«Δεν θα δείτε ούτε την Κονιόρδου, ούτε την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη. Το 'χω πάρει ψύχραιμα το ζήτημα: θα είμαι εγώ, με τα δικά μου χαρακτηριστικά. Το δικό μου δυνατό σημείο, ας πούμε, έχει να κάνει με το σώμα και την έκφρασή του. Καθένας βγαίνει με τα όπλα του και, τελοσπάντων, ο ρόλος είναι τόσο πλούσιος, που οι προηγούμενες ερμηνείες δεν τον εξάντλησαν», λέει στη Lifo.

Για να πιάσουμε το νήμα από την αρχή, της ζητώ να μου πει πώς μπήκε στην περιπέτεια του θεάτρου. «Έχω την πιο μπανάλ ιστορία ηθοποιού», μου λέει. «Ήθελα από μικρή να γίνω ηθοποιός και ξεκίνησα πράγματι από πολύ μικρή, γιατί η Κυβέλη Μυράτ, η εγγονή της μεγάλης Κυβέλης, έφτιαξε ερασιτεχνική θεατρική ομάδα με παιδάκια από το σχολείο στο Παλαιό Φάληρο, όπου μεγάλωσα, κι έτσι από 7 έως 18 χρόνων συμμετείχα κι εγώ. Λόγω του οικογενειακού θεατρικού παρελθόντος της, η κυρία Μυράτ ετοίμαζε μ' εμάς παραστάσεις, όχι απλά σκετσάκια. Μάλιστα, στα δεκάξι μου είχα παίξει ξανά την Ηλέκτρα του Σοφοκλή, στο Βεάκειο στον Πειραιά.»

Στη συνέχεια, βέβαια, το μέλλον της επιφύλαξε εκπλήξεις. Την πρώτη χρονιά που έδωσε εξετάσεις, δεν την πήρε ούτε η Σχολή του Θεάτρου Τέχνης ούτε του Εθνικού. «Κατάλαβα ότι η προηγούμενη εμπειρία δεν σήμαινε τίποτα τελικά. Ότι έπρεπε να το δω αλλιώς, πιο σοβαρά και απαλά. Κατά σύμπτωση, βρέθηκε στο δρόμο μου η Χρύσα Ρώπα, στον γιο της οποίας έκανα γαλλικά, και με βοήθησε στους μονολόγους. Έτσι, τη δεύτερη χρονιά πέρασα στη σχολή του Εθνικού. Εντάξει, μετά πήρα τα πάνω μου, ήμουν αριστούχος αλλά, θέλω να πω, έπρεπε να αποτύχω για να καταλάβω ότι καμιά φορά τα πράγματα ούτε είναι όπως νομίζουμε, ούτε έρχονται όπως επιθυμούμε. Προσγειώθηκα».

Είναι μόνο 27 χρόνων, αλλά ήδη διακρίνεις στην προσωπικότητά της τα στοιχεία που εξηγούν πώς, στη σχολή ακόμη, τη διάλεξε ο Στάιν για το Χορό των Αμαζόνων στηνΠενθεσίλεια, πέρσι ο Βογιατζής για τον ρόλο του Τειρεσία και τώρα πάλι ο Στάιν για το μεγάλο ρόλο της Ηλέκτρας.

«Ο Στάιν έκανε οντισιόν για τις Αμαζόνες στην Πενθεσίλειατου Κλάιστ. Ζητούσε χορεύτριες. Μια φίλη μού λέει "Αφού κάνεις τόσα χρόνια χορό γιατί δεν πηγαίνεις;" Πήγα, λίγο στην πλάκα, και πώς έγινε και τελικά με πήρε. Σταμάτησα τη σχολή αναγκαστικά για δύο χρόνια γιατί με ζήτησαν για δυο ακόμη παραστάσεις στην Ιταλία. Είχα τύχη κι έπεσα στα καλά χέρια της Σερένα Σινιγκάλια, μιας σπουδαίας, πολλά υποσχόμενης σκηνοθέτιδας, που είναι μόνο τριάντα χρονών και ήδη σκηνοθετεί στο Πίκολο Τεάτρο. Έπαιξα και τη μουγγή κόρη στο Μάνα Κουράγιο στο Πίκολο. Αλλά στο Μιλάνο δεν είναι εύκολο να ζήσεις - είναι πόλη για δουλειά. Ούτε βόλτες ούτε τίποτα, τα πάντα κλείνουν στις 7.30 το βράδυ. Δεν υπάρχει περίπτερο, δεν βρίσκεις ταξί. Χάλια. Πάντως, το θέατρο στην Ιταλία υστερεί σε σχέση με της Αθήνας και σε θέματα αγοράς και, το πιο σημαντικό, σε ποιότητα».

Μου επιβεβαιώνει κάτι που έχω καταλάβει προ πολλού: οι ηθοποιοί είναι οι πρώτοι που καταλαβαίνουν αν η παράσταση στην οποία συμμετέχουν είναι καλή ή όχι. «Το πρόβλημα είναι ότι συχνά χάνουμε την ορθή μας κρίση σε σχέση με την προσωπική μας ερμηνεία. Έχω δει τρομερά πράγματα: να πιστεύεις ότι είσαι ειλικρινής κι αληθινός και πάνω στη σκηνή να βγαίνει το ακριβώς αντίθετο! Γιατί, εντάξει, μπορεί συχνά το ζητούμενο να είναι να παρασύρεσαι από τη σκηνική δράση, να "χάνεσαι" μέσα σ' αυτό που συμβαίνει, αλλά τι γίνεται όταν οι ωραίες ιδέες που εκφράζουμε δεν αντιστοιχούν πουθενά στη σκηνική μας ερμηνεία; Δεν κατηγορώ κανένα γιατί δεν είμαι σίγουρη ούτε για τον εαυτό μου. Έχω κι εγώ αυτό το δαιμόνιο που θέλει λ.χ. να αποδεικνύει πόσο καλή είμαι και πως δίκαια πήρα τον ρόλο».

Λέει πως στην πρόβα είναι συνέχεια με το «τρίτο μάτι» ανοιχτό, προσπαθώντας να καταλάβει τι είναι αυτό που κάνει κάθε φορά. «Πέρσι με τον Λευτέρη Βογιατζή, στην προετοιμασία της Αντιγόνηςήρθα πολύ άγρια αντιμέτωπη με τον εαυτό μου. Νόμιζα ότι κατάφερνα πράγματα κι ότι έκανα το σωστό και ο Λευτέρης μου αποδείκνυε με "επιστημονική" ακρίβεια πόσο λάθος ήμουν. Βάζει μπροστά σου έναν τεράστιο καθρέφτη και τρομάζεις μ' αυτό που βλέπεις - σου λέει, ας πούμε, ότι έχεις την τάση να κάνεις αυτό, εσύ σκέφτεσαι "καμία σχέση με μένα" και μετά πιάνεις το κείμενο, απλά το διαβάζεις και διαπιστώνεις ότι έχει δίκιο! Μέσα απ' αυτή τη διαδικασία σου αποκαλύπτει τόσα πράγματα γι' αυτό που είσαι και για το πώς εντέλει αντιμετωπίζεις το επάγγελμά σου που, παρά την κρίση που πέρασα (όπως και πολλοί άλλοι που έχουν δουλέψει μαζί του), του χρωστώ πολλά. Αν δεν είχα την περσινή εμπειρία της Αντιγόνης, όχι, δεν θα τολμούσα, δεν θα μπορούσα να ερμηνεύσω τώρα την Ηλέκτρα. Δεν υπάρχει τίποτα πολυτιμότερο για μένα απ' αυτά που μου έδειξε ο Λευτέρης».

Δεν τη φοβίζει η Επίδαυρος. «Αυτά τα περί δέους τα ακούω από μικρή. Μεγάλα λόγια! Φρόντισα να πετάξω εγκαίρως αυτό το βάρος από πάνω μου. Πέρσι, λ.χ., με την Αμαλία Μουτούση και τον Δημήτρη Ήμελλο ξυπνήσαμε μια μέρα στις 6 το πρωί και πήγαμε στο θέατρο χωρίς το άγχος της πρόβας ή της παράστασης. Είπαμε απλώς τα λόγια μας, ο ένας στη σκηνή κι ο άλλος ψηλά, στο πάνω διάζωμα, και καταλάβαμε ότι αυτό που συμβαίνει την ώρα την παράστασης δεν είναι καθόλου κάτι το φοβερό. Ούτε σαν λιοντάρι που απειλεί να σε φάει ούτε τίποτα τέτοιο. Όταν το θέατρο γεμίζει από κόσμο αισθάνομαι να "μεγαλώνω" κι εγώ, να γίνομαι ένα μαζί του· ηθοποιοί και κοινό μαζί. Αν ο χώρος έχει κάτι θείο, κάτι θείο έχει και ο καθένας από μας μέσα του. Ένας συντονισμός χρειάζεται και μάλιστα απαλά, χωρίς έντονη προσπάθεια. Τουλάχιστον γι' αυτό προσπαθώ».

Θα ερμηνεύσει την Ηλέκτρα σαν πεισμωμένο παιδί, που κυλιέται στη λάσπη και διαμαρτύρεται, απόλυτα πεπεισμένο ότι έχει δίκιο. Στην πρόταση του Στάιν η ηρωίδα νιώθει ότι πρέπει να κρατήσει ζωντανό το παλιό σκάνδαλο γιατί, αν πάψει να φωνάζει και να ωρύεται, θα χαθεί και ο μύθος. Η φωνή της και το σώμα της είναι το μοναδικό της όπλο - και η άρνηση, όπως ένα παιδί που, όταν πεισμώσει, κλείνει τα αυτιά για να μην ακούει ή αρνείται να μιλήσει. «Είναι μια κλασική παράσταση αλλά εντελώς γεωμετρημένη: κάθε τι που υπάρχει σ' αυτήν είναι βαλμένο προσεκτικά και μελετημένα», σχολιάζει.

Τον χειμώνα η Στεφανία Γουλιώτη θα συμμετέχει στη χοροθεατρική παράσταση Βossa Nova, που θα ετοιμάσει οΚωνσταντίνος Ρήγος για το Εθνικό Θέατρο, αλλά Δευτέρες και Τρίτες θα συνεχίσει στην Ερωτευμένη Νέκρη στο Αμφιθέατρο, μαζί με τους φίλους της από τη σχολή, τον Νικόλα Παπαγιάννη και την Κατερίνα Ευαγγελάτου.