Στο ερώτημα «ποιο είναι το αγαπημένο σας έργο;» ο Τενεσί Ουίλλιαμς, αν δεν απαντούσε από πλήξη «πάντα το τελευταίο», υπέκυπτε στη φυσική του κλίση: «Η Λυσσασμένη Γάτα». Στις Αναμνήσεις του ο συγγραφέας λέει ότι θεωρεί το Cat in a hot, tin roof(ο ελληνικός τίτλος σαφώς αδικεί τον πρωτότυπο, αφήνοντας απ' έξω αυτήν την αίσθηση απελπισίας του παγιδευμένου ζώου) υπόδειγμα της δραματουργικής του τέχνης, με πιστευτούς χαρακτήρες και ενότητα χρόνου, τόπου και δράσης κατά την αριστοτελική επιταγή. Έτσι η διάρκεια του έργου συμπίπτει με τη διάρκεια της σκηνικής πράξης «και δεν γνωρίζω κανένα άλλο σύγχρονο αμερικανικό έργο στο οποίο να επιτυγχάνεται κάτι τέτοιο» σχολιάζει ο συγγραφέας.

Ο Ουίλλιαμς ακτινογραφεί μία μάλλον συνηθισμένη οικογένεια κι αυτό που αποκαλύπτει είναι τρομακτικό: Η σχέση των γονιών βασίζεται στη σύμβαση ότι ο μεγάλος γιος ζει στη σκιά του αδελφού του (αγαπημένου του μπαμπά και της μαμάς) και ενδιαφέρεται μόνο για την τύχη της περιουσίας, ο μικρός έχει παραδοθεί στο αλκοόλ, οι νύφες ανταγωνίζονται χυδαία η μία την άλλη. Να γιατί δεν έχουν δίκιο όσοι παραξενεύτηκαν με την απόφαση τουΤόμας Οστερμάιερ, καλλιτεχνικού διευθυντή και σκηνοθέτη της βερολινέζικης Σάουμπινε, να ανεβάσει τη Λυσσασμένη Γάτα. Μετά τη Νόρα και την Έντα Γκάμπλερ του Ίψεν, το έργο του Ουίλλιαμς έρχεται να συμπληρώσει τον προβληματισμό του σκηνοθέτη για σχέσεις προσωπικές και οικογενειακές που εξελίχθηκαν εντελώς στραβά. «Με τη "Νόρα" και την "Έντα" εστίασα κυρίως στις γυναίκες. Τώρα ήθελα να κοιτάξω καλύτερα τους άνδρες και η Λυσσασμένη Γάτα είναι ένα από τα καλύτερα έργα του 20ού αιώνα γι' αυτό το ζήτημα» έχει πει, συμπληρώνοντας ότι περισσότερο από τη λανθάνουσα ή ανομολόγητη ομοφυλοφιλία του αλκοολικού Μπρικ, τον ενδιέφερε η αδυναμία των ανδρών να μιλήσουν για θέματα προσωπικά. «Για μένα στην καρδιά του έργου βρίσκεται η αδυναμία πατέρα και γιου να επικοινωνήσουν» λέει ο σαραντάχρονος σκηνοθέτης.

Στη Λυσσασμένη Γάτα αισθάνθηκε την ανάγκη δει από κοντά τους χαρακτήρες για να αντιμετωπίσει το ζήτημα της σχέσης γονέων-παιδιών. Ο πατέρας πεθαίνει και ο αγαπημένος του γιος, ο Μπρικ, που πλησιάζει τα τριάντα, καλείται, όντας εντελώς ανέτοιμος, να αναλάβει τον κοινώς αποδεκτό ρόλο. «ΟJonathan Franzen στο βιβλίο του The Correctionsπροσεγγίζει το θέμα στην ουσία του: Επιθυμούμε να κάνουμε τα πάντα καλύτερα από τους γονείς μας, αλλά αυτό που συνήθως κάνουμε είναι να "διορθώνουμε" τις βιογραφίες τους - αντί να τολμήσουμε κάτι νέο ή διαφορετικό» λέει ο Τόμας Οστερμάιερ.

Οπαδός ενός μοντέρνου, καθαρά ευρωπαϊκού ρεαλισμού ο Οστερμάιερ προσαρμόζει το δραματικό χρόνο και τόπο των έργων σε μια πραγματικότητα οικεία στο μέσο Δυτικό θεατή, για να δοκιμάσει στη συνέχεια τις αντοχές της με τις έντονα σωματικές ερμηνείες των ηθοποιών του, τη μουσική, τα βίντεο (σαν προβολές άλλοτε του συλλογικού κι άλλοτε του ατομικού -των ηρώων- φαντασιακού). Κάποτε φορτίζει τον κόσμο της σκηνής χρησιμοποιώντας στοιχεία με συμβολικές συνδηλώσεις. Στο σκηνικό της «Νόρας» κυριαρχούσε το ενυδρείο με τα χρυσόψαρα, τώρα τοποθετεί στη σκηνή, σε γυάλινο κλουβί, ένα μεγάλο αρπακτικό πουλί ζωντανό! Η παρουσία του γυπαετού σ' ένα χώρο τόσο ξένο προς το φυσικό περιβάλλον του προκάλεσε -δικαιολογημένα, νομίζω- έντονα αρνητικές κριτικές από θεατές με οικολογική ευαισθησία. Είμαι περιέργη να δω αν το σετ στην Αθήνα θα περιλαμβάνει και το έγκλειστο πουλί.

Ο Οστερμάιερ, ασχολούμενος με τη Λυσσασμένη Γάτα, φρόντισε να τοποθετηθεί και ως προς την ταινία του Ρίτσαρντ Μπρουκς (1958) με τον Πολ Νιούμαν και την Ελίζαμπεθ Τέιλορ, πανέμορφους, να σκίζουν την οθόνη. Πιστεύοντας ότι η ταινία καπέλωσε την πρόσληψη του θεατρικού έργου, διευκρινίζει ότι η ιστορία του έργου δεν συμπίπτει μ' αυτήν της ταινίας, στην οποία αγνοείται η αμφιλεγόμενη σεξουαλικότητα του Μπρικ. Επιπλέον η κινηματογραφική εκδοχή δένει τα πράγματα στο τέλος με τρόπο που να μη θίγεται το καθώς πρέπει αίσθημα του κοινού της εποχής - προδίδοντας εντέλει το έργο του Ουίλλιαμς. Ο ίδιος ο συγγραφέας, πάντως, δεν φαίνεται να στενοχώρηθηκε από την κινηματογραφική μεταφορά, ίσως γιατί, όπως έχει γράψει, εισέπραξε το υψηλότερο χρηματικό ποσόν απ' όσα του δόθηκαν ποτέ για να γίνει έργο του ταινία.

Στην παράσταση της Σάουμπινε ο αμερικανικός Νότος έχει εξαφανιστεί και το έργο του Ουίλλιαμς μεταμορφώνεται σε μια σύγχρονη ιστορία για την οικογένεια, το σεξ, το χρήμα, τη θνητότητα, το ψέμα. Το σκηνικό είναι ένα μοντέρνο δυτικό σπίτι με κυρίαρχο το γυαλί, η σκηνική αφήγηση αρχίζει υπό τους ήχους των Led Zeppelin, τα πέντε παιδιά της ιστορίας προκαλούν όση φασαρία χρειάζεται ώστε να θέλεις να τα πνίξεις, αλλά την τολμηρή σκηνική προσέγγιση στηρίζουν κυρίως οι ερμηνείες των ηθοποιών. Ο σκηνοθέτης αναθεώρησε τις συνήθεις απόψεις για τους ρόλους του έργου (κυρίως του Μπρικ και της Μάγκι), προκαλώντας από τους πιο συντηρητικούς επικρίσεις ακόμη και για ερμηνείες καρτούν, αλλά όλοι αναγνώρισαν τη μεγάλη ερμηνεία του σπουδαίου Γερμανού ηθοποιούJosef Bierbichler στο ρόλο του Μπιγκ Ντάντι.