— Ας ξεκινήσουμε με τα συναισθήματά σου, λίγες μέρες πριν από την πρώτη σου Επίδαυρο.

Ξυπνάω κάθε πρωί έχοντας δει έναν εφιάλτη ή απλώς ξυπνάω χωρίς να έχω δει τίποτα, εκεί γύρω στις 4-5. Ενώ μες στη μέρα πιστεύω πως είμαι καλά, πως το ελέγχω, κρατάω χαμηλούς τόνους και είμαι ήρεμος, μου βγαίνει στον ύπνο. Είμαι σε φάση τρομερού τρεξίματος για όλα: αφίσες, φωτογραφίες, σκηνικά, φώτα…

 

— Θες να έχεις τη γενική επίβλεψη σε όλα;

Δεν είναι ότι θέλω, πρέπει. Επειδή ό,τι έχω κάνει ως τώρα είναι με λίγα άτομα, χειροποίητο, λόγω μπάτζετ, λόγω συνθηκών, έχω μάθει έτσι, δεν ξέρω πώς γίνεται αλλιώς, παρόλο που έχω τρομερούς συνεργάτες. Έχεις κάτι στο μυαλό σου και θες να είσαι σίγουρος ότι θα γίνει έτσι όπως το αισθάνεσαι, ακόμα κι αν είναι λάθος.

 

— Αυτό το άγχος υπάρχει πριν από κάθε παράσταση ή τώρα είναι πιο έντονο λόγω Επιδαύρου;

Συνήθως υπάρχει πάντα. Υπάρχει και χαρά φυσικά σε όλο αυτό, αλλά επικρατεί η αγωνία να τα καταφέρεις. Αν πάνε όλα καλά, έρχεται μετά η χαρά. Αναφορικά με την Επίδαυρο, επειδή ήταν να γίνει πέρσι, η πρώτη χαρά ήρθε όταν έγινε δεκτή η πρόταση. Μετά από τρεις ώρες είπαμε «τώρα τι κάνουμε;». Το μαθαίνεις αυτό, παλιά μου ήταν πιο βαρύ, τώρα μου είναι οικεία συνθήκη.

 

Μου έχουν πει για διάφορους «μη δουλέψεις με αυτόν, είναι στριφνός, δύσκολος». Μετά εγώ δεν βλέπω κάτι τέτοιο και μου λένε «μα, όλους καλούς τους βρίσκεις;». Αφού δεν μου έκανε τίποτα; Βέβαια, δεν του έκανα κι εγώ. Δεν είμαι ούτε καλός, ούτε άγιος, απλά προσπαθώ να μην είμαι κωλόπαιδο. Δεν θέλω, δεν με αφορά να είμαι κωλόπαιδο.

 

— Γιατί επέλεξες την «Ιφιγένεια εν Ταύροις»;

Όταν επιλέξαμε το έργο δεν είχε συμβεί ακόμα η πανδημία – και το λέω αυτό γιατί έχει δύο στοιχεία που είναι φοβερές συμπτώσεις σε σχέση με αυτό που ζούμε. Είναι από τις ιστορίες που δεν έχουν πολυειπωθεί. Είναι γνωστό έργο, αλλά δεν το ξέρεις όπως τη «Μήδεια» ή τον «Οιδίποδα». Μιλά για την αδερφική αγάπη, που συνήθως δεν τη βρίσκεις σε τραγωδίες. 

 

Η Ιφιγένεια είναι φυλακισμένη στη χώρα των Ταύρων και προσπαθεί να το σκάσει με τον Ορέστη. Διαδίδουν, λοιπόν, ότι υπάρχει ένα μίασμα σε όλη τη χώρα και ότι όλοι πρέπει να μείνουν στα σπίτια τους για να σωθούν. Λέγαμε πως θα νομίζει ο κόσμος ότι κάναμε διασκευή στο έργο!

 

Η άλλη σύμπτωση, σε σχέση με τον Covid, είναι πως είχα σκεφτεί από την αρχή η σκηνή της αναγνώρισης να γίνει με μια δυνατή αγκαλιά. Μετά από όλο αυτό που έγινε, που για πάνω από έναν χρόνο δεν μπορούμε να αγγιχτούμε, να αγκαλιαστούμε, και πια το να αγκαλιάσεις τον παππού σου, τη γιαγιά σου, τον σύντροφό σου, έγινε μη κανονικό, είναι μια στιγμή του έργου που θα τη δούμε αλλιώς φέτος.

 

— Αδέρφια έχεις;

Ναι.

 

Γιώργος Νανούρης σκηνή
Ό,τι και να λέμε, η Επίδαυρος είναι ένα διαφορετικό βήμα. Λες «έχω κάνει μια φορά την Επίδαυρο» – παρόλο που μέσα μου δεν θέλω να το μεγαλοποιώ, αλλά ούτε και να μειώνω τη σημασία του. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO, στο υπό κατασκευή σκηνικό της παράστασης
 
 

 

— Η σχέση σου μαζί τους, μια και μιλάμε για αδερφική αγάπη, ποια είναι;

Επειδή είμαστε σε διαφορετικές ηλικίες, πρακτικά είμαστε απομακρυσμένοι. Ουσιαστικά όμως είμαστε πολύ δεμένοι: ό,τι και να συμβεί, ό,τι ώρα να είναι, αν χτυπήσει το τηλέφωνο, κατευθείαν γίνεται ένα αυτόματο μάζεμα. Είναι τελείως διαφορετικό αυτό που ζουν βέβαια ο Ορέστης και η Ιφιγένεια, αλλά με το που αναγνωρίζονται, υπάρχει αυτό το δέσιμο, το αίμα, που υπάρχει και σε εμάς.

 

— Η χώρα των Ταύρων είναι η σημερινή Κριμαία, μια περιοχή με μακρά ιστορία, όπου αυτή τη στιγμή επικρατεί εμπόλεμη κατάσταση, ανάμεσα στη Ρωσία και την Ουκρανία που τη διεκδικούν. Η δική σου προσέγγιση στο έργο ποια θα είναι; Θα δούμε μια κλασική ανάγνωση ή θα υπάρχουν νεωτερισμοί και σημερινά στοιχεία;

Θα δείτε αυτό που πιστεύω ότι θέλει να πει ο Ευριπίδης. Δεν έχω βάλει κανέναν μοντερνισμό στο έργο. Δεν ξέρω αν θα είναι μια κλασική παράσταση, αυτό δεν μπορώ να το πω, αλλά θα είναι σίγουρα μια πολύ απλή, λιτή παράσταση. Οι αναφορές μου είναι οι παραστάσεις τραγωδίας του ’30 – απλότητα, όχι όμως φολκλόρ και αρχαιοελληνικούρα, αλλά και τίποτα μοντέρνο.

 

Νομίζω ότι θα είναι τόσο έντονες οι ερμηνείες των ηθοποιών και γυμνές από οποιαδήποτε τερτίπια, όπως γυμνές θα είναι και οι φωνές των κοριτσιών του Χορού, γιατί η ιδέα που είχα ήταν να μην υπάρχει κανένα μουσικό όργανο και όλη η μουσική να παράγεται μόνο από τις φωνές τους. Θέλω να πιστεύω ότι θα δείτε ένα σύνολο ερμηνευτών που με λιτά μέσα θα σας κάνουν να καταλάβετε καλά την ιστορία αυτή. Είμαι σίγουρος ότι σε δυο-τρία σημεία θα συγκινηθείτε πολύ. 

 

— Αυτό που περιγράφεις ακούγεται πιστό στη λιτότητα που ακολουθείς γενικά στις παραστάσεις σου. Κάπως την έχεις ξανακάνει μόδα τα τελευταία χρόνια, με την «Κατερίνα», το «Χειρόγραφο», τον «Αίαντα»: απλά εκφραστικά μέσα, καλές ερμηνείες και έμφαση στη σκηνοθετική καθοδήγηση των ηθοποιών. Κάπως σαν να μη χρειάζονται πολλά-πολλά.

Κατ’ αρχάς χαίρομαι που το λες. Εγώ δεν ήθελα ποτέ στη ζωή μου να γίνω σκηνοθέτης, είναι κάτι που ούτε το είχα σκεφτεί, ούτε το είχα ονειρευτεί. Δεν έχω ποτέ στο μυαλό μου, όταν κάνω μια παράσταση, τι θα κάνω σκηνοθετικά. Το μόνο που θέλω είναι να πω την ιστορία που έχω επιλέξει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, να την καταλάβει ο θεατής, να τη ζήσει, να μπει μέσα σε αυτή. Δεν είναι το θέμα μου η σκηνοθετίλα.

 

Θεωρώ ότι πρώτα στο θέατρο έρχονται το κείμενο και ο ερμηνευτής. Όλα τα άλλα γίνονται για να στηρίξουν την ερμηνεία και για να κάνουν την παράσταση πιο θελκτική – δεν τα έχω σε δεύτερη μοίρα, αλλά ξέρω ότι χωρίς αυτά μπορεί να υπάρξει ερμηνεία. Αν δεν υπάρχει ερμηνεία όμως, όσο ωραίες ιδέες κι αν βρω σκηνοθετικά, όσο ωραία φώτα, κοστούμια, σκηνικά, δεν έχω παράσταση. Εγώ θέλω, σ’ αυτή τη μιάμιση ώρα, το στομάχι σου να πάθει κάτι, να συγκινηθείς, να γελάσεις. Βέβαια η ερμηνεία σχετίζεται με τη σκηνοθεσία. Από εκεί λοιπόν ξεκινάω.

 

Ιφιγένεια
Ο Γιώργος Νανούρης με τους πρωταγωνιστές της παράστασης «Ιφιγένεια η εν Ταύροις». Φωτ.: Γιώργος Καπλανίδης
 
 

 

— Εδώ θα έχεις όλους τους πρωταγωνιστές των μέχρι τώρα πιο επιτυχημένων παραστάσεών σου: Λένα Παπαληγούρα, Χάρις Αλεξίου, Μιχάλη Σαράντη. Νιώθεις ασφαλής που σε αυτή την πρώτη Επίδαυρο κατεβαίνεις μαζί τους;

Μα, το ήθελα πολύ. Δεν θα μπορούσα αλλιώς. Ό,τι και να λέμε, η Επίδαυρος είναι ένα διαφορετικό βήμα. Λες «έχω κάνει μια φορά την Επίδαυρο» – παρόλο που μέσα μου δεν θέλω να το μεγαλοποιώ, αλλά ούτε και να μειώνω τη σημασία του. Ως ηθοποιός έχω παίξει δυο φορές, αλλά ως σκηνοθέτης ήθελα να έχω ανθρώπους που μαζί τους έχω κάνει πράγματα καλά και τους εκτιμώ – όχι επειδή είναι φίλοι μου, δεν θα έπαιρνα ποτέ κάποιον σε δουλειά επειδή τον αγαπώ μόνο, αν δεν μου έκανε για τον ρόλο.

 

Πήρα ανθρώπους με τους οποίους αισθάνομαι ασφαλής να δουλέψω. Αν έπρεπε να γνωρίσω από την αρχή καινούργιους ανθρώπους, να βρούμε κώδικες, μαζί με το βάρος της Επιδαύρου, θα δεκαπλασιαζόταν το άγχος και η αγωνία μου. Ακόμα και με τον Πυγμαλίωνα (Δαδακαρίδη) και τον Νίκο (Ψαρρά) έχουμε παίξει μαζί, ως ηθοποιοί, στην Επίδαυρο.

 

— Τι εκτιμάς περισσότερο σε καθέναν από τους τρεις πρωταγωνιστές σου;

Πέραν της δεδομένης, αληθινής αγάπης που έχουμε ο ένας για τον άλλο, η Λένα είναι ένας πολύ κανονικός άνθρωπος. Έχουμε ζήσει μαζί όλο αυτό το πράγμα με την «Κατερίνα», θα μπορούσε να γίνει ξαφνικά μια άλλη – δεν λέω ότι είναι αφύσικο, δεν μπορώ να το κατηγορήσω. Δουλεύει τρομερά πολύ, ξέρω ότι αυτό που θα συμφωνήσουμε, αυτό ακριβώς θα κάνει. Τόσα χρόνια με την «Κατερίνα», ερχόταν από διπλές παραστάσεις, από πρόβες, έπαιζε έγκυος, δεν επηρεάστηκε ποτέ η παράσταση. 

 

Η Χαρούλα πάντα για μένα είναι η Χάρις Αλεξίου, όσο κι αν την αγαπώ, όσο κι αν έχουμε πια μια οικειότητα που και η ίδια την έχει επιτρέψει. Δεν αλλάζει αυτό. Θεωρώ ότι ταιριάζει πολύ σε αυτό που θα κάνω. Η Αθηνά είναι η μόνη θεά ανάμεσα στους θνητούς. Στη διανομή η Χαρούλα είναι η μόνη τραγουδίστρια ανάμεσα στους ηθοποιούς…

 

— … και μάλιστα μετά την πρόσφατη δική της απόφαση ότι θα σταματήσει να τραγουδά ζωντανά.

Ακριβώς. Χαίρομαι που είμαι μια αφορμή για να κάνει κάτι άλλο στη σκηνή, να υπάρξει αλλιώς. Και πάλι όμως, δεν θα το έκανα αν δεν θεωρούσα ότι ταιριάζει πολύ και ότι θα το κάνει καλά.

 

Ε, ο Μιχαλιός είναι κάτι άλλο, μαζί του έκανα για πρώτη φορά κάτι που μου πρότειναν. Ως τότε, ό,τι έκανα ήταν δικές μου ιδέες. Ο Μιχάλης ήρθε και μου είπε ότι ήθελε να κάνει τον «Αίαντα» μαζί με έναν φίλο του, ζωγράφο, και ότι μόνο εγώ θα μπορούσα να το σκηνοθετήσω. Κατευθείαν ένιωσα μεγάλο ενδιαφέρον – δεν είχα ξανακάνει τραγωδία, και μάλιστα σε κλειστό χώρο, με έναν ηθοποιό να υποδύεται 9 ρόλους, μαζί με έναν ζωγράφο. Ενώ έχει φίλους σκηνοθέτες, κάπως του ήρθε ότι εγώ μπορώ να το κάνω καλύτερα, και αυτό ήταν συγκινητικό. Ευτυχώς πήγαν όλα πολύ καλά.

 

Οπότε με όλους είναι επαγγελματική η σχέση μου, αλλά πρωτίστως ανθρώπινη. Αυτές τις τρεις παραστάσεις δεν θα μπορούσα να τις κάνω με άλλους.

 

Γιώργος Νανούρης
Δεν έχω βάλει κανέναν μοντερνισμό στο έργο. Δεν ξέρω αν θα είναι μια κλασική παράσταση, αυτό δεν μπορώ να το πω, αλλά θα είναι σίγουρα μια πολύ απλή, λιτή παράσταση. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
 
 

 

— Τι είναι αυτό που σε συναρπάζει στο να καθοδηγείς σκηνοθετικά τις «μεγάλες κυρίες»; Εκτός από την Αλεξίου, έκανες μια μουσική παράσταση και με τη Μαρινέλλα.

Με τη Μαρινέλλα μιλάμε αν όχι καθημερινά, πάρα πολύ συχνά. 

 

— Είσαι νέος, δεν έχεις πάνω από μια δεκαετία πίσω σου στα σκηνοθετικά σου βήματα, δεν είναι προφανείς αυτές οι επιλογές. Συνδέθηκες με αυτές τις ερμηνεύτριες που έχουν τεράστια πορεία.

Κατ’ αρχάς θέλω να διευκρινίσω κάτι. Εγώ δεν θα πήγαινα ποτέ να πω στην Αλεξίου «έλα να σε σκηνοθετήσω», ούτε στη Μαρινέλλα, ούτε στον Ξαρχάκο, ούτε στον Νταλάρα. Είδαν δουλειά μου, κάτι είδαν σε μένα και ήρθαν. Τους ήξερα μόνο όπως τους ξέρεις κι εσύ. Το ότι κάπως τους έφερε η ζωή σε μένα, κάτι μου έλεγε. Γιατί σε μένα, ενώ υπάρχουν τόσοι για να διαλέξουν, πιο μεγάλοι, πιο γνωστοί;

 

Αυτοί οι άνθρωποι επειδή δεν έχουν ασχοληθεί ξανά με το θέατρο, με τον τρόπο που το κάνω εγώ, και η Χαρούλα και η Μαρινέλλα ήταν πραγματικά σαν να πηγαίνεις σχολείο και να έχεις ένα πρωτάκι που σου έχει παραδοθεί πλήρως και ό,τι του λες το κάνει. Ήταν τρομερές. Βέβαια, οφείλω να ομολογήσω ότι και με τις δύο αυτό κατακτήθηκε, δεν έγινε από την πρώτη μέρα. Είδαν τις δικές μου προθέσεις, τον τρόπο προσέγγισης.

 

Εγώ ποτέ δεν πάω να πω «γεια, είμαι ο σκηνοθέτης», πάω πολύ «ψαχτά», γνωρίζω πρώτα τον άλλο, πολύ ευγενικά, όπως με όλους τους ανθρώπους, οπότε ο άλλος όταν βλέπει ότι θα τον προστατέψεις, σου παραδίνεται. Ήταν πολύ εύκολο τελικά. Έκανα πέντε μήνες πρόβα με τη Χαρούλα και έξι μήνες με τη Μαρινέλλα, στο σπίτι τους, πέντε μέρες τη βδομάδα. Όλο αυτό φέρνει και ένα δέσιμο.

 

— Θεωρώ ότι είσαι ένα ωραίο παράδειγμα αυτού που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «outsider» στο θέατρο. Η πορεία σου έχει δικαιώσει πρώτα εσένα, έπειτα όσους σε πίστεψαν και έχει κλείσει πολλά στόματα. 

Καταλαβαίνω πώς το λες, αλλά επειδή, όπως σου είπα πριν, δεν ήθελα ποτέ να γίνω σκηνοθέτης, δεν νιώθω ότι κάποιος με είχε αδικήσει και τώρα δικαιώθηκα. Το να μη σε παίρνει κάποιος σε μια δουλειά δεν σημαίνει ότι το κάνει για να σου κλείσει την πόρτα. Μπορεί πολύ απλά να μην του κάνεις για τη συγκεκριμένη δουλειά. Δεν θεωρούσα ότι μου χρωστάνε.

 

Έλεγα ότι κάνω ένα ελεύθερο επάγγελμα, μπορεί να μη μου κάτσει ποτέ, μπορεί να μου κάτσει λίγο. Ήθελα να δοκιμάσω, να μην απωθημένα. Ενώ το θέμα του ηθοποιού πήγαινε καλά, δεν πήγαινε τόσο καλά όσο της σκηνοθεσίας, κι άρχισα να βλέπω ότι κάτι μου δείχνει η ζωή εκεί. Μέχρι που έγινε η «Κατερίνα» στη φάση της κρίσης, που δεν ήμουν καλά – έτσι προέκυψε και ο φακός, επειδή δεν είχα μία και πήρα έναν φακό από το περίπτερο που έκανε 10 ευρώ. Και μετά όλα ήρθαν μόνα τους, δεν ξανακυνήγησα τίποτα μετά την «Κατερίνα», κάθε άλλο, άφησα πράγματα, στην αρχή έλεγα σε όλα όχι, σε προτάσεις για μεγάλα θέατρα, δεν ένιωθα σκηνοθέτης.

 

Επίσης δεν μπορώ να πάρω πάνω μου όλα τα credits για την «Κατερίνα». Είχα την ιδέα, σκέφτηκα αυτό το έργο με αυτή την ηθοποιό και το έκανα. Για όσα ακολούθησαν δεν φταίω εγώ. Ήταν το αστέρι που είχε αυτή η δουλειά. 

 

Γιώργος Νανούρης
Εγώ δεν θα πήγαινα ποτέ να πω στην Αλεξίου «έλα να σε σκηνοθετήσω», ούτε στη Μαρινέλλα, ούτε στον Ξαρχάκο, ούτε στον Νταλάρα. Είδαν δουλειά μου, κάτι είδαν σε μένα και ήρθαν. Τους ήξερα μόνο όπως τους ξέρεις κι εσύ. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
 
 

 

— Δεν είναι ανάγκη να είσαι τόσο μετριόφρων. Ήταν όλο δικό σου.

Αν έλεγα εξαρχής ότι κάνω αυτό και θα παίζεται για έξι χρόνια, τότε θα μου το ‘δινα, θα έλεγα «τι έμπνευση είχες, ρε άτιμε». Δεν αποποιούμαι, βέβαια, τη δουλειά που έκανα. Σκιστήκαμε και δουλέψαμε τρελά με τη Λένα και μόνοι μας, στο σπίτι, με τον φακό.

 

Μετά πολλοί μού έλεγαν «έλα κάνε μου μια “Κατερίνα”». Παιδιά, δεν ξέρω να κάνω Κατερίνες! Τώρα, με τα χρόνια, έχω αρχίσει να μαθαίνω τους κώδικες αυτής της δουλειάς και να νιώθω πιο ασφαλής. Μέχρι πριν από λίγο δεν ένιωθα ασφαλής. Κι επίσης είμαι πάντα έτοιμος να κάνω κάτι που μπορεί να μην πάει καλά.

 

— Είχαμε έναν δύσκολο χειμώνα, συνέπεσε κιόλας χρονικά το πρώτο σου Εθνικό, που τελικά είδαμε σε live streaming, με τη μεγαλύτερη κρίση του θεσμού, μετά τις αποκαλύψεις για τον Λιγνάδη. Κατ’ αρχάς, θέλω να μου πεις αν, ως προς το κομμάτι του streaming, νιώθεις κάπως σαν να ήταν μια χαμένη παράσταση.

Όχι, καθόλου. Ο «Γυάλινος κόσμος» πήγε καλύτερα από όλες τις παραστάσεις του Εθνικού που έκαναν streaming. Έσκισε και δεν το περιμέναμε. Αυτό ήταν κάτι που εμάς μας σόκαρε, όταν συνειδητοποιήσαμε ότι μας έβλεπαν από την Αμερική, από ένα χωριό, ένα νησί.

 

Επίσης ήταν μια τρομερά καινούργια για μένα και ενδιαφέρουσα εμπειρία, επειδή σκηνοθέτησα και το streaming. Ήθελα αφενός να κρατήσω το ενδιαφέρον του κοινού μέσα από την κινηματογράφηση, αφετέρου να μην ξεχνάω ότι είναι παράσταση. Δεν θα άλλαζα αυτή την εμπειρία, αλλά δεν θέλω και να την ξαναζήσω. Ήταν ένα υποκατάστατο.

 

Από κει και πέρα, κοίταξε, για όλα αυτά που έγιναν, επειδή ήταν πραγματικά φριχτά και επειδή εγώ είμαι τώρα σε φάση που θέλω να ετοιμαστώ για την Επίδαυρο, δεν θέλω να αμαυρώσω αυτό που μου συμβαίνει τώρα με το να αναφερθώ ξανά σε αυτά. Μακάρι να τελειώσουν όλα και να τιμωρηθούν όσοι έχουν κάνει ό,τι έχουν κάνει. Να μάθουμε κάτι από όλο αυτό που ζήσαμε, όχι μόνο με τις αποκαλύψεις του #metoo αλλά και με την πανδημία. Γιατί από την οικονομική κρίση εγώ δεν θεωρώ ότι μάθαμε κάτι. Αν και τώρα δεν αλλάξει κάτι, θα μιλάμε για συγκυρίες της ζωής από τις οποίες δεν παίρνουμε τελικά τίποτα.

 

— Ένα έφηβο παιδί που θα έρθει με τους γονείς του να δει τη δική σου παράσταση στην Επίδαυρο, που μπορεί να μην έχει ξαναδεί αρχαίο δράμα και η μόνη του επαφή να είναι από τα μαθήματα του σχολείου, τι θα ήθελες να κρατήσει;

Θα ήθελα να καταλάβει πως όταν μιλάμε για αρχαίο δράμα, δεν μιλάμε για κάτι δυσνόητο, για κάτι που δεν μας αφορά ή για κάτι τρομερά βαρύγδουπο. Είναι για όλους. Το είδαμε και με τον «Αίαντα»: ήρθαν πολλά σχολεία, είχαμε αγωνία και μας έδωσαν πολύ θετικά σχόλια. Αν το δώσεις με έναν τρόπο απλό μεν, ταυτόχρονα όμως πολύ αληθινό και ουσιαστικό, ο άλλος θα το πάρει. Τα γύρω-γύρω χαλάνε τα πράγματα και αυτό συμβαίνει παντού. Όπως στα γλυκά και στα φαγητά, που σου φέρνουν ένα πιάτο με εκατό επίπεδα και λες «δεν θέλω!». Είναι λίγο χυδαίο αυτό. Απλότητα και περισσότερη ουσία, εγώ αυτά θέλω συνολικά από τη ζωή μου.

 

Γιώργος Νανούρης
Ο «Γυάλινος κόσμος» πήγε καλύτερα από όλες τις παραστάσεις του Εθνικού που έκαναν streaming. Έσκισε και δεν το περιμέναμε. Αυτό ήταν κάτι που εμάς μας σόκαρε, όταν συνειδητοποιήσαμε ότι μας έβλεπαν από την Αμερική, από ένα χωριό, ένα νησί. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
 
 

 

— Όσον αφορά το ίδιο το έργο, τι θα ήθελες να πάρει ένα παιδί από τη σοφία του Ευριπίδη;

Θα μπορούσε κάποιος να κάνει πολλούς παραλληλισμούς, γιατί τις γυναίκες αυτές, όχι μόνο την Ιφιγένεια, αλλά και τις γυναίκες του Χορού, που είναι κι αυτές από την Ελλάδα, στην πραγματικότητα τις έχουν αρπάξει από τη χώρα τους. Σαν το σημερινό trafficking. Εκείνες τις έχουν βάλει να κάνουν ανθρωποθυσίες, μια απίστευτη αγριότητα.

 

Επίσης, υπάρχει το θέμα του νόστου, καθώς έχουν αφήσει παιδιά, γονείς, άντρες στη χώρα τους. Όταν η Ιφιγένεια ετοιμάζει το τέχνασμα της απόδρασης με τον Ορέστη, εκείνες λένε «εμάς πότε θα έρθει η σειρά μας;».

 

Και φυσικά το έργο μιλά για τη θεία βούληση, το πώς αν ο θεός ή η μοίρα έχει προδιαγράψει να κάνεις κάτι, ό,τι κι αν συμβεί, από όσες συμπληγάδες κι αν περάσεις, τελικά θα γίνει αυτό που ορίζει η μοίρα, ότι οι άνθρωποι είναι έρμαια της βούλησης των θεών. Γι’ αυτό εγώ δεν μπορώ να πω ότι η Ιφιγένεια έχει happy end. Μπορεί μεν να φεύγει από τη χώρα των βαρβάρων, αλλά πηγαίνει να γίνει πάλι ιέρεια, σε άλλο ιερό, της Αρτέμιδος στη Βραυρώνα.

 

— Εσύ σε τι πιστεύεις;

Έχω περάσει από πολλά στάδια. Όσους νόμους ή κανόνες κι αν βάλει η κοινωνία και η θρησκεία, αν μέσα σου δεν καταλαβαίνεις ότι δεν μπορείς να κάνεις κακό σε έναν άλλο άνθρωπο, τίποτα δεν έχει νόημα. Αν δεν κάνεις αυτό που δεν θέλεις να σου κάνουν, όλα θα είναι τέλεια. Δεν μπορώ να απαιτώ από κάποιον να είναι ευγενικός, συμπαθής, στην ώρα του, και να μην είμαι εγώ όλα αυτά.

 

Μου έχουν πει για διάφορους «μη δουλέψεις με αυτόν, είναι στριφνός, δύσκολος». Μετά εγώ δεν βλέπω κάτι τέτοιο και μου λένε «μα, όλους καλούς τους βρίσκεις;». Αφού δεν μου έκανε τίποτα; Βέβαια, δεν του έκανα κι εγώ. Δεν είμαι ούτε καλός, ούτε άγιος, απλά προσπαθώ να μην είμαι κωλόπαιδο. Δεν θέλω, δεν με αφορά να είμαι κωλόπαιδο.

 

— Τι σου έχει λείψει τους προηγούμενους μήνες;

Να ερωτευτώ.

 

Ευριπίδη, Ιφιγένεια η εν Ταύροις

Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου

Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου

Παρασκευή 2 Ιουλίου, Σάββατο 3 Ιουλίου & Κυριακή 4 Ιουλίου, 21:00

 

Συντελεστές

Μετάφραση: Γιώργος Ιωάννου

Σκηνοθεσία: Γιώργος Νανούρης

Μουσική: Άγγελος Τριανταφύλλου

Φωτισμοί: Αλέκος Γιάνναρος

Σκηνικά: Μαίρη Τσαγκάρη

Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη

Βοηθός Σκηνοθέτη: Γιώργος Παπαδάκης

Βοηθός Σκηνογράφου: Σιώσιου Κατερίνα

3D σχεδιασμός σκηνικού: Γιώργος Κατσούγκρης

Κατασκευή γυναικείων κοστουμιών: by Moutaki

Πρωταγωνιστούν: Λένα Παπαληγούρα (Ιφιγένεια), Μιχάλης Σαράντης (Ορέστης), Νίκος Ψαρράς (Θόας), Πυγμαλίων Δαδακαρίδης (Αγγελιοφόρος), Προμηθέας Αλειφερόπουλος (Πυλάδης), Κίττυ Παϊταζόγλου (Κορυφαία Χορού) και η Χάρις Αλεξίου στον ρόλο της Αθηνάς

Χορός: Νικόλ Κουνενιδάκη, Μαρία Κωνσταντά, Άννα Κωνσταντίνου, Δανάη Πολίτη, Βιβή Συκιώτη, Αρετή Τίλη