Η σκηνή είναι λουσμένη στο μπλε του ουρανού και του πελάγους. Οι ήχοι της φύσης και το υψηλής αισθητικής σκηνικό μάς μεταφέρουν στο τοπίο της Σκιάθου. Τα χορωδιακά μέρη και οι παιδικές φωνές σαν Ερινύες προετοιμάζουν για το κακό, ενώ το πολυφωνικό συγκρότημα και οι οργανοπαίκτες υπογραμμίζουν την ελληνικότητα και γρατζουνούν μέσα μας το συναίσθημα, χωρίς τίποτα να μοιάζει φολκλόρ ή πομπώδες.

 

Κι έπειτα ξεπροβάλλει εκείνη. Μια γυναίκα αγανακτισμένη από τη μοίρα, που μονολογεί στη θέα των παιδιών: «Έτσι του ’ρχεται τ’ ανθρώπου, την ώρα που γεννιώνται, να τα καρυδοπνίγη!».

 

Μέσα σε αυτό το απόκοσμο, ψυχρό περιβάλλον, η πρώτη σίριαλ κίλερ της ελληνικής λογοτεχνίας ξεκινά την αιματοβαμμένη της πορεία. Η Φόνισσα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και ηρωίδα του Γιώργου Κουμεντάκη επιστρέφει στην Εθνική Λυρική Σκηνή, επτά χρόνια μετά την παγκόσμια πρεμιέρα της. Στον ρόλο της Φραγκογιαννούς θα ακούσουμε τη Μαίρη-Έλεν Νέζη, ενώ την υψηλής πρόκλησης παρτιτούρα θα φέρει εις πέρας ο μαέστρος Βασίλης Χριστόπουλος, που αναμετρήθηκε με την όπερα στο πρώτο της ανέβασμα.

 

Υπάρχει μόνο το «εγώ» και όχι το «εμείς». Ακόμα και εκεί που συναντάς το «εμείς» είναι διχαστικό. Είναι σαν να μην μπορούμε να συμπεριλάβουμε στο «εμείς» ολόκληρη την κοινωνία. Σαν να πρέπει να είμαστε πάντα εμείς απέναντι στους άλλους.

 

Σε ένα διάλειμμα από τις πρόβες, ο Έλληνας μαέστρος, που πλέον περνά περισσότερο χρόνο στις σκηνές του κόσμου, μας μίλησε για την πρεμιέρα της Φόνισσας αλλά και για το αποτύπωμα που έχει αφήσει μέσα του το τόσο φιλόδοξο αλλά και σύντομο πέρασμά του από τη διεύθυνση της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών. Μην ξεχνάμε πως την περίοδο 2011-14, ο Βασίλης Χριστόπουλος βρέθηκε στα τριάντα έξι του χρόνια στο τιμόνι της πρώτης ορχήστρας της χώρας να παλεύει με την παθογένεια, τη γραφειοκρατία και την αδιαφορία που συχνά ταλανίζει τους πολιτιστικούς μας οργανισμούς.

 

Κι όμως, παρά τους σκοπέλους, άλλαξε μέσα σε μία μόλις θητεία την εικόνα της ορχήστρας, ανανέωσε το ρεπερτόριο και ανέπτυξε εξαιρετικές κοινωνικές και εκπαιδευτικές δράσεις, επένδυσε στην εξωστρέφεια και στην καλλιτεχνική της άνοδο. Και για επιβράβευση εισέπραξε την αδιαφορία και την άκομψη, τουλάχιστον, αντιμετώπιση του υπουργού Πολιτισμού.

 

Σχεδόν επτά χρόνια μετά, στη ζωή του έχει μπει η διδασκαλία (το 2016 εξελέγη καθηγητής διεύθυνσης ορχήστρας στη Μουσική Ακαδημία Φρανκφούρτης και έκτοτε διδάσκει εκεί), ενώ με κάθε ευκαιρία επιστρέφει στη Λυρική για να διευθύνει παραγωγές όπως η Ηλέκτρα, η Λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ, ο Βότσεκ και σύντομα ξανά Η Φόνισσα.  

 

Βασίλης Χριστόπουλος: «Είναι λίγο βαρύγδουπο να λέμε ότι αναμετριόμαστε με την Ιστορία»
Φωτ.: Ανδρέας Σιμόπουλος

 

— Γιατί λέμε ότι αυτή είναι μια παράσταση-σταθμός για την Εθνική Λυρική Σκηνή;

Διότι πρόκειται για μια ελληνική δημιουργία σε ένα είδος στο οποίο δεν έχουμε πολύ μεγάλη παράδοση. Προφανώς υπάρχουν κι άλλες ελληνικές αξιόλογες όπερες, αλλά εδώ συνυπάρχουν ένα σημαντικό λογοτεχνικό κείμενο, ένα εμβληματικό πρόσωπο των ελληνικών γραμμάτων και μια συνθετική γραφή που αντλεί απευθείας από την παράδοση και διατηρεί ένα πολύ χαρακτηριστικό ελληνικό μουσικό χρώμα. Όλα αυτά τα στοιχεία συντελούν στο να έχουμε ένα έργο τρομερά οικείο και προσβάσιμο στον Έλληνα, που όμως εύκολα στέκεται και στον διεθνή χώρο.

 

— Τι είναι αυτό που καθιστά την παρτιτούρα της «Φόνισσας» τόσο μεγάλης πρόκλησης;

Θα σταθώ σε δύο σημεία. Το πρώτο είναι πώς θα καταφέρω από ένα σύνολο ετερόκλητων συστατικών να δημιουργήσω ένα ισορροπημένο ακρόαμα, ακόμα και σε πολύ απλά πράγματα όπως οι ηχητικές στάθμες.

 

Διότι όταν έχω να διαχειριστώ ταυτόχρονα ένα κοριτσάκι, που τραγουδάει, αλλά θα πρέπει να ενισχύσουμε τη φωνή του, ένα σύνολο πολυφωνικής παραδοσιακής μουσικής, το οποίο επίσης θα πρέπει να ενισχυθεί, διότι δεν έχει την ίδια τεχνική με τους τραγουδιστές της όπερας, όταν η μεικτή χορωδία βρίσκεται πίσω από τη σκηνή και δεν τους βλέπω, παρά μετά βίας τους ακούω, και συγχρόνως επί σκηνής συμμετέχουν στη δράση δεξιοτέχνες μουσικοί και μια παιδική χορωδία, καταλαβαίνετε ότι δεν είναι εύκολη δουλειά. Είναι τρομακτική δυσκολία να ενωθούν όλα αυτά μαζί με την ορχήστρα και να ακούγονται ανάγλυφα.

 

Η δεύτερη μεγάλη πρόκληση του έργου έχει να κάνει με τη μουσική γραφή του Κουμεντάκη, η οποία μοιάζει με ένα υφαντό, γεμάτο πολύ μικρές βελονιές και κλωστούλες οι οποίες πλέκονται η μία με την άλλη. Εδώ το ζητούμενο, λοιπόν, είναι να μη σταθεί ο ακροατής σε καθεμία από αυτές τις μικροσυνδέσεις, διότι κινδυνεύει να χαθεί η μεγάλη γραμμή της μουσικής, δηλαδή ολόκληρο το κέντημα.

 

— Είναι προτιμότερο για έναν μαέστρο να διευθύνει ένα έργο για πρώτη φορά από το να αναμετριέται με την Ιστορία, δηλαδή με όλα εκείνα τα μεγάλα έργα που στο παρελθόν διεύθυναν κορυφαίοι αρχιμουσικοί;

Είναι λίγο βαρύγδουπο να λέμε ότι αναμετριόμαστε με την Ιστορία. Όχι γιατί δεν αναγνωρίζω το έργο εμβληματικών μαέστρων, αλλά γιατί οι σπουδαίες δημιουργίες ίσως τελικά και να μη μας έχουν ανάγκη. Αν διευθύνω άσχημα τον Οθέλλο του Βέρντι ή την 9η του Μπετόβεν, πιστέψτε με, δεν θα πάθουν τίποτα. Ο Κουμεντάκης, από την άλλη, ίσως με έχει περισσότερη ανάγκη, γιατί αν δεν τιμήσω και δεν αναδείξω το έργο του όπως πρέπει, ενδεχομένως η πρώτη εκτέλεση να οδηγηθεί σε αποτυχία, γεγονός που ίσως το πλήξει ανεπανόρθωτα.

 

— Το κοινό στις μέρες μας συγχωρεί δυσκολότερα;

Βρισκόμαστε σε μια εποχή που όλα συμβαίνουν πάρα πολύ γρήγορα, οπότε πολύ δύσκολα θα υπάρξει ένα δεύτερο ανέβασμα, αν το πρώτο αποτύχει. Είναι τέτοιοι οι ρυθμοί και τόσος ο καταιγισμός πληροφοριών, που όλοι πια μαθαίνουν τα πάντα εύκολα και άμεσα.

 

Από την άλλη, συμβαίνει και το ακριβώς αντίθετο: είναι τόσο σβέλτος ο κύκλος των ειδήσεων που αναπαράγονται καθημερινά, που ακόμα και το μεγαλύτερο σκάνδαλο σε μερικές μέρες θα έχει ατονήσει. Από τη μία, λοιπόν, δεν συγχωρούμε, από την άλλη τίποτα δεν έχει πια την επίδραση που θα έπρεπε. Όλα παρέρχονται γρήγορα.

 

Βασίλης Χριστόπουλος: «Είναι λίγο βαρύγδουπο να λέμε ότι αναμετριόμαστε με την Ιστορία»
Είναι λίγο βαρύγδουπο να λέμε ότι αναμετριόμαστε με την Ιστορία. Όχι γιατί δεν αναγνωρίζω το έργο εμβληματικών μαέστρων, αλλά γιατί οι σπουδαίες δημιουργίες ίσως τελικά και να μη μας έχουν ανάγκη. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

— Ζώντας στο εξωτερικό, τι δεν σας λείπει καθόλου από τη χώρα;

Η έλλειψη κοινωνικής συνείδησης που παρατηρούμε συχνά, διότι ο καθένας προσπαθεί για τον εαυτούλη του και κάνει αυτό που τον εξυπηρετεί, βλάπτοντας τελικά το κοινωνικό σύνολο και τον ίδιο. Από το ότι θα κλείσουν κάποιοι τη διασταύρωση για να μην καθυστερήσουν μέχρι ότι θα παρκάρουν στη ράμπα αναπήρων ή δεν θα δώσουν τον καλύτερό τους εαυτό στην πρόβα, προκειμένου να μην εκχωρήσουν ένα πάγιο συνδικαλιστικό τους δικαίωμα.

 

— Μα τι μπορεί να προσφέρει σε κάποιον το να είναι κακός στη δουλειά του;

Ίσως ένα βόλεμα, ή μία αίσθηση εξουσίας, ή λιγότερο κόπο, ή την ικανοποίηση ότι δεν θα χάσει κάτι που θεωρεί κεκτημένο δικαίωμα… Ίσως αυτό να οφείλεται σε μια γενικότερη ταλαιπωρία που υφιστάμεθα εδώ και πολλά χρόνια ή στην έλλειψη δομών, οπότε προσπαθούμε να καταφέρουμε όσο το δυνατόν περισσότερα με τον λιγότερο δυνατό κόπο. Αυτό έχει αντίκρισμα παντού: στην καθημερινότητα, στην κοινωνία, στο εκπαιδευτικό σύστημα, στη συναλλαγή με το Δημόσιο, στη συμπεριφορά μας.

 

Μπορεί στο εξωτερικό να υπάρχει λιγότερος αυθορμητισμός και η συμπεριφορά να είναι περισσότερο τυποποιημένη σε κάποια πράγματα, αλλά η αποδοχή των κανόνων είναι δεδομένη. Εδώ, αντιθέτως, πρώτα αμφισβητούμε τον κανόνα κι έπειτα ψάχνουμε παραθυράκια για να ξεφύγουμε, κοροϊδεύοντας τον εαυτό μας και τους άλλους.

 

— Έγινε χειρότερη η κατάσταση εν μέσω πανδημίας;

Έχω ταξιδέψει αρκετά το τελευταίο διάστημα τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Ασία για συναυλίες. Πουθενά αλλού δεν συνάντησα τόσους καραγκιόζηδες οι οποίοι φορούν μεν μάσκα, αλλά την έχουν κάτω από τη μύτη ή στο πιγούνι, παίζοντας δηλαδή με τον κανόνα. Να, λοιπόν, ξανά η τάση να κοροϊδέψουμε το σύστημα.

 

Κατανοώ ότι ίσως προέρχεται από μια ανάγκη επιβίωσης του ατόμου που δυσφορεί και έχει τραβήξει πολλά εξαιτίας της ανικανότητας των θεσμών και άρα χρησιμοποιεί την κρίση του για να ξεφύγει. Αυτό, όμως, κατάντησε πια παθολογικό σύμπτωμα της κοινωνίας, που μεταφράζεται σε τρομερό ατομισμό. Υπάρχει μόνο το «εγώ» και όχι το «εμείς».

 

Ακόμα και εκεί που συναντάς το «εμείς» είναι διχαστικό. Είναι σαν να μην μπορούμε να συμπεριλάβουμε στο «εμείς» ολόκληρη την κοινωνία. Σαν να πρέπει να είμαστε πάντα εμείς απέναντι στους άλλους. Αυτός βέβαια ο διχασμός, για να είμαστε δίκαιοι, είναι παγκόσμιος. Και ναι, δυστυχώς, η πανδημία ανέδειξε τέτοιες παθογένειες και δεν βοήθησε τις αποκλίνουσες απόψεις να συγκλίνουν. Αντιθέτως, περιχαρακωθήκαμε όλοι στα πιστεύω μας.

 

Βασίλης Χριστόπουλος: «Είναι λίγο βαρύγδουπο να λέμε ότι αναμετριόμαστε με την Ιστορία»
Φωτ.: Ανδρέας Σιμόπουλος

 

— Υποθέτω, ωστόσο, πως είναι μεγάλη παρηγοριά η ενασχόληση με τη διδασκαλία.

Είναι από τα σημαντικότερα πράγματα που έχω κάνει στη ζωή μου. Διδάσκοντας τους νέους και τις νέες γίνεσαι κι εσύ καλύτερος στη δουλειά σου και καλύτερος άνθρωπος. Επανεξέτασα και ξεσκόνισα την τεχνική μου, ανέλυσα τα πράγματα που μέχρι τώρα έκανα διαισθητικά και βλέποντας τις αδυναμίες αλλά και τα προτερήματα των άλλων νομίζω ότι καταφέρνω να δείχνω μεγαλύτερη κατανόηση στις δυναμικές και την ψυχολογία που δημιουργείται σε ένα πολυπληθές σύνολο, όπως είναι μια ορχήστρα.

 

— Μαλακώνετε λοιπόν με τα χρόνια;

Ναι, αν υποθέσουμε ότι πιο νέος υπήρξα πιο αδιάλλακτος.

 

708
To νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

— Έχετε σκεφτεί γιατί συνέβη αυτό;

Πέρα από τα χαρακτηριστικά που αποκτά κάνεις ήδη από την κυοφορία, νομίζω επειδή βρέθηκα από νεαρή ηλικία σε θέσεις ευθύνης. Πολλές φορές κληρονόμησα καταστάσεις στις οποίες έπρεπε να ληφθούν δραστικά μέτρα και η ευσυνειδησία μου δεν μου επέτρεπε να κρίνω τι πρέπει και τι μπορεί πραγματικά να αλλάξει.

 

Αυτό δηλαδή που επίσης μαθαίνω, προϊόντος του χρόνου, είναι να ιεραρχώ καλύτερα τις καταστάσεις. Δεν είναι θέμα εκπτώσεων αλλά διαχείρισης της ενέργειας. Όταν μία ορχήστρα αντιμετωπίζει 100 προβλήματα και προσπαθήσεις να τα αλλάξεις όλα, στο τέλος δεν θα αλλάξεις τίποτα. Οπότε πρέπει να ξεκινήσεις με τα 2-3 σημαντικά που μπορούν να αλλάξουν.

 

— Αυτή η διάθεση αυτοκριτικής συμπεριλαμβάνει και την ΚΟΑ;

Ασφαλώς. Μα η αυτοκριτική, ο αναστοχασμός, η αυτοεξέταση είναι συνεχείς και προϋπόθεση για την εξέλιξη.

 

— Τι γεύση σάς έχει αφήσει η θητεία σας εκεί;

Μια γλυκιά νοσταλγία.

 

— Καταλάβατε τι κάνατε λάθος;

Εκτός από την οικονομική κρίση, ήταν πολλές οι αντίξοες συνθήκες: είχα να αντιμετωπίσω μια απολύτως εχθρική στάση του Μεγάρου Μουσικής απέναντι στην ορχήστρα, είχα ένα διοικητικό συμβούλιο το οποίο δεν με υποστήριζε και συγχρόνως είχα μια εντελώς αδιάφορη και απαξιωτική πολιτική ηγεσία του υπουργείου Πολιτισμού. Οπότε στήριξη έβρισκα μόνο από τους μουσικούς της ορχήστρας, οι οποίοι στην αρχή εκτίμησαν τη δουλειά μου.

 

Βασίλης Χριστόπουλος: «Είναι λίγο βαρύγδουπο να λέμε ότι αναμετριόμαστε με την Ιστορία»
Φωτ.: Ανδρέας Σιμόπουλος

 

— Σήμερα θα αλλάζατε κάτι στη διαχείριση;

Εκ των υστέρων συνειδητοποίησα ότι μερικές φορές –ενδεχομένως λόγω υπερβολικού άγχους να κάνω το καλύτερο δυνατό– υπήρξα αδιάλλακτος απέναντι στους μουσικούς, οι οποίοι ήταν σύμμαχοί μου στον αγώνα μας για καλύτερη ποιότητα και καλλιτεχνική άνοδο της ορχήστρας. Αυτό σίγουρα θα το διαχειριζόμουν διαφορετικά σήμερα, διότι έμαθα πως οποιοδήποτε αντικειμενικό δίκιο κι αν έχεις, αν δεν το κοινοποιήσεις με σαφήνεια, κατανόηση και γλύκα, δεν μπορείς να το επιβάλεις.

 

— Η δυσάρεστη εκείνη εμπειρία θα σας απέτρεπε μελλοντικά από μία ανάλογη θέση ευθύνης;

Στη δική μας χώρα; Σίγουρα θα φρόντιζα να διασφαλίσω περισσότερα θεσμικά εχέγγυα πριν ξανασκεφτώ να αναλάβω τέτοια θέση.

 

— Αν κρυφακούγατε τους μουσικούς μιας ορχήστρας που διευθύνετε, τι θα θέλατε να λένε για σας;

Δεν θα διανοούμουν να κρυφακούσω ούτε και να διαβάσω το ημερολόγιό τους (γέλια). Θα με ενδιέφερε, ωστόσο, να μην είναι διχασμένοι μεταξύ τους, γιατί αυτό είναι το χειρότερο που μπορεί να συμβεί σε μια ορχήστρα. Θα προτιμούσα να τους είχα όλους απέναντί μου παρά να είναι μοιρασμένοι. Οι μουσικοί ανήκουν σε ένα σύνολο που πρέπει να λειτουργήσει αρμονικά, ενώ ο μαέστρος είναι κατά κάποιον τρόπο μόνος του. Ιδανικά, βέβαια, πρέπει να εμπνέει και να συμπαρασύρει τους μουσικούς, όχι να παλεύει με την αντίστασή τους διότι, εάν οι μουσικοί δεν παίξουν, ο μαέστρος είναι άχρηστος!

 

«Η Φόνισσα» 

Όπερα του Γιώργου Κουμεντάκη 

Ποιητικό κείμενο: Γιάννης Σβώλος, βασισμένο στο ομώνυμο «κοινωνικόν μυθιστόρημα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη 

Μουσική διεύθυνση: Βασίλης Χριστόπουλος 

Σκηνοθεσία: Αλέξανδρος Ευκλείδης  

Στον ρόλο της Φραγκογιαννούς η Μαίρη-Έλεν Νέζη

 

Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος Εθνικής Λυρικής Σκηνής – ΚΠΙΣΝ

3, 5, 28, 30 Δεκεμβρίου 2021

Ώρα έναρξης: 19:30 (Κυριακή 18:30) 

 

To άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

To νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.