Δημήτρης Καραντζιάς

Ηθοποιός, σκηνοθέτης, καλλιτεχνικός διευθυντής του Vault

 

Η τέχνη, για τον οργανισμό μας, δεν είναι απλώς απαραίτητη αλλά και πιο ουσιαστική από την τροφή και το νερό


Ένας χρόνος με κλειστά θέατρα. Ένας χρόνος μακριά από τα «σπίτια» μας. Γιατί για πολλούς από εμάς το θέατρο δεν είναι απλώς ο εργασιακός μας χώρος, είναι το μέρος όπου δημιουργούμε, υπάρχουμε, αναπνέουμε. Η τέχνη, για τον οργανισμό μας, δεν είναι απλώς απαραίτητη αλλά και πιο ουσιαστική από την τροφή και το νερό. Η εκκίνηση και η αφετηρία κάθε σκέψης μας, κάθε πράξης μας. Παρέες μας είναι οι συνάδελφοι και οι συνεργάτες μας, που εμπλουτίζονται με κάθε νέα συνεργασία. Δεν είναι απλώς οι φίλοι μας, είναι οι οικογένειές μας.

 

Έναν χρόνο πριν. Μια Αθήνα γεμάτη παραστάσεις. Σε ένα στενό, στη Μελενίκου, λίγα λεπτά μακριά από το Γκάζι, ένα θεατράκι γεμάτο κόσμο, το Vault. Οκτώ παράλληλες παραστάσεις την εβδομάδα παρουσιάζονταν στις δύο σκηνές του. Πρεμιέρες να ετοιμάζονται, πρόβες εντατικές, πρόβες χαλαρές, συναντήσεις, συζητήσεις με νέους δημιουργούς, με παλιούς, για καινούργια σχέδια, καινούργια πρότζεκτ. Θεατρικά εργαστήρια, μαθητές, θεατές. Όνειρα, ζωή. Μια γειτονιά, η Μελενίκου, που έσφυζε από ζωή, από κόσμο.

 

Ακριβώς απέναντι από το Vault, το Calderone, δίπλα το Ίσον, λίγο πιο κάτω η Λήθη, το Παυσίλυπον, το Ραφίκι, η Laika, όλα γύρω από το ψιλικατζίδικο της κυρίας Άννας, πιο κάτω οι Θεσσαλοί, το ImProva, πίσω μας η Αθηναΐδα, το Soirée de Votanique, λίγο πιο πέρα το Βαφείο, το Eliart, το Olvio, o Λύχνος, το Baumstrausse... Όλα σε μια ακτίνα εκατόν πενήντα μέτρων. Μια μικρή καλλιτεχνούπολη. Και... μπαμ!

 

Πριν από μία βδομάδα πέρασα από τη γειτονιά. Στον δρόμο σφίχτηκε η καρδιά μου. Τα πάντα νεκρά. Παρατημένα. Μπήκα στο θέατρο γρήγορα, έκανα μια βόλτα κι έφυγα το ίδιο γρήγορα. Δεν αντέχονται τα άδεια κτίρια. Πέρασα να πω μια καλησπέρα στην κύρια Άννα. Το ψιλικατζίδικο έκλεινε. Οριστικά. Μετά από τόσα χρόνια. «Δεν έχει νόημα να συνεχίσουμε με όλα τα μαγαζιά γύρω μας κλειστά, δεν αντέχουμε πια να το κρατήσουμε. Ελπίζουμε εσείς να τα καταφέρετε!» 

 

Έναν χρόνο κλεισμένοι σπίτια μας, περιμένοντας να ξαναπάρουμε πίσω τις ζωές μας. Μα εκείνο το «δεν αντέχουμε πια να το κρατήσουμε» πολύ με πείραξε.

Αργυρώ Μποζώνη

 

Εύα Κολόμβου

AΝ Club

Εύα Κολόμβου
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Δεν σταματάμε να ονειρευόμαστε την επόμενη μέρα

Οι τοίχοι του ΑΝ έχουν να πουν αμέτρητες ιστορίες, καθώς έχει χτιστεί με τον ιδρώτα της έκφρασης των μουσικών. Εδώ και έναν χρόνο έχει αδειάσει από ψυχές, συναισθήματα, φωνές, νότες και δημιουργίες και στέκει μόνο, προσδοκώντας την επιστροφή των καλλιτεχνών και όλων όσα το προσδιόρισαν. Για μένα το AΝ είναι ένας ζωντανός οργανισμός που αφουγκράζεται τις συνθήκες και νιώθει τις ανάγκες των ανθρώπων. Ευελπιστώ να ανοίξουν σύντομα οι πόρτες του, για να αγκαλιάσει ξανά τα χαμόγελα των επισκεπτών του.

 

Όσοι βρισκόμαστε πίσω από αυτό, παλεύουμε με την όλη κατάσταση, που είναι δύσκολη σε ολόκληρο τον κόσμο. Όμως δεν σταματάμε να ονειρευόμαστε την επόμενη μέρα. Κανείς δεν είχε προετοιμαστεί για κάτι τέτοιο και μοιάζει σαν να έγινε pause στη ζωή μας. Οι δράσεις και οι ιδέες μας εγκλωβίστηκαν μέσα στον βίαιο, αλλά αναγκαίο εξαναγκασμό των μέτρων που ισχύουν και τώρα έχουν συσσωρευτεί, έτοιμες να ξεχειλίσουν. Η πανδημία μάς υπενθύμισε πως τίποτα δεν είναι δεδομένο. Δυστυχώς, η συνειδητοποίηση έρχεται μέσα από τον πόνο και τα βάσανα, τα οποία κανείς μας δεν μπόρεσε να αποφύγει.

 

Επιλέγω να πιστεύω πως οι περισσότεροι, τουλάχιστον, βρισκόμαστε στην εξέλιξη μιας κοινωνικής και εσωτερικής επανάστασης, μέσα στην οποία διαμορφώνονται νέες πεποιθήσεις και δημιουργούνται καλύτερες θεωρήσεις σχετικά με τον τρόπο που θα λειτουργεί ο κόσμος στο εξής. Άλλωστε, ο τρόπος που αντιλαμβάνεσαι και επεξεργάζεσαι τις εξωτερικές συνθήκες μπορεί να σε εξυψώσει και να σε εξελίξει ή να σε βυθίσει στη μετριότητα.

 

Όσον αφορά τα διαδικτυακά live, στερούνται την άμεση επαφή μεταξύ του κοινού και των μουσικών, την αγκαλιά και το τσούγκρισμα της μπίρας με αγνώστους, το mosh pit, το stage diving, τον δυνατό χτύπο της καρδιάς για το απρόσμενο show που θα ακολουθήσει. Από την άλλη, έστω και με αυτόν τον τρόπο ενεργοποιείται η δημιουργία και συντηρείται κάπως η δυνατότητα έκφρασης της τέχνης. Αυτήν την ώρα είναι η μοναδική διέξοδος των καλλιτεχνών, που δεν πρέπει να απομονωθούν για κανέναν λόγο, αν θέλουμε να έχουμε λόγο ύπαρξης. 

Μαρία Παππά

 

Odile Brehier

Μεταφράστρια, ιδιοκτήτρια του Λεξικοπωλείου 

Odile Brehier
Η Odile Brehier και η ομάδα του «Λεξικοπωλείου». Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


Κανένας δεν θέλει να βλέπει το σπίτι του με κατεβασμένα ρολά

Τον Δεκέμβριο του 2021 το Λεξικοπωλείο θα κλείσει δέκα χρόνια. Ελπίζω τότε να μπορέσουμε να κάνουμε ένα μεγάλο πάρτι. Οι πωλήσεις έχουν πέσει πολύ, είναι μια καταστροφή, αλλά δεν θέλω να μπω στο οικονομικό σκέλος, ούτε να σταθώ σε αυτό. Έχουμε πει με όλα τα παιδιά μαζί, σε δυο-τρεις μεγάλες συζητήσεις που κάναμε, ότι θα το πάμε μέχρι τέλους, θα κρατήσουμε γερά και αν δεν πετύχουμε, δεν πειράζει.

 

Στο Λεξικοπωλείο, ο Γιάννης, ο Διαμαντής, ο Νικόλας, ο Σιλβάν, θέλουν να με προστατεύσουν και δεν με αφήνουν να πηγαίνω κάθε μέρα, έτσι κάνω το back office και προσπαθώ να οργανώσω μια κατάσταση για να είμαστε έτοιμοι όταν μπορέσουμε να ανοίξουμε. Φυσικά, δεν χρειάζεται να πω ότι το Λεξικοπωλείο είναι το σπίτι μου και ότι κανένας δεν θέλει να βλέπει το σπίτι του με κατεβασμένα ρολά.

 

Έχω την τύχη να μαθαίνω πολλά από τους αναγνώστες μας, αυτή η κουβέντα που μου έχει λείψει περισσότερο. Μου έχει λείψει να μπαίνει ένας άνθρωπος στο βιβλιοπωλείο και να πίνουμε ένα νερό, έναν καφέ, να βλέπω τα παιδιά να πηγαινοέρχονται, να μπαίνουν σκυλιά, γατιά, να μιλάμε για βιβλία, να τσακώνονται για ένα βιβλίο, να ανεβοκατεβαίνουμε τις σκάλες, μου έχει λείψει η καθημερινότητα στη γειτονιά, οι γείτονες που κάνουν κάθε μέρα μια στάση για ένα «καλημέρα». Το παλεύουμε όλοι μαζί κι έχουμε βάλει στοίχημα να μη χάσουμε ούτε την υπομονή μας ούτε το χιούμορ μας». 

Αργυρώ Μποζώνη

 

Μιχάλης Ζέης

Τριανόν 

Μιχάλης Ζέης
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Ο κινηματογράφος, ως χώρος, θα εκτιμηθεί περισσότερο απ’ ό,τι πριν από τον κορωνοϊό

Όπως όλοι, είμαστε σε μια βαριά κατάθλιψη επειδή είμαστε κλειστά. Ο κινηματογράφος είναι άδειος. Πήγαινα συνέχεια εκεί για διάφορες εργασίες. Πονάς, βλέπεις έναν χώρο ο οποίος δεν είναι αξιοποιήσιμος. Παρ’ όλα αυτά, πιστεύω ότι ο κινηματογράφος, ως χώρος, θα εκτιμηθεί περισσότερο απ’ ό,τι πριν από τον κορωνοϊό. Θα φανεί πόσο έντονη είναι η ανάγκη του ανθρώπου να κοινωνικοποιηθεί, να βγει έξω, να απολαύσει μια ταινία μαζί με άλλους.

 

Είδα πολλές ταινίες από το Φεστιβάλ του Βερολίνου. Έκατσα μέσα στο Τριανόν μόνος μου. Τις έβαλα στον προτζέκτορα και τις είδα για να αισθανθώ λίγο πιο κινηματογραφικά. Μιλάω με αρκετό κόσμο που του λείπει πολύ ο κινηματογράφος, ανεξάρτητα από το αν πήγαινε πριν ή όχι. Λείπει η συλλογική απόλαυση, το να είσαι μαζί με άλλους στον ίδιο χώρο και να απολαμβάνετε μια ταινία. Αυτό είναι που δίνει και στα φεστιβάλ τη μαγεία τους. Σε πολλά φεστιβάλ βλέπεις ταινίες, οι οποίες, αν παιχτούν σε γεμάτες αίθουσες, έχουν τελείως διαφορετικό αντίκτυπο πάνω σου. Τώρα, με τον κορωνοϊό, το διαπιστώνω πολύ έντονα. Ο κινηματογράφος είναι κάτι ξεχωριστό, το οποίο δεν υποκαθίσταται οικιακά, όπως και καμία άλλη τέχνη. Το τονίζω περισσότερο σε σχέση με τον κινηματογράφο, γιατί ο κόσμος έχει αρχίσει να θεωρεί ότι μπορεί να υποκατασταθεί.

 

Το Τριανόν έχει ένα πολύ μεγάλο φουαγέ, έναν πολύ μεγάλο χώρο υποδοχής και κάθε φορά, πριν αρχίσει μια ταινία, ειδικά αν ήταν πετυχημένη, που ξέραμε ότι θα λειτουργούσε καλά και από άποψη κοινού, «ήμασταν έτοιμοι για τη μάχη». Έρχεται ο κόσμος, κάθεται, πάει στο μπαρ, κυκλοφορεί, ακούει μουσική στο φουαγέ, μπαινοβγαίνει, συζητάει, είναι μια γιορτή. Το να βλέπεις άδειο έναν χώρο φτιαγμένο για να υποδέχεται τον κόσμο οπωσδήποτε είναι κάτι πολύ θλιβερό. Δεν θέλω να μιλάω ναρκισσιστικά, μόνο για τον κινηματογράφο, γιατί αυτό συμβαίνει σε όλους τους χώρους.

 

Εμείς, στο Τριανόν, επειδή είμαστε και θερινός, ζήσαμε κάποιες στιγμές αίγλης το καλοκαίρι που μας πέρασε. Είδα αρκετές καινούργιες ταινίες και ένιωσα πόσο outdated είναι σε σχέση με αυτό που ζούμε τώρα. Βλέπω πολλές ταινίες που θα ήταν πολύ ωραίες, αλλά μου φαίνονται παλαιικές, παρότι μπορεί να γυρίστηκαν πέρσι. Εννοώ ότι είναι πολύ παλιές και ως φιλοσοφία και ως νοοτροπία και όσον αφορά την αίσθηση που έχουν για τον κόσμο. Μόνο και μόνο που δεν βλέπεις να φορούν πουθενά μάσκες ή ακούς να προτείνουν «πάμε σε μια συναυλία», λες «πόσο αλλού είναι;». Η ταινία, ως προϊόν, θα πρέπει κάπως να περάσει μέσα από το φίλτρο του κορωνοϊού. Αυτό το οποίο σίγουρα θα μου μείνει και θα το θυμάμαι είναι το άδειο φουαγέ όλο αυτό το διάστημα και οι προβολές, που πολλές φορές κάθομαι και βλέπω μόνος μου κάποια ταινία.

Γιώργος Ψωμιάδης