Στην Ελλάδα του ’50 μια κοπέλα παράτησε τον αρραβωνιαστικό της στο χωριό και έφυγε για τη Θεσσαλονίκη. Ήθελε να γίνει ντιζέζ. Εκείνος κατέβηκε στη Θεσσαλονίκη για να τη βρει. Την έπεισε να φάνε μαζί, να κάνουν έρωτα και μετά τη σκότωσε. Το επόμενο πρωί παραδόθηκε. Σε αυτό το αληθινό έγκλημα πάθους είναι βασισμένο το νέο έργο του Σάκη Σερέφα Λιωμένο Βούτυρο που ανέβηκε πρόσφατα στο Εθνικό Θέατρο.

Η περίπτωση του Σερέφα είναι μάλλον παράδοξη έτσι κι αλλιώς: το Λιωμένο Βούτυρο (που βασίζεται στην παλιότερη νουβέλα του Θα γίνω ντιζέζ), που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κέδρος, είναι το τριακοστό τρίτο του βιβλίο. Πιστός κάτοικος Θεσσαλονίκης, φιλόλογος και ερευνητής στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, ξεκίνησε με ποίηση («μαζεύτηκαν κάποια ποιήματα, τα πήγα στον Ντίνο Χριστιανόπουλο, μου ’κανε παρατηρήσεις, του πήγα κι άλλα, μου ’κανε κι άλλες και μετά μου είπε «Μωρό μου, να βγάλουμε βιβλίο»), έβγαλε ποιητικές συλλογές, πεζογραφικά βιβλία, μελέτες, δοκίμια και μεταφράσεις (από ιστορικές μελέτες για τη Θεσσαλονίκη στη δεκαετία του ’60 μέχρι βιβλίο για τα αγγλόφωνα ποιήματα για τον Καβάφη). Γνωστός όμως έγινε μάλλον ξαφνικά, χάρη στο πρώτο του θεατρικό έργο, το Μαμ, με θέμα τη φιλία μεταξύ ενός μικρού αγοριού και ενός οδηγού λεωφορείου, που ανέβηκε πέρσι το χειμώνα στο Θέατρο Αμόρε;

Καταρχάς τι σας τράβηξε στο έγκλημα πάθους στο οποίο βασίζεται το Λιωμένο Βούτυρο;

Υπήρχαν κάποιες λεπτομέρειες σε αυτή την ιστορία οι οποίες με τρέλαναν. Η ταβέρνα στην οποία έφαγαν το τελευταίο βράδυ λεγόταν «Κάτω κόσμος». Μετά πέρασε ένας πλανόδιος φωτογράφος, όπως συνηθιζόταν τότε, και έβγαλε μια φωτογραφία η οποία δημοσιεύτηκε μετά το έγκλημα. Το ξενοδοχείο που έγινε το έγκλημα εξακολουθεί να υπάρχει. Στο δωμάτιο αυτό ακόμα και τώρα πάνε και μένουν ανέμελοι άνθρωποι. Μάλιστα, σκοπεύουμε με τους πρωταγωνιστές του έργου να πάμε με ένα μπουκάλι ουίσκι και να μείνουμε εκεί ένα βράδυ. Πήγα και το είδα· είναι σαν να έχει σταματήσει ο χρόνος - όπως ακριβώς το περιέγραφε στο ρεπορτάζ της η εφημερίδα, εκτός από μία μικρή ανακαίνιση.

Μένουν ανέμελοι άνθρωποι εκεί μέσα, όπως είπατε!

Είχα μια συνέντευξη με την ΕΤ3 και πρότεινα στο σκηνοθέτη να δούμε το δωμάτιο. Ήταν κάτι παιδιά που έκαναν την πενταήμερη εκδρομή τους. Βρήκαμε μια δικαιολογία πως ήμαστε από την τηλεόραση και θέλουμε να δούμε πώς φαίνεται η θέα από το μπαλκόνι. Μας άνοιξαν την πόρτα τρία κορίτσια κι ένα απ’ αυτά ήταν φτυστό η κοπέλα: ψηλή, μελαχρινή με μαύρο μαλλί - το ’χε ρίξει κάτω και το στέγνωνε με το σεσουάρ. Αν τους εξηγούσα σε τι δωμάτιο μένανε θα παθαίνανε σοκ. Έχει μείνει και το κτίριο της Γενικής Ασφάλειας που πήγε αυτός και παραδόθηκε. Να κάτι που δεν το σκέφτεσαι σε ένα ξενοδοχείο, όταν πας και πέφτεις στο κρεβάτι, ότι μπορεί ένα μήνα πριν εκεί να είχε γίνει ένας φόνος.

Έχετε μια ροπή προς το έγκλημα, πάντως. Διάβασα ότι ετοιμάζετε ένα βιβλίο που λέγεται Η αιμοσταγής Θεσσαλονίκη, μια ιστορία της Θεσσαλονίκης μέσα από τα εγκλήματά της.

Είναι η ιστορία της πόλης από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι τα τέλη του 20ού - έχουν συμβεί τόσα πολλά εγκλήματα: πολιτικά, ερωτικά. Είναι η ιστορία του αίματος. Θέλω να το κάνω σαν ένα είδος τουριστικού οδηγού της Θεσσαλονίκης που να περιηγείται την πόλη ξέροντας τι έγινε σ’ αυτό το πεζοδρόμιο, το διαμέρισμα. Να έχει πλήρη εικόνα της ιστορίας της πόλης. Υπάρχουν εγκλήματα κάθε κατηγορίας που σηματοδοτούν την ιστορία της. Είναι ένα παλίμψηστο που δημιουργείται από το παρελθόν μέχρι σήμερα με αλλεπάλληλες στρώσεις ιστορίας και συμβάντων.

Δεν αγχώνεστε με όλη αυτήν τη δουλειά; Ερευνητής, συγγραφέας θεατρικών έργων και μυθιστορημάτων... Έχετε γράψει 33 βιβλία μέσα σε 15 χρόνια.

Όχι, το γλεντάω. Στο πλαίσιο της ζωής που κάνω, δεν γίνεται να εισπράξω αυτό το πράγμα με τρόπο που θα με αγχώσει. Ο μικρόκοσμος στον οποίο ανήκω και κινούμαι έχει μια καθημερινότητα πολύ απλή. Δεν εισπράττω θαυμασμό, ούτε πρόκειται ο ψαράς μου να μου δώσει καλύτερα ψάρια επειδή έγραψα θεατρικό. Εξάλλου το συγγραφικό μου ωράριο μένει ίδιο. Κάνω σκυλίσια ζωή όσον αφορά τη συγγραφή. Δεν θα παρατήσω το παιδί μου για να πάω να γράψω - απλώς σημαίνει ότι κάθε μέρα, όσο κουρασμένος κι αν είσαι, οφείλεις να γράψεις, να διαβάσεις, να κρατήσεις σημειώσεις. Πιτσιρικάς, όταν κάναμε κοπάνες από το σχολείο, πηγαίναμε σε ένα μπιλιαρδάδικο που λεγόταν «Ο τάφος». Ήταν ένας που έπαιζε πάρα πολύ ωραίο μπιλιάρδο. Τον πλησίασα και του είπα «πώς έμαθες μπιλιάρδο, παίζεις κάθε μέρα;». Μου απάντησε «κοίτα, φίλε, τη στέκα άμα την αφήσεις, σε αφήνει και αυτή». Ακριβώς έτσι είναι κι όταν είσαι συγγραφέας ή κολυμβητής. Αν δεν το φροντίσεις αυτό το πράγμα να είναι ως μηχανισμός σε εγρήγορση και οτιδήποτε κυκλοφορεί γύρω σου να το εισπράττεις συγγραφικά, την πάτησες. Γι’ αυτό και για μένα δεν υπάρχει χαμένος χρόνος. Εγώ παρακαλάω να έχει καθυστέρηση η πτήση μου - νιώθω τρομακτική ασφάλεια στις αίθουσες αναμονής, ειδικά στα αεροδρόμια, στους σιδηροδρομικούς σταθμούς και στα σούπερ μάρκετ. Θα μπορούσα να παραθερίζω σ’ ένα μεγάλο αεροδρόμιο, θα ήταν υπέροχο αυτό το πράγμα. Δεν προβλέπουν όμως έναν τρόπο ενοικίασης. Θα ’πρεπε τα αεροδρόμια να δίνουν τη δυνατότητα παραθερισμού. Το δηλώνω· αν τη διαβάσει τη συνέντευξη κανένας διαχειριστής αεροδρομίου: μια καμπινούλα με ένα γραφειάκι, με ένα κρεβατάκι, και θα είμαι εκεί. Έχουν ήδη έναν πελάτη.