To «Βρέχει» της Βίλιας Χατζοπούλου, που θα παρουσιάσει ο Ακύλλας Καραζήσης στο Σχολείο στις 7, 8, 9 και 10 Ιουλίου, βασίζεται σ' έναν ινδιάνικο μύθο. Η εισβολή ενός Ξένου, φορέα του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού, διαταράσσει τη ρουτίνα και την ισορροπία μια κοινότητας Ινδιάνων. Ο λευκός Ξένος συνδέεται με 4 γυναίκες αλλά μία απ' αυτές είναι δεσμευμένη μ' έναν άνδρα του χωριού, ο οποίος αντιδρά -εντέλει ο Ξένος πεθαίνει. «Η ιστορία είναι απλή και δεν είναι τα ινδιάνικα στοιχεία που τη χαρακτηρίζουν. Το έργο μ' ενδιαφέρει γιατί εκθέτει τη σχέση ενός κόσμου κλειστού και ομοιογενούς που δεν συζητάει, με κάποιον που συζητάει και που φέρνει την αλλαγή, και μάλιστα την καλή αλλαγή, αφού ο επισκέπτης δεν είναι λ.χ. ο στρατιώτης που πάει στο Ιράκ, αλλά ένας πλάνητας» λέει ο καλός ηθοποιός και σκηνοθέτης.

Η διαφορετικότητα, έννοια που προκαλεί μεγάλες συζητήσεις τα τελευταία χρόνια, γρήγορα στρέφει τη συζήτησή μας σε σχετικά, με έμμεσο ή άμεσο τρόπο, ζητήματα. «Όταν δύο μέρη ξένα μεταξύ τους έρθουν σε επαφή, υπάρχει η πιθανότητα το ένα να εξοντωθεί από κάτι πολύ απλό, τυχαίο, που φέρει το άλλο μέρος. Οι ιθαγενείς του Αμαζονίου αποδεκατίστηκαν όταν ήρθαν σε επαφή με τους λευκούς, και εκτέθηκαν σε ασθένειες για τις οποίες ο οργανισμός τους δεν είχε αναπτύξει μηχανισμό αντίστασης. Γι' αυτό ο φόβος προς το διαφορετικό εγκυμονεί το φόβο του θανάτου. Αλλά και σε πιο μικρή κλίμακα, από τη δική μου προσωπική ιστορία, θα έλεγα πως μια μικρή οικογένεια μοιάζει με μια μικροσκοπική φυλή, που προσπαθεί να υπερασπιστεί τον εαυτό της απέναντι σε υπαρκτούς αλλά κυρίως σε φανταστικούς εχθρούς για να διατηρήσει την εσωτερική συνοχή της. Ο Ξένος μπορεί να συμβολίζει από το μικρόβιο μέχρι τον ιμπεριαλισμό, ακόμη και τον καλό ιμπεριαλισμό π.χ. την κουλτούρα που μας ήρθε από τη Δύση το '60 και το '70, λ.χ. τη μουσική του Ντύλαν και των Μπιτλς, και η οποία σε μια εποχή που η Ελλάδα ήταν σαφώς υπανάπτυκτη, άνοιξε δρόμους για τους νέους της εποχής. Ή την επίδραση του Μάη του '68 και των φοιτητικών κινημάτων στις άλλες χώρες, που άναψαν φως για τον αγώνα των Ελλήνων φοιτητών κατά της Χούντας. Αυτά μοιάζουν λίγο αυτονόητα σήμερα, αλλά ήταν μια μεγάλη ιστορία για τη γενιά που τη βίωσε» λέει στη Lifo.

O Aκύλλας Καραζήσης έζησε 15 χρόνια στη Γερμανία, στη Χαϊδελβέργη, και η απόσταση αυτή τον βοήθησε να κατανοήσει καλύτερα την ελληνική περίπτωση. «Έχουμε μια εκπαιδευτική σχέση με την Ιστορία, μία σχολική αντιμετώπιση του παρελθόντος, διόλου ουσιαστική και δημιουργική. Προσπαθώ να το δω πέραν της ηθικής, τι είναι καλό και τι κακό, να δω τι συμβαίνει και να μιλήσω για όλα αυτά, γιατί αφορούν την κοινωνία στην οποία ζω, άρα αφορούν εμένα τον ίδιο. Ας πούμε τι έγινε με την ελληνική «χειραφέτηση» από τη Μεταπολίτευση και μετά και πώς οδηγηθήκαμε σ' αυτή την τωρινή νέα συντήρηση; Θα σου πω ένα παράδειγμα: όταν μπήκα στο Γυμνάσιο, στα τέλη του '60 στη Θεσσαλονίκη, όποια μαθήτρια στις μεγάλες τάξεις ήταν πιο ζωηρή αμέσως την χαρακτήριζαν ‘πουτάνα'. Τα πράγματα άλλαξαν από το '74 και μετά αλλά αυτό δεν ήταν αποτέλεσμα διεκδικήσεων. Άλλαξαν διότι άλλαξε ο τρόπος αντίληψης της κατανάλωσης». Μου επισημαίνει ότι δεν μιλάει σαν ειδικός, απλά μεταφέρει την εμπειρία του. Συμφωνούμε πως δεν χρειάζεται να έχει μεταπτυχιακό κάποιος για να εκφέρει άποψη -αρκεί να είναι  ενεργός πολίτης- οπότε επανερχόμαστε: «Δεν συζητήσαμε ποτέ αναλυτικά και συστηματικά ότι οι μπουτίκ συνέβαλαν στη γυναικεία χειραφέτηση στην Ελλάδα: από τη στιγμή που άνοιξαν τόσα πολλά καταστήματα για γυναίκες, άρα υπήρχε ανάγκη νέου αγοραστικού κοινού, οι γυναίκες έπρεπε να βγουν από το σπίτι και να μην αντιμετωπίζονται όπως στα χωριά προ πεντηκονταετίας. Ποτέ δεν δεχθήκαμε ανοιχτά ότι η γυναίκα έχει δικαίωμα να κάνει ό,τι θέλει με το σώμα της. Όπως δεν συζητήθηκε ποτέ η καταδυνάστευση των παιδιών από τους γονείς, ούτε καν από την Αριστερά -και πώς να πάρει θέση η Αριστερά όταν η ίδια εκπροσωπούσε ένα άλλο μοντέλο αυταρχικής «οικογένειας»; Θέλω να πω, αποδεχθήκαμε σιωπηρά πράγματα εκ των υστέρων, χωρίς να τα αποδεχθούμε ως κοινωνία, συνειδητά και συλλογικά. Γι' αυτό η ελληνική κοινωνία παραμένει μια συντηρητική κοινωνία, η οποία δωροδοκούμενη από το δυτικό καταναλωτικό μοντέλο ζωής έγινε κατ' επίφαση μοντέρνα».   

Μου λέει ότι στο πλαίσιο αυτό όσοι προσπαθούν ειλικρινά να διαμορφώσουν συνείδηση ψάχνοντας κάτω από την «κουκουλωτική» επιφάνεια, γίνονται αντικείμενο αστεϊσμών ή γραφικοί. «Κάπως έτσι αναπαράγονται καταστάσεις ανισότητας μέχρι σήμερα. Δεν θα πάω μακριά: όταν βλέπω ένα βουνό ασιδέρωτα ρούχα, δεν μπαίνω στον κόπο να τα σιδερώσω, παρότι γενικά προσπαθώ να ξεπεράσω τα γνωστά στερεότυπα, σύμφωνα με τα οποία λ.χ. το σιδέρωμα είναι γυναικεία δουλειά. Οι άνδρες φωλιάζουν στην τεμπελιά, εκμεταλλευόμενοι προνόμια που τους δίνει η ίδια η κοινωνία. Αυτό, και άλλα, ανήκει στα λεγόμενα ‘τυφλά σημεία', τα οποία δεν βλέπουμε γιατί απλά κυριαρχούν».  

Ωστόσο, αν και η κοινωνία μοιάζει να συντηρηκοποιείται και να οπισθοδρομεί, στο χώρο του πολιτισμού τα πράγματα φαίνεται να εξελίσσονται, να ανοίγουν. Δημιουργοί που λίγο πριν εξέφραζαν μία «μειονοτική»σκέψη στην αγορά του θεάτρου αναλαμβάνουν επικεφαλής θεσμικών φορέων και οργανισμών, δίνοντας νέα δυναμική σ' ένα ευρύτερο σύνολο καλλιτεχνών. Αυτό δεν είναι αντίφαση;

«Σ' ένα κράτος που θέλει να λέγεται πολιτισμένο και φιλελεύθερο, απαιτείται η πολιτεία να είναι σε θέση να διακρίνει ποιοι μπορούν να προωθήσουν τον πολιτισμό και να τους δοκιμάσει σε καίριες θέσεις, ακόμη κι αν αυτοί έχουν ασκήσει κριτική στο υπάρχον σύστημα. Είναι παρήγορο δείγμα για τη χώρα μου το ότι τοποθετήθηκαν αξιόλογοι άνθρωποι επικεφαλής λ.χ. στο Εθνικό ή στο Φεστιβάλ Αθηνών. Για μένα είναι αυτονόητο ότι έτσι έπρεπε να γίνει. Το ότι ο Μαρμαρινός ανέλαβε το Σύστημα Αθήνα, να κάνει κάτι που έπρεπε αλλά δεν είχε γίνει ποτέ, με κάνει να χαίρομαι.  Κάποτε πρέπει να καταλάβουμε ότι είναι λάθος να αισθανόμαστε ελεύθεροι όταν δεν γίνονται τα αυτονόητα -και η επιφύλαξη ότι η συνδιαλλαγή με την εξουσία αμβλύνει τη δυναμική του καλλιτεχνικού προϊόντος, μου κάνει κάπως κρυπτοαριστερό σύνδρομο. Είμαστε τόσο πίσω σε τόσα πολλά πράγματα, που όσα βήματα και να γίνουν προς τα μπρος, δεν πρόκειται να σημειωθεί άμβλυνση σύντομα. Επίσης, αν κάτι δεν προχωράει σωστά -η Ακαδημία των Τεχνών, λ.χ., αν και δεν είμαι καλά ενημερωμένος επ' αυτού- δεν σημαίνει ότι πρέπει να αρνηθούμε συλλήβδην τα άλλα καλά που συνέβησαν». 

Ο Ακύλλας  Καραζήσης μου λέει ότι η μεγάλη κουβέντα και ο εμφύλιος πόλεμος στο θέατρο αυτή τη στιγμή είναι για το είδος της δραματουργίας και την αισθητική αντίληψη. Κανείς πια δεν κάνει πολιτικό θέατρο («Εντάξει, με δέκα συνεπαγωγές όλα είναι πολιτικά, σχολιάζει, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι πολιτικό θέατρο» σχολιάζει) και καταλήγει με την εξής αιρετική άποψη: «Με τους όρους της δραματουργίας και του αισθητικού γεγονότος πρέπει να κρίνουμε και την κοινωνία. Εξετάζοντας το κοινωνικό γεγονός με όρους αισθητικούς, η διάγνωση είναι βαθύτερη απ' αυτήν του κοινωνικο-οικομικού μοντέλου προσέγγισης».  

Θέλει να κλείσει την κουβέντα μας με την παράσταση που ετοιμάζει -εύλογο: «Έχει μουσική δομή, που σημαίνει συνειρμικής λογικής, και βασίζεται σε ανθρώπους που η βιογραφία τους  μοιάζει με τη δική μου. Μου αρέσει να δουλεύω με συγγενείς (όπως η γυναίκα μου ή η αδελφή μου, η Νατάσσα, που είναι ζωγράφος και εδώ μου κάνει τα σκηνικά) γιατί θέλω να μιλώ την ίδια γλώσσα και γιατί δεν μ' αρέσει ο ξερός επαγγελματισμός -προτιμώ τον ενθουσιώδη ερασιτεχνισμό. Η παράσταση για μένα σημαίνει ομαδικότητα, όπως σ' ένα τραγούδι που τραγουδάμε όλοι μαζί».