαλλικά και τα ιταλικά. Κάποια στιγμή μπήκαν στη μέση και τα αγγλικά, όσο τα αραβικά περνούσαν στη λήθη. Μεγάλωσα στην Αίγυπτο, σε σπίτι ιταλοθρεμμένων, και πήγα σε γαλλικό σχολείο. Στο ελληνικό σχολείο μπήκα κατευθείαν στη Δ' Δημοτικού όταν ήρθαμε στην Ελλάδα, χωρίς καλά-καλά να ξέρω γραφή και ανάγνωση. Έφυγα πάλι έφηβος από την Ελλάδα. Οι γονείς μου είχαν εγκατασταθεί στο Παρίσι. Κλασικές σπουδές στη Σορβόννη με βαθιά βουτιά στα αρχαία ελληνικά και στα λατινικά. Ακολούθησαν τα νεανικά χρόνια στη Ρώμη, όπου τουλάχιστον για μία πενταετία δεν θυμάμαι να μίλησα άλλη γλώσσα από τα ιταλικά. Από επιλογή μου, μεγάλος πια, εγκαταστάθηκα στην Αθήνα. Για την πρώτη μου ταινία προσλήφθηκε μεταφράστρια από τα ιταλικά, επειδή φοβήθηκα να γράψω τα κείμενα στα ελληνικά. Όταν αργότερα πίστεψα ότι ξαναβρήκα τη γλώσσα μου, ένιωσα ευτυχής. Όμως πάντα με κυνηγάει ο εφιάλτης όσων έτυχε να ζήσουν σε πολλές πατρίδες: ότι τελικά δεν έχουν καμία. Το ίδιο νιώθεις και με τις γλώσσες, τον φόβο ότι, επειδή γνωρίζεις πολλές, καμία δεν είναι ολοδική σου.


Ας είναι καλά η αγαπημένη μου φίλη, η Αθηνά Ευθυμίου, που με τα καθαρά ελληνικά της συχνά με απομακρύνει από τη βαβούρα της Βαβέλ, ελέγχοντας καθησυχαστικά τα κείμενά μου.

 

Δημήτρης Μαυρίκιος: «Ο Δάντης μάς λέει πώς θα ξαναδούμε τα αστέρια»
Το σύνολο σχεδόν των μεταφράσεών μου αφορά θεατρικά έργα. Θα πω κάτι κοινότοπο: στο θέατρο, αλλά και σε κάθε μορφή λόγου προορισμένου να ακουστεί, ο λόγος πρέπει να ρέει. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν / LiFO

 

— Μέχρι τώρα βλέπαμε στη «Θεία Κωμωδία» να πρωταγωνιστεί παντού ο Βιργίλιος, αλλά εσείς μας επισημαίνετε την παρουσία του Μπρουνέτο Λατίνι, τον οποίο ο Δάντης συναντάει στην Κόλαση ανάμεσα στους σοδομίτες, κάτι που όντως δεν φαντάζει μονάχα ως τόλμη αλλά και ως τρομερή υπέρβαση. Θέλετε να μας πείτε περισσότερα;

Είτε μιλάμε για τον Βιργίλιο ως ιδεατό δάσκαλο της δαντικής μυθοπλασίας είτε για τον Μπρουνέτο Λατίνι, τον πραγματικό παιδαγωγό που μύησε τον έφηβο στην ποίηση ‒και ίσως όχι μόνο σε αυτήν‒, η λατρεία του Δάντη για τους δύο δασκάλους είναι δεδομένη· και μάλιστα εν πλήρει επιγνώσει του μαθητή για την ομοφυλοφιλία τους. Έχουν γραφτεί πολλά και αντιφατικά για τη σχέση του Δάντη με τον ανδρικό έρωτα. Κατά την ταπεινή μου γνώμη, ένα είναι σίγουρο, ότι μέσα στα θεοσκότεινα χρόνια του Μεσαίωνα χρειαζόταν ένα μυαλό ορθάνοιχτο, πλατύ, τόσο που να χωράει ολόκληρη την Κόλαση και τον Παράδεισο εντός του, για να εξυμνηθούν με απέραντη αγάπη και οι δύο δάσκαλοι, παρότι ένοικοι της Κόλασης.

 

Συγκριτικά με προηγούμενες περιόδους του Μεσαίωνα, την εποχή του Δάντη η ομοφοβία έχει πάρει διαστάσεις απάνθρωπες. Του 1293 είναι η πρώτη μαρτυρία για εκτέλεση «σοδομίτη» στην Ιταλία, με καταδίκη στην πυρά μετά από ανασκολοπισμό. Ο Δάντης είναι τότε 28 ετών. Ένα τέτοιο γεγονός φωτίζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο έγραψε την «Κόλαση».


Δεν έχει τόση σημασία αν η Βεατρίκη ήταν όντως ο αγνός έρωτας ενός ετεροφυλόφιλου, η εξιδανικευμένη ηγερία ενός ομοφυλόφιλου με αιχμάλωτη λίμπιντο ή το αγαπημένο αγόρι ενός άνδρα, που ήξερε να αγαπά άνδρες και που του έδωσε μορφή γυναικεία για να μπορέσει να απαθανατίσει τον έρωτά του μέσα από την τέχνη του, όπως υποστηρίζουν σήμερα κάποιοι. Σημασία έχει ότι ο Δάντης, εν μέσω μιας εφιαλτικής τρομοκρατίας εναντίον του ανδρικού έρωτα, τολμάει να υμνήσει τον Μπρουνέτο Λατίνι στο 15ο άσμα, που του το αφιερώνει σχεδόν ολόκληρο, εκφράζοντάς του αγάπη αδιαπραγμάτευτη και εκτινάσσοντάς τον σε ύψη δικαίωσης με έναν στίχο ανατρεπτικό, γεμάτο ρίσκο, στο φινάλε του άσματος. Μιλώ για τον στίχο που θα μπορούσε να είχε στείλει τον Δάντη στην πυρά, τον στίχο που μοιάζει περισσότερο με φράση από σημερινό gay pride παρά γραμμένη στα σκοτάδια του Μεσαίωνα για έναν ομοφυλόφιλο: «Έμοιαζε νικητής, όχι ηττημένος».

 

— Σίγουρα η Κόλαση μοιάζει να σημαίνει πολλά όχι μόνο για τη μαστιζόμενη από τον ιό Ιταλία αλλά και για όλο τον πλανήτη. Αλήθεια, πιστεύετε ότι θα μπορέσουμε να «ξαναδούμε τ' άστρα»;

O Domenico δεν μπόρεσε να τα ξαναδεί. Ο άντρας της φίλης μου, της Francesca, στην οποία και είναι αφιερωμένη η μετάφραση, έφυγε μέσα σε λίγες μέρες από τον ιό. Δυστυχώς, μόλις έμαθα ότι αρρώστησε και εκείνη από τον «εστεμμένο» ιό.


Θα τα δούμε, όμως, πάλι τ' άστρα. Φοβάμαι όμως ότι θα αργήσουμε, αν περιμένουμε την απόλυτη ξαστεριά που γνωρίζαμε.

 

Όσο νεότερος και υγιέστερος είναι κανείς, τόσο περισσότερες ελπίδες έχει για όλα. Είναι λίγο όπως με τις φυλακές. Αν είσαι εικοσάχρονος και φας τρία χρόνια φυλακή, κάλλιστα μπορείς να οραματίζεσαι τη ζωή σου από τα 23 και μετά. Αν είσαι ηλικιωμένος, τότε μάλλον έχεις χάσει από χέρι, ακόμα και αν υποτεθεί ότι στα 3 χρόνια θα βγεις ζωντανός από το κελί σου.

 

Αλλά ας ελπίζουμε ότι θα έρθει γρήγορα η ξαστεριά. Για όλους μας.