Στις 21 Ιουλίου (και έως τις 24 του μηνός) το αμφιλεγόμενοΚουκλόσπιτο των Mabou Minesκαταφθάνει στην Πειραιώς 260 και έτσι θα έχουμε την ευκαιρία να σχηματίσουμε τη δική μας άποψη. To βασικό ερώτημα είναι το εξής: Γιατί έπρεπε τους ανδρικούς ρόλους του Κουκλόσπιτου να ερμηνεύουν νάνοι ηθοποιοί και γιατί το βασικό σκηνικό να είναι ένα κουκλόσπιτο με έπιπλα μινιατούρες; Αν «εικονογραφήσεις» αυτό που εξέθεσε ο Ίψεν, την ασφυξία των γυναικών σ' έναν κόσμο φτιαγμένο από, και για, τους άνδρες αλλά κυρίως την πρώτη αβέβαιη αντίδραση μιας γυναίκας ενάντια στο άνισο πατριαρχικό σύστημα που ήθελε τις γυναίκες κούκλες (ή μαριονέτες, η απόσταση ανάμεσα στις έννοιες των δύο λέξεων είναι ασήμαντη), δεν μειώνεις την εσωτερική δύναμη του έργου, όλη αυτή τη βία που κρύβεται και καταπιέζεται πίσω από τις λέξεις;

Οι αποτιμήσεις είναι εύκολες - πιο δύσκολο είναι να βρεις τη διάθεση να αναζητήσεις το στόχο του σκηνοθέτη πίσω από τις πρώτες, επιπόλαιες εντυπώσεις. Αυτό δηλαδή που έκανε ο Marco Jeffersonστους «ΝΥ Times», ο οποίος, παρ' ότι δεν βρήκε όλες τις ιδέες του Λι Μπρούερ εξίσου αποτελεσματικές, καταλήγει ότι η όλη εμπειρία ήταν συναρπαστική. «Από τα παιδικά μας χρόνια κιόλας προσπαθούμε να ελέγξουμε την κλίμακα του κόσμου και τις αναλογίες του» γράφει, προσπαθώντας να καταλάβει τι κινητοποίησε τον σκηνοθέτη, κι αυτή η ανάγκη και η αγωνία αποτυπώνεται ανάγλυφα στα παραμύθια όπου συχνά πρωταγωνιστούν γίγαντες ή νάνοι. Η ίδια αγωνία, των σωμάτων αρχικά, που ενστικτωδώς ποθούν την τάξη, εκφράζεται υπέροχα σταΤαξίδια του Γκάλιβερ του Τζόναθαν Σουίφτή στις περιπέτειες της Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων. Στο κείμενό του ο Jefferson προσπαθεί να καταλάβει ακόμη και τα γέλια των θεατών: για κάποιους ήταν φυσική αντίδραση στα στοιχεία παρωδίας της παράστασης, για κάποιους άλλους, ωστόσο, το γέλιο προκύπτει από την επώδυνη αναγνώριση ότι άνθρωποι στους οποίους η αγάπη μας έδωσε ανάστημα στην πραγματικότητα (από άποψη συναισθηματικής νοημοσύνης) ήταν νάνοι.

Το Κουκλόσπιτο, σίγουρα ένα «ενοχλητικό» έργο για τους άνδρες, στην απόδοση του Μπρούερ, γίνεται κατά στιγμές αφόρητο. Το ταμπού που κρύβεται πίσω από τη γνωστή σεξολογία για τους νάνους εδώ φωτίζεται αδίστακτα, κάθε φορά που ο νάνος ηθοποιός Mαρκ Ποβινέλι, σύζυγος της Νόρας, εκφράζει τη σεξουαλική του επιθυμία, όταν αυτός ανεβαίνει στην πλάτη της ή όταν η Νόρα τον παίρνει στην αγκαλιά της (!) - ή ακόμη στη σκηνή που ο εκβιαστής της ιστορίας παρασύρει την ηρωίδα σε προσομοίωση στοματικού έρωτα. Ο Ποβινέλι σε συνέντευξή του στην «Guardian» τον περασμένο Αύγουστο (οπότε η παράσταση παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ του Εδιμβούργου) χαίρεται από τη μία, γιατί τέτοιοι ρόλοι δεν προσφέρονται συχνά σε ηθοποιούς με τη δική του ιδιαιτερότητα, αλλά παραδέχεται την αμηχανία του όταν προσπαθεί να καταλάβει αν οι θεατές τον περιγελούν ή τον λυπούνται, αν τους γοητεύει ή τους τρομάζει. Ο Ποβινέλι (ο Μπρούερ τον περιγράφει ως «Ζαν-Πολ Μπελμοντό-μινιατούρα») αναγνωρίζει καθαρά την κατάστασή του: «Ο κόσμος δεν είναι φτιαγμένος για μένα αλλά σ' αυτόν ζω, γι' αυτό η ζωή μου είναι μια εν εξελίξει παράσταση κωμωδίας».

Κι επειδή η κωμωδία είναι η αντεστραμμένη μορφή του δράματος, στο Κουκλόσπιτο των Mabou Mines οι ηθοποιοί εκτός από το να εκδηλώνουν γενετήσια ένστικτα και να αποκαλύπτουν τα οπίσθιά τους, μιλούν αγγλικά σαν Νορβηγοί, λιποθυμούν, φωνάζουν, εκσφενδονίζουν τα έπιπλα-μινιατούρες, κρύβονται στις γωνίες για να κρυφακούσουν, μιμούνται τη σπάταλη ρητορική και το παίξιμο των βικτοριανών ηθοποιών του μελοδράματος, συνδιαλέγονται με τις κούκλες που παρακολουθούν -σαν θεατές αλλά επί σκηνής- την παράσταση των ανθρώπων.

Κάποιοι από τους θεατές δεν μπόρεσαν να χωνέψουν αυτό το ειδολογικό και υφολογικό ανάκατεμα που επιχειρεί ο εβδομηντάχρονος πρεσβευτής του αμερικανικού avant guarde των '70s. Γιατί αυτό το Κουκλόσπιτο έχει σκηνές που θυμίζουν βωβή ταινία, με τον πιανίστα να παρακολουθεί τη βουβή δράση παίζοντας συνθέσεις του ρομαντικού συνθέτη Edvard Grieg, σκηνές ονείρου αλάΦελίνι κι η Νόρα (η εξαιρετική Maude Mitchell) δεν κλείνει απλώς την πόρτα πίσω της - τραγουδάει μια άρια. Η ιστορία του Ίψεν γίνεται έτσι το πρόσχημα για το ξεφλούδισμα του αστικού θεάτρου, τα είδη του οποίου εκπίπτουν για να αναδείξουν στο τέλος τη γυμνή αλήθεια: η πρωταγωνίστρια αφαιρεί τα βικτοριανά ρούχα και τις ξανθιές μπούκλες για να μείνει γυμνή και φαλακρή. Πέρα από θεατρικούς ή κοινωνικούς ρόλους, και φυσικές ή επίκτητες κατηγοριοποιήσεις, στέκεται ένα αδύναμο (αλλά ικανό για το πιο στυγερό έγκλημα, την πιο μεγάλη καταστροφή) ανθρώπινο πλάσμα.

Καρναβαλικό θέαμα, τσίρκο, παρωδία, παθιασμένη αλληγορία, εκ νέου ανάγνωση του έργου από τον Μπρούερ για τον Μπρούερ, παράσταση που πιο πολύ μειώνει παρά φωτίζει τοιψενικό έργο, οι απόψεις διχάζουν τους υποψήφιους θεατές. Αλλά όπως συμβαίνει πάντα στο θέατρο, η μόνη ασφαλής γνώμη είναι αυτή που αποκτάται μετά από προσωπική αυτοψία.