«Οι πρόγονοί μου δουλέψανε σκληρά τη γη που είναι κάτω απ' τα Κιμιντένια. Όταν εγώ γεννήθηκα, ένα μεγάλο μέρος της περιοχής το όριζε η φαμίλια μας. Το χειμώνα μέναμε στην πόλη, αλλά μόλις τα χιόνια φεύγανε απ' τα Κιμιντένια κ' η γη πρασίνιζε μας έπαιρνε η μητέρα μας, όλα τ' αδέρφια μου, την Ανθίππη, την Αγάπη, την Άρτεμη, τη Λένα, εμένα, και πηγαίναμε να ζήσουμε τους μήνες του καλοκαιριού στο κτήμα, κοντά στον παππού και στη γιαγιά μας.

 

Η θάλασσα ήταν μακριά από κει, κι αυτό στην αρχή ήταν μεγάλη λύπη για μένα επειδή γεννήθηκα κοντά της. Στην ησυχία της γης θυμόμουν τα κύματα, τα κοχύλια και τις μέδουσες, τη μυρουδιά του σάπιου φυκιού και τα πανιά που ταξίδευαν. Δεν ήξερα να τα πω αυτά, επειδή ήμουνα πολύ μικρός. Αλλά μια μέρα η μητέρα μου βρήκε το αγόρι της πεσμένο μπρούμυτα καταγής, σα να φιλούσε το χώμα. Το αγόρι δε σάλευε, κι όταν η μητέρα πλησίασε τρομαγμένη και το σήκωσε είδε το πρόσωπό του πλημμυρισμένο στα δάκρυα. Το ρώτησε ξαφνιασμένη τί έχει, κ' εκείνο δεν ήξερε ν' αποκριθεί και δεν είπε τίποτα. Όμως μια μητέρα είναι το πιο βαθύ πλάσμα του κόσμου, κ' η δική μου, που κατάλαβε, με πήρε από τότε πολλές φορές και πήγαμε ψηλά στα Κιμιντένια, απ' όπου μπορούσα να βλέπω τη θάλασσα. Κ' ενώ εγώ αφαιριόμουνα στη μακρινή μαγεία του νερού, εκείνη δε μου μιλούσε, για να αισθάνομαι πως είμαστε μονάχοι, η θάλασσα κ' εγώ. Περνούσε πολλή ώρα έτσι, τα μάτια μου κουράζονταν να κοιτάνε και γέρναν, έγερνα κ' εγώ στη γη. Τότε τα δέντρα που με τριγύριζαν γίνονταν καράβια με ψηλά κατάρτια, τα φύλλα που θροούσαν γίνονταν πανιά, ο άνεμος ανατάραζε το χώμα, το σήκωνε σε ψηλά κύματα, τα μικρά τριζόνια και τα πουλιά ήταν χρυσόψαρα και πλέανε, κ' εγώ ταξίδευα μαζί τους».

 

Πιστεύω ότι το μυθιστόρημα ενεργοποιεί ένα συλλογικό DNA. Αν και συνδέεται με μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή και μια ορισμένη ιστορική περίοδο, καταγράφει οικεία ήθη και συμπεριφορές ενώ, παράλληλα, το θέμα του ξεριζωμού από την πατρογονική γη, που πυροδοτεί την αφηγηματική πρόθεση του συγγραφέα, είναι αναγνωρίσιμο και οικουμενικό.

 

Αυτά γράφει ο Ηλίας Βενέζης στην Αιολική Γη, που θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα έργα του. Η Αιολική Γη ξεπηδάει από τις ρίζες των δέντρων της Ανατολής, από τα βουνά της Μικρασίας που τα λένε Κιμιντένια και ταξιδεύει από το κτήμα του παππού και της γιαγιάς στα κύματα του Αιγαίου.

 

Έτσι όπως ταξιδεύει και η ψυχή του μικρού Πέτρου, που παρέα με την αγαπημένη αδελφή του, ακούει τις μυστικές φωνές της φύσης, τα καλέσματα των σπηλιών και των φαραγγιών και αφουγκράζεται τους ήχους της γης και του νερού. Στο υποστατικό του παππού του ακούει παραμύθια, ντυμένα με ήχους, χρώματα και μυρωδιές. Θα είναι οι ανεξίτηλες μνήμες που θα συνοδεύουν τον νεαρό ήρωα για πάντα. 

 

Αιολική γη
Ο Δημοσθένης Παπαδόπουλος στον ρόλο του Γιωσήφ και η Γαλήνη Χατζηπασχάλη στον ρόλο της Άρτεμης. Φωτ: Α. Σιμόπουλος

 

Η Αιολική Γη του Ηλία Βενέζη μεταφέρεται στη σκηνή του Εθνικού Θεάτρου από τον Τάκη Τζαμαργιά σε μια παράσταση αναπόληση της παιδικής αθωότητας αλλά και μνήμης του αποχωρισμού από τη γενέθλια γη της Μικρασίας, λίγα χρόνια πριν από τη Μεγάλη Καταστροφή, από την οποία συμπληρώνονται φέτος 100 χρόνια.

 

«Είναι μια παρακαταθήκη, είναι τα διαβάσματά μου, με συγκλόνιζε πάντα αυτό το έργο, είναι η μνήμη, τα παιδικά μας χρόνια και νιώθω ότι υπάρχει έντονα η αγάπη για τον άνθρωπο γιατί κάπου υπάρχει και η ελπίδα. Συνδέεται και έμμεσα, όχι άμεσα, με την Μικρασιατική Καταστροφή του '22, όπως φαντάζονται κάποιοι.

 

Το ότι αυτό το βιβλίο γράφηκε το 1943 είναι κάτι που σε εκπλήσσει όταν το μαθαίνεις και αυτό ήταν μια άμυνα για τον Βενέζη, να υπερβεί τη σκοτεινιά της εποχής εκείνης και να ανατρέξει στον δικό του παράδεισο. Επίσης να ανακαλέσει και την αδερφή του, την Άρτεμη, που πέθανε το 1918 από ισπανική γρίπη, γιατί χωρίς αυτή δεν μπορεί να συνεχίσει την ιστορία και να αναβιώσει όλο αυτό το πρώτο ερωτικό ξύπνημα και την πορεία προς την ωριμότητα.

 

ΤΑΚΗΣ ΤΖΑΜΑΡΓΙΑΣ
Τάκης Τζαμαργιάς

Η δυσκολία είναι ότι έχουμε να κάνουμε με θραύσματα μνήμης, ενός παιδιού που όταν γράφει πλέον είναι ενήλικας και βλέπουμε τι έχει κρατήσει στη μνήμη του. Άλλα τα φωτίζει, άλλα τα σκιάζει, αλλά αυτό που εμείς επιδιώκουμε είναι να μη φανεί ο πόλεμος, η σκοτεινιά που έρχεται. Από την άλλη, θεωρούν ότι όλα είναι δεδομένα γύρω τους και τίποτα δεν θα αλλάξει.

 

Το εγχείρημα είναι δύσκολο γιατί έχουμε να κάνουμε με τη μεταφορά ενός αριστουργήματος που έχει αφήσει ένα ισχυρό αποτύπωμα σε αυτούς που το έχουν διαβάσει και είναι ένα κείμενο που αποσπάσματά του διδάσκονται και στο σχολείο, κάποιες σκηνές πιο αυτόνομες. Το στοίχημα είναι να μεταφέρουμε τη γραφή ενός ενήλικα στον κόσμο της παιδικής ηλικίας και να βρούμε το φως της αθωότητας, να κάνουμε ένα ταξίδι στη μνήμη», λέει ο σκηνοθέτης της παράστασης Τάκης Τζαμαργιάς.

 

«Πιστεύω, κατ’ αρχάς, ότι το μυθιστόρημα ενεργοποιεί ένα συλλογικό DNA. Αν και συνδέεται με μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή και μια ορισμένη ιστορική περίοδο, καταγράφει οικεία ήθη και συμπεριφορές ενώ, παράλληλα, το θέμα του ξεριζωμού από την πατρογονική γη, που πυροδοτεί την αφηγηματική πρόθεση του συγγραφέα, είναι αναγνωρίσιμο και οικουμενικό.

 

Συγχρόνως, η γλώσσα του Βενέζη, οι υπερβατικές συλλήψεις, τα θρυλικά πρόσωπα, οι περιγραφές της φύσης που συνομιλεί με τον άνθρωπο, η μίξη του ρεαλισμού με το φανταστικό και το ονειρικό στοιχείο ενισχύουν την εκφραστική δύναμη και ενσωματώνονται αβίαστα στην ουσία του κειμένου» λέει ο υπεύθυνος της διασκευής του έργου και καλλιτεχνικός διευθυντής του ΘΟΚ, Σάββας Κυριακίδης.

 

Αιολική γη
Η Χαρά Μάτα Γιαννάτου θα υποδυθεί την Ντόρις ενώ ο Μάξιμος Μουμούρης τον Αντώνη Παγίδα. Φωτ: Α. Σιμόπουλος

 

Ο Σάββας Κυριακίδης με τον συνεργάτη του Δημήτρη Χαλιώτη, εντοπίζοντας μια βιβλική σύλληψη στον πυρήνα του μυθιστορήματος και μένοντας κοντά στην αρχική δομή του, αποφάσισαν να αναδείξουν το κεντρικό θέμα κάθε μέρους –«Ο Παράδεισος», «Το Τέλος της Αθωότητας», «Η Έξοδος»–, κάνοντας τις αναγκαίες δραματουργικές παρεμβάσεις και περικοπές. Έτσι, επέστρεψαν σε ένα παραδοσιακό για το θέατρο «τρίπρακτο» μοντέλο, με εσωτερικές κορυφώσεις για κάθε «πράξη», το οποίο διατρέχει η διαρκής παρουσία του αφηγητή, του ίδιου δηλαδή του Βενέζη.

 

Η δραματουργική αφετηρία είναι απλή: ο συγγραφέας-Πέτρος επιστρέφει στη γη της παιδικής του ηλικίας, στη γη των προγόνων του και ανακαλεί, με τη βοήθεια των προσώπων που συνέθεσαν τον κόσμο του, επεισόδια από τη ζωή του λίγο πριν και μέχρι το ξέσπασμα του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου: οι αναμνήσεις και τα συναισθήματα από τη ζωή με τα πρόσωπα και τους θρύλους που συνέθεσαν τον προσωπικό του παράδεισο μέσα στο υποστατικό του παππού στα Κιμιντένια, το ξύπνημα του ερωτικού ενστίκτου που σταδιακά εξελίσσεται σε μια διπλή σύγκρουση και τέλος, η υποχρεωτική «ενηλικίωση» που έρχεται με τη μετατροπή του πολέμου από παιχνίδι σε πραγματικότητα και τον ξεριζωμό από τον Παράδεισο.

 

Με τη παράλληλη παρουσία ενός αφηγηματικού συνόλου εν είδει χορικού –που εμπλέκεται σποραδικά στη δράση– θέλησαν να ενισχύσουν τη σύνδεση του Πέτρου με τις αναμνήσεις αυτές και να προσθέσουν μια δεύτερη φωνή, που συνομιλεί μαζί του αλλά και με τον θεατή.

 

«Είναι αλήθεια ότι ένα μεγάλο μέρος της γοητείας του μυθιστορήματος είναι η γλώσσα του. Πρέπει να πω ότι το κείμενο που ακούγεται στην παράσταση, διαλογικό ή αφηγηματικό, προέρχεται αποκλειστικά από το μυθιστόρημα (με εξαίρεση ένα μικρό εμβόλιμο ποίημα του Κώστα Κρυστάλλη, που εξυπηρετεί μια συγκεκριμένη σκηνή).

 

Γενικότερα, σε όποια θεατρική διασκευή έχω εμπλακεί μέχρι σήμερα, εκκινώ από την πρόκληση να μην παρεκκλίνω από το πρωτογενές υλικό. Στην περίπτωση του Βενέζη, όπου το γλωσσικό όργανο είναι τόσο σύνθετο και ιδιαίτερο, αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, ακόμη πιο απαραίτητο» λέει ο κ. Κυριακίδης.

 

«Αυτό που μας ενδιέφερε να κρατηθεί είναι ένας τόνος που συνδυάζει τη νοσταλγία με τη γλυκύτητα των αναμνήσεων και την ατμόσφαιρα της γαλήνης πριν από την επερχόμενη τρικυμία. Μπορεί το τέλος της πορείας του Πέτρου στα Κιμιντένια να συνδέεται με έναν ξεριζωμό, όμως όσα περιγράφονται μέχρι την απαρχή των γεγονότων που θα οδηγήσουν στον εκπατρισμό είναι συνδεδεμένα με την ομορφιά της γης, την τρυφερή και μαγική αίσθηση των παιδικών εμπειριών, την αγάπη και την επικοινωνία της οικογένειας μέσα στο υποστατικό του παππού και, βέβαια, την αποκάλυψη των πρώτων ερωτικών συναισθημάτων. "Έζησα την ώρα του ήλιου, έχω τον ήλιο μέσα μου" λέει ο Πέτρος και αυτή η αίσθηση επικρατεί σε ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου και, ελπίζουμε, της διασκευής».

 

Αιολική γη
Το στοίχημα είναι να μεταφέρουμε τη γραφή ενός ενήλικα στον κόσμο της παιδικής ηλικίας και να βρούμε το φως της αθωότητας, να κάνουμε ένα ταξίδι στη μνήμη. Φωτ: Α. Σιμόπουλος

 

Αιολική Γη

Διασκευή: Σάββας Κυριακίδης

Συνεργάτης στη διασκευή: Δημήτρης Χαλιώτης

Σκηνοθεσία: Τάκης Τζαμαργιάς

Σκηνικά-κοστούμια- βίντεο: Παντελής Μάκκας

Μουσική: Λευτέρης Βενιάδης

Φωτισμοί: Αλέκος Γιάνναρος

Κίνηση: Amalia Bennett

Συνεργάτης Σκηνογράφος: Σωτήρης Μελανός

Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου

Βοηθός σκηνοθέτη: Αιμιλία Καραντζούλη

Βοηθός ενδυματολόγου: Έλλη Εμπεδοκλή

Βοηθός σκηνογράφου: Άννα Μπίζα

Video Sand Artist: Ιρίνα Μπόικο

Δραματολόγος παράστασης: Εύα Σαραγά

Διανομή (αλφαβητικά): Αλίκη Αλεξανδράκη, Κωνσταντίνος Γαβαλάς, Χαρά Μάτα Γιαννάτου, Μαρία Δελετζέ, Κωστής Καλλιβρετάκης, Θοδωρής Κατσαφάδος, Παναγιώτης Κατσώλης, Νίκος Καρδώνης, Γιασεμί Κηλαηδόνη, Κλεοπάτρα Μάρκου, Έλενα Μαρσίδου, Δημήτρης Μαύρος, Μάξιμος Μουμούρης, Δημήτρης Ντάσκας, Δημοσθένης Παπαδόπουλος, Χρήστος Παπαδόπουλος, Δημήτρης Παπανικολάου, Θανάσης Ραφτόπουλος, Τάσος Ροδοβίτης, Μιχάλης Συριόπουλος, Βικτωρία Φώτα, Γαλήνη Χατζηπασχάλη

 

Εθνικό Θέατρο

Rex - Σκηνή «Μαρίκα Κοτοπούλη»

Από 11/12/2021

Τετ.-Σάβ. 20:30, Κυρ. 19:30