LIVE!

Άσκοπες προσπάθειες

Άσκοπες προσπάθειες Facebook Twitter
Intenso
1


 

Την Παρασκευή που πέρασε είδα στον Φούρνο τη Σουζάννα (2004) του Νορβηγού Γιον Φος, σε σκηνοθεσία της Λένας Φιλίπποβα. Εν είδει μονολόγου, η Σουζάννα, η γυναίκα του Χένρικ Ίψεν, σε τρεις ηλικιακές εκδοχές (η νεαρή ερωτευμένη, η διαψευσμένη παντρεμένη, μητέρα ενός επτάχρονου αγοριού, η γερασμένη που πενθεί μια ζωή απουσίας), αφήνεται στην αφήγηση της θλιβερής ζωής της δίπλα στον σπουδαίο συγγραφέα. Ο Ίψεν δεν υπάρχει στο έργο παρά μόνο ως ένα τέρας εγωισμού, αποκλειστικός υπαίτιος της δυστυχισμένης ζωής της συζύγου του. Η άλλη πλευρά του «μεγαλείου»: ο μεγάλος συγγραφέας ήταν ένας θλιβερός άνθρωπος.

Πρέπει να είναι δύσκολο να είσαι θεατρικός συγγραφέας στην πατρίδα του Ίψεν. Η φτωχή λογοτεχνική ιστορία μιας χώρας πάντα οδηγεί σε εθνικές καθηλώσεις και ο Φος, γαλουχημένος με τη νορβηγική περηφάνια για το μεγαλείο του Ίψεν και «συνάδελφός» του, μπορεί να ήθελε να εκφράσει με τη Σουζάννα κάποιου είδους αντίδραση στην καταπιεστική σκιά του «μεγάλου» του παρελθόντος. Και στην έξωθεν επιβεβλημένη διαρκή σύγκριση μαζί του.

Αλλά γιατί να πρέπει να αντιμετωπίσω τη μνησίκακη πρόθεση του Φος; Σπουδαία έργα προέρχονται συχνά από δημιουργούς με κρίσιμα ελλείμματα, σωματικά ή/και ψυχικά, από ανθρώπους που προκάλεσαν μεγάλη δυστυχία στους ανθρώπους του στενού τους περιβάλλοντος. Αυτό είναι γνωστό και, εν προκειμένω, με αφήνει εντελώς αδιάφορη. Τα ανυπέρβλητα προβλήματα που αντιμετωπίζουν πολλοί άνθρωποι δίπλα μας αυτή την εποχή καθιστούν μια σκηνική πρόταση σαν τη Σουζάννα εκτός τόπου και χρόνου.

Ήρθα στα ίσια μου νωρίς το επόμενο βράδυ, με την ενδιαφέρουσα σκηνική απόδοση του Ιnsenso του Δημητριάδη από τον Δαμιανό Κωνσταντινίδη στο θέατρο Πορεία. Ο σκηνοθέτης της ομάδας Angelus Novus (από τη Θεσσαλονίκη) ανέθεσε τον φλεγόμενο μονόλογο στον Αναστάση-Δημήτρη Ροϊλό, έναν νέο ηθοποιό του οποίου η πληρότητα της ερμηνείας (ως συνολική σκηνική παρουσία) εντυπωσιάζει. To ότι η Λίβια Σερπιέρι ερμηνεύεται από έναν (όμορφο) άνδρα φωτίζει σημεία του έργου που παρέμειναν αφανή στις άλλες δύο σκηνικές αναγνώσεις του έργου που είδαμε πέρσι, του Εμμανουήλ Κουτσουρέλη και του Μιχαήλ Μαρμαρινού. Αυτός είναι ένας από τους βασικούς λόγους που αγαπώ το θέατρο του Δημητριάδη: τα έργα του είναι ανοιχτά σε διαφορετικές αναγνώσεις – είναι κείμενα που αγαπούν οι σκηνοθέτες γιατί επιβεβαιώνουν την έξοχη διατύπωση του Όσκαρ Γουάιλντ: «Αν το έργο ενός ανθρώπου είναι ευκολονόητο, η ερμηνεία είναι περιττή» (Ο κριτικός ως δημιουργός, εκδ. Στιγμή, 1984).

Στις 21:30, το Σάββατο, ωστόσο, μία ακόμη παράσταση μ’ έβαλε πάλι σε σκέψεις: το Τέλος του Παιχνιδιού του Μπέκετ στο Από Μηχανής Θέατρο σε σκηνοθεσία Δημήτρη Λιγνάδη. Στην άδεια σκηνή ο Άκης Βλουτής υποδύεται τον «αφέντη» Xαμ (το καθηλωμένο –σ’ ένα ανάπηρο σώμα– πνεύμα) και ο Λιγνάδης τον «δούλο» Κλοβ (το αεικίνητο σώμα που υπηρετεί το πνεύμα). Υποκριτικώς και «ενεργειακώς» τίποτα δεν συνδέει τους δύο ηθοποιούς: ο κατά στιγμές στομφώδης «ρεαλισμός» του πρώτου ανακαλεί υποκριτικούς τρόπους παλιού Εθνικού και δεν επικοινωνεί με τη slapstic υποκριτική και τo gestus του Τσάρλι Τσάπλιν που μιμείται ο δεύτερος. Ο σκηνοθέτης δεν τοποθέτησε τους γονείς, τον Χαγκ και τη Νελ, σε κάδους απορριμμάτων κατά τη σύλληψη του Μπέκετ, αλλά σε κουτιά που μοιάζουν με τηλεφωνικούς θαλάμους ή γκισέ εισιτηρίων κινηματογράφου. Φορώντας καρτουνίστικες μάσκες-περούκες, οι δύο μικρότεροι ρόλοι δεν μπόρεσαν να μιλήσουν εκ μέρους των αναλώσιμων ανθρώπων για τη βαρβαρότητα των πολιτισμένων κοινωνιών μας και των «ηθικών αξιών» μας. Η συνολική σύλληψη και οι επιμέρους ερμηνείες δεν συγκρότησαν μια ικανοποιητική σκηνική πρόταση – σε βαθμό που άρχισα να αναρωτιέμαι μήπως η εποχή μας, η καθημερινή πραγματικότητα του 2013, έχει εξουθενώσει το πολύσημο σχόλιο του μπεκετικού μονόπρακτου.

Μπορεί, πάλι, να φταίει η άνοιξη που δεν συμπονά όσους κάνουν πως την αγνοούν, κλεισμένοι σε σκοτεινές αίθουσες. Ή μπορεί να φταίει η συνθήκη της συστηματικής παρακολούθησης παραστάσεων, που μειώνει τον ενθουσιασμό και αυξάνει τις απαιτήσεις μου. Ή πάλι μπορεί το πρόβλημα των πολλών αδιάφορων παραστάσεων που βλέπουμε στην Αθήνα να συνδέεται με την ευκολία που ο καθένας μπορεί πια να κάνει θέατρο σε αυτή την πόλη. Γιατί παρά την κρίση, ο αριθμός των παραστάσεων δεν μειώθηκε. Μειώθηκε, όμως, κι άλλο το κόστος των παραγωγών και εξ ανάγκης (αν και συνήθως παρουσιάζεται ως άποψη) επιβλήθηκε το «γυμνό», φτωχό θέατρο – εξού και ολοένα και συχνότερα οι παραστάσεις μοιάζουν μεταξύ τους.

Αυτό που δείχνουν να αγνοούν οι καλλιτέχνες του θεάτρου είναι ότι το γυμνό/φτωχό θέατρο απαιτεί σπουδαία κείμενα, τέλεια εκπαιδευμένους ηθοποιούς και λειτουργική σκηνοθεσία που να προτείνει, να φωτίζει, να απαντά στα γιατί και τα πώς. Ο πληθωρισμός στην αγορά του θεάτρου δεν αφορά μόνο το ανερμάτιστο πλήθος των παραστάσεων αλλά κυρίως τις πρακτικές του συνέπειες – ότι οι περισσότερες παραστάσεις δεν δικαιολογούν γιατί έγιναν, ποιες πραγματικές ανάγκες καλύπτουν. Κι αν ο κριτικός είναι γενικά αντιπαθής, ας τον συμπονέσουμε λίγο. Πολλά ανοιξιάτικα βράδια πήγαν χαμένα στη ζωή του.

Θέατρο
1

LIVE!

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Το ξενοδοχείο “Η νύχτα που πέφτει”»: Ένα άγνωστο έργο του Νάνου Βαλαωρίτη ανεβαίνει στον Πειραιά

Θέατρο / Ένα άγνωστο έργο του Νάνου Βαλαωρίτη ανεβαίνει στον Πειραιά

Το «Ξενοδοχείο "Η νύχτα που πέφτει"», μια μοντέρνα και σουρεαλιστική προσέγγιση του «Ρωμαίου και της Ιουλιέτας», που έγραψε και ανέβασε στο Παρίσι το 1959 ο Έλληνας ποιητής, παρουσιάζεται για πρώτη φορά στα ελληνικά.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Ανέστης Αζάς: «Πρέπει ν' αφήσουμε πίσω μας την αντρίλα»

Θέατρο / Ανέστης Αζάς: «Πρέπει ν' αφήσουμε πίσω μας την αντρίλα»

Ο διακεκριμένος σκηνοθέτης ανεβάζει μια παράσταση για τον πατέρα, όσα γνωρίζουμε για την ανατροφή, την πατριαρχία, το διαφορετικό μεγάλωμα αγοριών και κοριτσιών και πώς επηρεάζονται οι ζωές και οι κοινωνίες από αυτήν τη συνθήκη.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου

Οι Αθηναίοι / Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου: «H νέα μου ζωή άρχισε στο ΚΑΤ»

Ήρθε από την Τασκένδη, ήθελε να γίνει νευροεπιστήμονας αλλά τελικά την κέρδισε η ηθοποιία. Ένα ατύχημα έκοψε τη ζωή της στα δύο. Ξεκίνησε πάλι, δεν είδε ποτέ την αναπηρία της μοιρολατρικά και έγινε μια από τις πιο αγαπημένες ηθοποιούς της Ελλάδας. Η Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου αφηγείται τη ζωή της στη LifO.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Άρης Μπαλής

Θέατρο / Άρης Μπαλής: «Το ζήτημα είναι πώς βλέπεις το προνόμιό σου και πώς το μαζεύεις»

Ο ηθοποιός μιλάει για την πρόκληση που συνιστά το να υποδύεται έναν διάσημο συνθέτη μέσα στο περιβάλλον της δεκαετίας του ’50, στο πλαίσιο της σχέσης του με μια καταξιωμένη συνθέτρια.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
«Ιβάνοφ» ή «Ιβάνοφ!»: Ζοφερή κωμωδία ή ξεκαρδιστικό δράμα;

Θέατρο / «Ιβάνοφ» ή «Ιβάνοφ!»: Ζοφερή κωμωδία ή ξεκαρδιστικό δράμα;

Μια σειρά από συμβάντα που μοιάζουν καθημερινά και την ίδια στιγμή τόσο εξωπραγματικά συγκροτούν το αριστουργηματικό έργο του Τσέχοφ που κάνει πρεμιέρα στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά στις 23 Ιανουαρίου.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
ΕΠΕΞ Waacking: Ο street χορός της κουίρ κοινότητας σε ένα φεστιβάλ στην Αθήνα

Χορός / Το waacking είναι γκέι, στρέιτ, κουίρ, αγκαλιάζει τα πάντα

Χορογράφος και βασική συνεργάτιδα της Μαρίνας Σάττι, η Ειρήνη Δαμιανίδου διοργανώνει το πανευρωπαϊκό φεστιβάλ Follow the Waack, συστήνοντας στο ελληνικό κοινό το είδος που γεννήθηκε στα αμερικανικά γκέι κλαμπ.
M. HULOT
Γιατί ο «Οιδίποδας» κάνει απανωτά sold-out;

The Review / Γιατί ο «Οιδίποδας» κάνει απανωτά sold-out;

Μετά τον θρίαμβο σε Λονδίνο και Νέα Υόρκη, ο Ρόμπερτ Άικ σκηνοθετεί με Έλληνες ηθοποιούς τη σύγχρονη διασκευή της τραγωδίας του Σοφοκλή στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση – και ο θρίαμβος συνεχίζεται, με παράταση των παραστάσεων ως τις αρχές Φεβρουαρίου. Η Βένα Γεωργακοπούλου συζητά με τη Στεφανία Γουλιώτη για το έργο και την παράσταση, τον σκηνοθέτη και το ρίσκο που συνιστούν πάντα οι διασκευές αρχαίου δράματος.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Όταν ο Αγγελάκας συναντά τον Μικρό Πρίγκιπα

Θέατρο / Γιάννης Αγγελάκας: «Έχουμε τσαλαπατήσει το παιδί μέσα μας»

Το σύμπαν του «Μικρού Πρίγκιπα» και του δημιουργού του, Αντουάν ντε Σεντ Εξιπερί, ζωντανεύει στη σκηνή της Στέγης από τον Έλληνα τραγουδοποιό με στόχο να υπενθυμίσει την αξία της χαμένης μας παιδικότητας.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ

σχόλια

1 σχόλια