Έχουμε φτάσει νωρίς το απόγευμα στην Ομήρου, στην Κρατική Σχολή Ορχηστικής Τέχνης (ΚΣΟΤ). Στα σκαλάκια της φοιτητές της Aρχιτεκτονικής αποτυπώνουν το κτίριο της σχολής και ο κήπος που έμοιαζε ζούγκλα έχει καθαριστεί και μοιάζει αλλιώτικος στο τελευταίο φως της ημέρας. Από την αίθουσα ακούγεται μουσική και τα σχεδόν είκοσι ζευγάρια παπούτσια στην είσοδο μαρτυρούν ότι κάποιοι που ονειρεύονται να γίνουν χορευτές έχουν ακόμα μπροστά τους ώρες άσκησης.

 

Οι κανόνες εδώ τηρούνται πολύ αυστηρά και προτιμάμε να μείνουμε σε αυτόν τον μικρό, καθαρό, ωραίο κήπο και να χαζέψουμε την Αθήνα, τώρα που σουρουπώνει και μοιάζει με σκηνικό, περιμένοντας τον Δάφνι Κόκκινο.

 

Όταν φτάνει, με μια τσαγιέρα στα χέρια για να μας κεράσει ένα ωραίο τσάι, μας λέει ότι η Αθήνα τού είναι ακόμα μια πόλη άγνωστη, ότι η συνάντησή μας είναι το διάλειμμα της ημέρας του που ξεκινά στη σχολή στις δέκα το πρωί και τελειώνει μετά τα μεσάνυχτα.

 

Ο νέος διευθυντής της ΚΣΟΤ, που διορίστηκε σε αυτήν τη θέση εν μέσω πανδημίας, τον Ιούλιο του 2020, ήταν για όλους μας και επί σειρά ετών ο «Έλληνας χορευτής της Πίνα Μπάους», όχι άδικα, αφού το «σπίτι» του είναι το χοροθέατρο του Βούπερταλ από το 1993.

 

Ο 56χρονος σήμερα Δάφνις Κόκκινος είναι ένας άνθρωπος θερμός και ανοιχτός, με πολύ χιούμορ και μια μικρή απόχρωση κρητικής προφοράς. Έχει φυτέψει σε μια ζαρντινιέρα φυτά από την Κρήτη και θυμάται πώς «όταν φοιτούσα κι εγώ σε αυτήν τη σχολή, γράφαμε έκθεση στην αίθουσα του ισογείου και τότε αυτό το δέντρο, που έχει περάσει σήμερα τα δέκα μέτρα, ήταν όσο το παράθυρο». 

 

Είναι μεγάλο πρόβλημα, δεν μπορεί κανένας να ανταγωνιστεί στα ίσα έναν Ευρωπαίο με τα ίδια προσόντα και με το πτυχίο που δίνουμε δεν μπορεί να διδάξει σε καμία σχολή, δεν μπορεί να μπει σε καμία ακαδημία – κάποιοι από αυτούς, όμως, είναι καταπληκτικοί χορευτές και κάποιοι θα γίνουν ή είναι και καταπληκτικοί δάσκαλοι. Αυτό πρέπει να διευθετηθεί και είναι μια μεγάλη διαδικασία, γιατί τα πανεπιστήμια ανήκουν στο υπουργείο Παιδείας και πρέπει να βρεθεί μια λύση, μια φόρμα.

 

Μόλις έχουν ολοκληρωθεί οι εισαγωγικές εξετάσεις, στις οποίες πήραν μέρος 232 παιδιά. Η σχολή πήρε 16 από αυτά. Οι 22 απόφοιτοι του τρίτου έτους μόλις έχουν τελειώσει τις πρόβες για την τελική παρουσίαση των έργων τους και μας αποχαιρετούν.

 

Λόγω του κορωνοϊού, φέτος το τελευταίο έτος αποφοιτά μερικούς μήνες αργότερα, οπότε ο Δάφνις Κόκκινος και οι καθηγητές της σχολής ζουν «διπλές εξετάσεις», με τον ίδιο να τονίζει από την αρχή «ότι στη σχολή πρέπει να γίνουν πολλά πράγματα». 

 

Δάφνις Κόκκινος
Αυτό που απασχολεί περισσότερο τον Δάφνι είναι οι αλλαγές που πρέπει να γίνουν, κάτι που ζητούσαν και όλοι οι προκάτοχοί του επί σειρά ετών, δηλαδή η ανωτατικοποίηση της σχολής και η επέκταση των σπουδών, ώστε να δίνει σε τρία χρόνια πτυχίο επαγγελματία χορευτή και σε πέντε χρόνια καθηγητή χορού. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
 
 

 

Τα χρόνια που έλειπε «Ελλάδα σήμαινε μόνο διακοπές. Με την πατρίδα δεν είχα σχέση, όχι γιατί δεν ήθελα αλλά γιατί δεν είχα χρόνο. Τον ελεύθερο χρόνο μου, όταν δεν χόρευα, με έπαιρνε η Πίνα βοηθό. Ήταν απίθανα κουραστική η ευθύνη και σκέφτομαι, τώρα που είμαι σε αυτήν τη θέση, πώς τα κατάφερνε η Πίνα, που έκανε όλα όσα έκανε, οργάνωνε τα πάντα και μιλούσε και με την πόλη και με τους πολιτικούς. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς επιβίωνε μέσα σε όλα αυτά. Το στρες ήταν απίστευτο», λέει και όταν τον ρωτώ αν έχει προσαρμοστεί, μου απαντά σχεδόν αυθόρμητα «ακόμα εκεί είμαι, δεν έχω φύγει, αλλά έχω και ένα νέο σπίτι εδώ», εννοώντας ότι, όπως είναι φυσικό, εκεί είναι το πρώτο του σπίτι με το οποίο διατηρεί σχέσεις ζωής και επαγγελματικές.

 

Την περίοδο των φετινών καλοκαιρινών διακοπών ο Δάφνις ήταν στο Βούπερταλ και έκανε πρόβες για να χορέψει με το περίφημο Χοροθέατρο της Πίνα Μπάους στο Μονπελιέ  τον Δεκέμβριο. Το λέει χαμογελώντας και μαθημένος στη σκληρή δουλειά, ειδικά από το 2002, που, εκτός από χορευτής, ήταν και βοηθός της Πίνα Μπάους.

 

«Έγινα βοηθός της και από τον πανικό μου να τα κάνω όλα σωστά, έκανα τα πάντα, έγραφα τα πάντα, μουσικές και χορογραφίες. Τέλειωνα δύο το πρωί κάθε μέρα. Η Πίνα ήθελε να είμαι βοηθός της, αλλά εγώ ήθελα να χορεύω, οπότε κάναμε μια συμφωνία: έναν χρόνο βοηθός και έναν χρόνο χορευτής. Γυρίσαμε όλο τον κόσμο και, εκτός από την περίοδο της πανδημίας, εξακολουθούμε να το κάνουμε.

 

Έντεκα χρόνια χωρίς την Πίνα το κρατήσαμε το χοροθέατρο, δουλέψαμε σκυλίσια τα πέντε άτομα που είχε ψηφίσει η ομάδα ως ομάδα ρεπερτορίου. Έκανα τρεις δουλειές, 33 κομμάτια ως χορευτής και βοηθός. Έπρεπε να κάνω τις πρόβες για δέκα κομμάτια γιατί ήμουν διευθυντής προβών και έπρεπε να ορίσουμε ποιος θα χορέψει τι και πού. Δεν υπήρχε Σάββατο, Κυριακή, δούλευα 14ωρα, αλλά ήταν ένα καλό μάθημα που με προετοίμασε για να έρθω εδώ».

 

Ο Δάφνις γεννήθηκε στην Κρήτη το 1965. Είναι το έκτο αγόρι της οικογένειας, το στερνοπούλι, ο πατέρας του ήταν πενήντα πέντε χρονών όταν γεννήθηκε. Το πατρικό σπίτι ήταν στο Πανόραμα, ένα χωριό κατοικημένο στο 95% από πρόσφυγες από την Καππαδοκία, το μέρος της μητέρας του. Μπορεί να μην είχαν ηλεκτρικό μέχρι τις πρώτες τάξεις που ο Δάφνις πήγαινε δημοτικό, έται, μερικά χρόνια αργότερα, αποφάσισε να γίνει χορευτής, χωρίς να έχει δει τίποτα.

 

Το γεγονός ότι η οικογένεια τον στήριξε το θεωρεί από τα σπουδαιότερα πράγματα που του έχουν συμβεί. «Για την οικογένεια δεν ήταν πρόβλημα να γίνω χορευτής, με στήριξαν πάρα πολύ. Αν δεν συμφωνούσε το σπίτι, η ζωή μου θα ήταν εντελώς διαφορετική. Όταν το σπίτι συμφωνεί, μπορείς να κάνεις αυτό που θέλεις, από κει ξεκινούν όλα. Μπορείς να κάνεις αυτό που θέλεις ούτως ή άλλως, αλλά όταν πρέπει να φύγεις μακριά, ο αγώνας είναι διαφορετικός. Πρέπει να δουλέψεις για να επιβιώσεις και μάλιστα σε μια σχολή στην οποια ζεις δώδεκα ώρες τη μέρα. Και δεν είναι το υλικό, είναι το ψυχολογικό κομμάτι. Εμένα ο πατέρας μου ερχόταν εδώ και με έβλεπε στα μαθήματα. Μου έμαθε πως αν αγαπάς, δεν έχει καμία σημασία ούτε ο χώρος ούτε ο χρόνος».

 

Στην Α' Λυκείου ο Δάφνις είδε μια σχολή χορού στο Ηράκλειο και έτσι έκανε το πρώτο του μάθημα. Ήταν το μόνο αγόρι, δεκαπέντε ετών, και παρά την ευτυχία της δασκάλας του, που είχε επιτέλους έναν πρίγκιπα για το έργο στο τέλος της χρονιάς, οι μαμάδες των κοριτσιών μίλησαν στη δασκάλα για να τον διώξει. Και δυστυχώς τον έδιωξαν.

 

«Ήταν απίθανο που έπρεπε να φύγω, είναι φοβερό να σου καθορίζει κάποιος απέξω τη ζωή σου, αλλά εκεί δεν έχεις άλλη επιλογή, απλώς ακολουθείς», θυμάται. «Περίμενα να τελειώσω το λύκειο, έκανα έναν χρόνο στο Θέατρο Νέων Κρήτης που υπήρχε εκείνη την εποχή και είχε και χορό –ο χορός εξακολουθούσε να με ξετρελαίνει– κι έτσι έφυγα για την Αθήνα, καθώς στην Κρήτη δεν μπορούσες να κάνεις χορό». 

 

Δάφνις Κόκκινος
Η φωτογραφία του πρώτου διαβατηρίου του, τότε που έφυγε για πρώτη φορά από την Ελλάδα.

 

Μπαίνοντας στην ΚΣΟΤ, που είχε σαφώς λιγότερα αγόρια απ' όσα έχει σήμερα, αλλά όχι πολύ λίγα, ο Δάφνις σπουδάζει σε ένα περιβάλλον χωρίς ίντερνετ, με ελάχιστη πληροφορία από το εξωτερικό, «ο κόσμος μας ήταν εδώ και το λίγο που βλέπαμε γύρω γύρω, είναι φοβερό ότι η πληροφορία ήταν τόσο διαφορετική και πολύ λίγη και, φυσικά, όταν πήγαμε στο δεύτερο έτος να δούμε την Πίνα Μπάους στο Ηρώδειο, δεν είχαμε ιδέα τι σήμαινε αυτό».

 

Ευτυχώς, αυτός ο κόσμος άλλαξε για όλους, ο κόσμος που όταν ο ίδιος τελείωσε τη σχολή, μαζί με καμιά δεκαριά αγόρια, ήταν τόσο μικρός και περιορισμένος, που οι απόφοιτοι δεν έδιναν καν οντισιόν για να πάνε σε ομάδες, «ήμασταν δέκα και μας ήξεραν όλοι και αν ήθελε κάποιος έναν από εμάς, μας έπαιρνε. Ήμασταν σαν οικογένεια».

 

Ο Δάφνις αρνήθηκε να πάει να κάνει γυρίσματα με τον Τζεφιρέλι στην Κρήτη, όταν τον ζήτησαν να πάει να χορέψει, κάτι που, όπως λέει σήμερα, μπορεί να του είχε αλλάξει τη ζωή, αλλά πιστεύει «πως τα πράγματα συμβαίνουν όπως πρέπει να συμβούν».

 

Τελειώνοντας την ΚΣΟΤ, βλέπει για άλλη μια φορά Πίνα Μπάους στο Ηρώδειο, το «Kontakthof», και αποφασίζει, ξετρελαμένος, ότι θέλει να πάει εκεί, στο Βούπερταλ, και πουθενά αλλού.

 

Μόλις ολοκλήρωσε τις υποχρεώσεις του με τα Χορικά της Ζουζούς Νικολούδη, που έκανε περιοδεία με ογδόντα παραστάσεις στην Ελλάδα, τον Νοέμβριο του 1988, έχοντας ακούσει μια φήμη ότι η Πίνα τα Χριστούγεννα θα έκανε οντισιόν, μπήκε στο τρένο για Γερμανία.

 

Για την ακρίβεια, μπήκε για πρώτη φορά σε τρένο από τον σταθμό Λαρίσης για να φτάσει στο Βούπερταλ μέσω Μονάχου. 

 

«Ήμουν τρεις ημέρες μέσα στο τρένο, και δεν είχα δει και τρένο ποτέ γιατί είμαι από την Κρήτη», λέει. «Ήταν ακόμα τα κομμουνιστικά καθεστώτα και όταν περνούσαμε τη Γιουγκοσλαβία, κλείδωναν τα κουπέ και έβαζαν και σύρματα, γιατί έλεγαν ότι έμπαιναν μέσα με σπρέι και μας κοίμιζαν για να μας πάρουν τα διαβατήρια. Τα λέω σήμερα και νομίζω ότι είναι αλλουνού ζωή.

 

Έφτασα έτσι στο Μόναχο, μετά στο Βούπερταλ, φυσικά κατέβηκα σε λάθος σταθμό, ξαναπήγα πίσω, κατέβηκα μπροστά στην όπερα, που δεν ήξερα ότι είναι η όπερα, και αναρωτήθηκα πού να πάω, δεξιά ή αριστερά; Δεξιά ήταν η όπερα, τα στούντιο της Πίνα Μπάους, ξενοδοχεία, καφέ, όλα. Αριστερά ήταν ένα γκαράζ, ένα πάρκο και σπίτια, δηλαδή άσχετο. Και πήγα αριστερά.

 

Υπήρχε ένα μοτέλ μπροστά μου, μπήκα και είπα "hello". Ήταν Έλληνας ο ξενοδόχος. Μου έκανε μισή τιμή, πλήρωσα δηλαδή δεκαπέντε μάρκα και μετά από δύο μέρες, την Τρίτη, πήγα στην όπερα – ακολούθησα κάποιους που περπατούσαν σαν χορευτές και βρήκα την είσοδο. Πήγα και μια κοπέλα με οδήγησε στην Πίνα. Είπα "γεια σας, είμαι χορευτής από την Κρήτη και αγαπώ τη δουλειά σας". Με είδε, ήμουν στα μαύρα, αδύνατος, φοβισμένος και σηκώθηκε και με αγκάλιασε.

 

Έξι μήνες πριν "φύγει", ήμουν βοηθός της στο τελευταίο της κομμάτι, στη Χιλή. Βρισκόμασταν σε ένα εστιατόριο μία η ώρα τη νύχτα και μιλάγαμε για το παρελθόν. Την ευχαρίστησα για εκείνη την αγκαλιά που μου είχε δώσει πριν από τριάντα χρόνια».

 

Δάφνις Κόκκινος
O Δάφνις Κόκκινος με την Πίνα Μπάους.
 
 

 

Φυσικά, δεν υπήρχε οντισιόν στο Χοροθέατρο του Βούπερταλ. Ήταν απλώς μια φήμη. Ωστόσο, η Πίνα Μπάους τού επέτρεψε να κάνει μαθήματα, να γυμνάζεται και να βλέπει τις πρόβες της. Η ομάδα της σχολής ζητούσε ένα αγόρι και ο Δάφνις έκανε οντισιόν. Και τον πήραν. Ήταν η πρώτη και τελευταία οντισιόν που έκανε στη ζωή του.

 

Έμεινε στη ομάδα που ανήκει στη σχολή – κάνεις πρακτική και πληρώνεσαι, έτσι μπορείς να ζεις. Μετά από καιρό και ενώ είχε πάρει μέρος σε περιοδείες της ομάδας, η Πίνα τον ρώτησε αν ήθελε να μπει «κανονικά» στην ομάδα, κάτι που σήμαινε ότι έπρεπε να μάθει «άπειρα» κομμάτια, γιατί είχαν κατευθείαν παραστάσεις και περιοδείες. 

 

Κι έτσι πέρασαν τριάντα χρόνια επαγγελματικής ευτυχίας, και ενώ ήταν στη Λιθουανία, κάνοντας με μια ομάδα χορού πρόβες για μια παράσταση που θα ανέβαζαν σε αμμόλοφους, χτύπησε το τηλέφωνό του. «Αυτή την ημέρα θα τη θυμάμαι για πάντα, γιατί ήταν η ημερομηνία του θανάτου της Πίνα Μπάους, τη σκεφτόμουν διαρκώς. Ήταν η ημέρα που πήρα αυτήν τη θέση. Και εγώ, που δεν πιστεύω καθόλου στα μεταφυσικά, θα πω ότι είναι λίγο "κουφό", αλλά η ΚΣΟΤ ιδρύθηκε από την Πράτσικα το 1973, όταν η Πίνα Μπάους έκανε το Χοροθέατρο του Βούπερταλ, και το συμβόλαιό μου λήγει στις 27 Ιουλίου, τη μέρα που γεννήθηκε η Πίνα. Δεν γίνεται, είναι τρία τυχαία περιστατικά, αλλά και λίγο συμπαντικά. 

 

Όταν μου έκαναν την πρόταση από το υπουργείο ήταν σαν να μου έλεγαν "θα πας στο φεγγάρι", ούτε το είχα στο μυαλό μου. Ήμουνα σαν ψάρι έξω από το νερό και ειλικρινά δεν είχα τον χρόνο να σκεφτώ καλά αν ήθελα να κάνω αυτό ή κάτι άλλο. Δεν είχα σκεφτεί ποτέ τη ζωή μου έξω από το Χοροθέατρο, δεν έχω ζήσει αλλού τόσο μεγάλο διάστημα, τριάντα χρόνια. Δεν πρόλαβα να μη θέλω, αλλά βρέθηκε η λύση γιατί πήρα άδεια να κάνω κάτι άλλο. Μέσα στον Covid κόπηκαν οι παραστάσεις στο Βούπερταλ, οι τουρνέ, και ήρθα εδώ πριν τελειώσει η σεζόν. Η Βίκυ Μαραγκοπούλου είχε παραιτηθεί και η σχολή είχε προαγωγικές εξετάσεις και έπρεπε να μάθω τα πάντα». 

 

Ο Δάφνις έλεγε τις προάλλες στον αδελφό του ότι δεν έχει καταλάβει ακόμα ότι είναι στην Αθήνα. «Δεν το έχω πάρει χαμπάρι, μένω δίπλα, στον Λυκαβηττό και όταν κάνω μια βόλτα, λέω "αυτή είναι η Αθήνα;". Και δεν θυμάμαι και το Βούπερταλ, είναι παράξενο. Ζω μόνο εδώ μέσα, στη σχολή, δεν υπάρχει ούτε η Αθήνα ούτε το Βούπερταλ, έρχομαι δέκα το πρωί και βγαίνω το βράδυ, το δωδεκάωρο είναι το λιγότερο που κάνω εδώ μέσα. Ευτυχώς, ανέβηκα στην Ακρόπολη, θα ντρεπόμουν αν δεν το είχα κάνει, είχα επισκέπτες και ανεβήκαμε». 

 

Στη σχολή έπρεπε να γίνουν πολλά και η καραντίνα, το Δ.Σ. και η απουσία των μαθητών βοήθησαν ώστε να διορθωθούν ή να φτιαχτούν υποδομές, νέα πυρασφάλεια, πατώματα χορού, νέα ηχητικά συστήματα, το πιάνο, η μεσαία αίθουσα, που ήταν μαύρη και έγινε άσπρη – «έχω παιδιά δέκα ετών εκεί μέσα και θέλω να αισθάνονται χαρούμενα», λέει ο Δάφνις.

 

«Όταν επέστρεψαν, έμειναν άφωνα. Φτιάξαμε τον κήπο, το γλυπτό που είχε σαπίσει, βάλαμε κάγκελα – δεν είχαμε κάγκελα και, όπως είπα, έχουμε μαθητές παιδιά. Επίσης, δεν μπορεί να έχεις έξοδο κινδύνου κλειδωμένη και μπροστά να έχεις και ένα καλοριφέρ, οπότε έγιναν όλα αυτά και κάναμε σεμινάρια, χορογραφίες, για να γνωρίσουν τα παιδιά κόσμο απ' έξω. Έγιναν διαδικτυακά, κάθε Κυριακή, τα ονομάσαμε "Αlways on Sundays" και προσπαθήσαμε να συναντιούνται με χορογράφους, να κάνουν ερωτήσεις, να βλέπουν έργα τους. Ήταν μήνες κλειστές οι σχολές και το να κάνεις χορό στο τσιμέντο ή στο μάρμαρο, όταν το αίμα σου βράζει, είναι δύσκολο».

 

Δάφνις Κόκκινος
Addio Addio Amore: Ένα Κομμάτι για την Pina Bausch από τον Δάφνι Κόκκινο.
 
 

 

Και μετά η σχολή άνοιξε και ξανάκλεισε, γιατί είχε κρούσματα κορωνοϊού. Έγιναν απολυμάνσεις και κάποια στιγμή άνοιξε για τα καλά. Ο Δάφνις έχει αποφασίσει ότι συνεχίζεις με αυτό που έχεις και πρέπει να κοιτάς μόνο μπροστά.

 

Για πρώτη φορά στα χρονικά της σχολής συνέπεσαν οι εισαγωγικές με όλες τις άλλες εξετάσεις και μαζί με τους καθηγητές έπρεπε να διαχειριστούν τριακόσια άτομα σε τρεις αίθουσες. Γι' αυτό η ΚΣΟΤ νοίκιασε έναν χώρο προβών στο Μέγαρο για να μπορεί να συνεχίσει με ασφάλεια. «Γιατί ακόμα έχουμε κορωνοϊό και δεν μπορείς να βάλεις είκοσι πέντε παιδιά σε μια αίθουσα, τα βάζεις δέκα-δέκα. Και βλέπεις και τα παιδιά καλύτερα και πιο προσεκτικά, γιατί παίζεις με το μέλλον τους και πρέπει να είσαι πολύ σοβαρός, να είσαι δίκαιος. Και τα παιδιά πρέπει να βγουν επιτέλους στη σκηνή. Και μάλιστα πρέπει να βγαίνουν συχνά, γιατί όλα γίνονται για τη σκηνή, αυτό σου δίνει εμπειρία.

 

Το πρώτο έτος το χρειάζεσαι για να έχεις χρόνο με τους άλλους, να δεθείτε ως ομάδα, να έχεις ποιότητα ομάδας, να κάνεις τεχνική, αλλά από το δεύτερο πρέπει να χορογραφεί ο σπουδαστής, να αποκτά εμπειρία, να βγει στη σκηνή. Είναι ένα σχολείο και σκοπός μου είναι να έρχονται πολλοί άνθρωποι εδώ και να δημιουργούν.

 

Αυτό που απασχολεί περισσότερο τον Δάφνι είναι οι αλλαγές που πρέπει να γίνουν, κάτι που ζητούσαν και όλοι οι προκάτοχοί του επί σειρά ετών, δηλαδή η ανωτατικοποίηση της σχολής και η επέκταση των σπουδών, ώστε σε τρία χρόνια να δίνει πτυχίο επαγγελματία χορευτή και σε πέντε χρόνια καθηγητή χορού. 

 

«Ιδανικά, θα ήθελα και τα παιδιά που έρχονται να δώσουν εξετάσεις να έχουν πιο υψηλή τεχνική. Όταν το δεκαοκτάχρονο δεν μπορεί να κάνει μια πιρουέτα, δεν φταίει εκείνο, φταίει ο καθηγητής. Αυτό σημαίνει χοντρικά ότι, αφού βγάζουμε δασκάλους, πρέπει να είναι καλύτεροι. Η σχολή αυτή, που δίνει πτυχίο καθηγητή, πρέπει να το δίνει στην πενταετία, όπως όλες οι ακαδημίες της Ευρώπης, και οι σπουδές να είναι ανάλογες.

 

Στην Ευρώπη, για να πάρεις πτυχίο καθηγητή, δουλεύεις δύο χρόνια σε μεθοδολογία, σε ψυχολογία, παιδαγωγικά, σε πρακτική εξάσκηση, φτιάχνεις ασκήσεις και τις δείχνεις, παίρνεις δίπλωμα – έτσι έχεις μάθει πολύ καλά τι θα διδάξεις. Εδώ δεν μπορεί να το μάθεις αυτό σε τρία χρόνια.

 

Κάποιοι που από τη φύση τους το ψάχνουν πολύ μπορεί να γίνουν και πολύ καλοί καθηγητές, αλλά όχι όλοι. Υπάρχει μια ειδίκευση και κανένας δεν μπορεί να τα κάνει όλα. Κάποια πράγματα τα μαθαίνεις, τα πολύ βασικά».

 

Δάφνις Κόκκινος
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
 
 

 

Ο Δάφνις κάνει μεγάλη προσπάθεια για να γίνει η σχολή ανώτατη και μου αναφέρει ότι όχι μόνο σε όλη την Ευρώπη αλλά ακόμα και στην Τουρκία ο χορός, το θέατρο και η μουσική είναι μέσα στα πανεπιστήμια.

 

«Είναι μεγάλο πρόβλημα, δεν μπορεί κανένας να ανταγωνιστεί στα ίσα έναν Ευρωπαίο με τα ίδια προσόντα και με το πτυχίο που δίνουμε δεν μπορεί να διδάξει σε καμία σχολή, δεν μπορεί να μπει σε καμία ακαδημία. Κάποιοι είναι καταπληκτικοί χορευτές και κάποιοι θα γίνουν ή είναι και καταπληκτικοί δάσκαλοι. Αυτό πρέπει να διευθετηθεί και είναι μια μεγάλη διαδικασία, γιατί τα πανεπιστήμια ανήκουν στο υπουργείο Παιδείας και πρέπει να βρεθεί μια λύση, μια φόρμα». 

 

Μου επισημαίνει με ενθουσιασμό το πάθος των παιδιών, για τα οποία η σχολή είναι το δεύτερο σπίτι τους, τον παρακαλούν να την ανοίγει και τις Κυριακές για να γυμνάζονται και να κάνουν πρόβες. Όταν τα είδε, μετά από μήνες, δεν το περίμενε, έμεινε κατάπληκτος από τη δίψα τους, από το πάθος τους να αναπληρώσουν τον χαμένο χρόνο, δίνοντας τον καλύτερό τους εαυτό.

 

«Είπα στα παιδιά "σας ευχαριστώ πολύ που είστε εδώ", γιατί δεν ήξερα ότι μπορεί να είμαι τόσο χαρούμενος, πόσο υπέροχα είναι να είσαι με τόσο νέο κόσμο και να δίνεις αυτό που ξέρεις μαζί με άλλους. Γι' αυτό ξενυχτάω μαζί τους, μένω στη σχολή για να την κλείσω, δεν τους χαλάω το χατίρι όταν ζητάνε να δουλέψουν κι άλλο, κι άλλο. Μη γελιόμαστε, η Κρατική κάνει την πρώτη διαλογή, παίρνει, ας πούμε, τους καλύτερους. Γι' αυτό θέλω να γίνεται όπως πρέπει. Αυτή η σχολή πρέπει να βγάζει τους πιο καλά εκπαιδευμένους χορευτές. Τελεία».