Το Peak του Σεραφείμ Τσοτσώνη είναι με διαφορά ο πιο όμορφος δίσκος ηλεκτρονικής ποπ που εμφανίστηκε φέτος στην Ελλάδα. Μελαγχολικός, με συμφωνικές συνθέσεις κρυμμένες επιμελώς πίσω από ηλεκτρονικούς ήχους και μελωδίες που παραπέμπουν σε new wave συνθέσεις των 80s. Με ενορχηστρώσεις που θυμίζουν τις δουλειές του Craig Armstrong και τα ηχοτοπία του Eno, ονειρικές, λιτές, μετρημένες. Αν ο δίσκος δεν ήταν ελληνικός, πολύ πιθανόν να είχε πολύ καλύτερη τύχη, να είχε ακουστεί περισσότερο, να μην είχε παραμείνει κρυμμένο μυστικό τόσους μήνες μετά την κυκλοφορία του. Αν μάλιστα είχε παρουσιαστεί στο Pitchfork ή στα site που παρακολουθούν ευλαβικά και διαμορφώνουν άποψη στους Έλληνες μουσικόφιλους, ο Σεραφείμ θα ήταν σήμερα πρώτο όνομα. Το άλμπουμ του είναι πολύ καλύτερο απ' όλα σχεδόν τα άριστα του Pitchfork, ιδανικό urban soundtrack για ραστώνη στη βεράντα, ή για συνοδεία στις βόλτες στους δρόμους. Αν το Unite του Burial είναι ο χαρακτηριστικός σύγχρονος ήχος του νότιου Λονδίνου, το Royal Observer είναι το κομμάτι που θα έπρεπε να παίζει από τα ηχεία της πόλης τις καλοκαιρινές νύχτες. Σε κάποια κομμάτια όπως το Girlfist οι μνήμες που ξυπνάνε οι απόηχοι από Στέρεο Νόβα φορτίζουν την ατμόσφαιρα συγκινησιακά. Ο Σεραφείμ είναι 30 χρονών, με σπουδές πιάνου και ανώτερα θεωρητικά στη μουσική. Έχει δουλέψει σαν μηχανικός ήχου, έχει γράψει μουσική για το σινεμά, για βίντεο αρτ παραστάσεις, για την Πολιτιστική Ολυμπιάδα 2004, για διαφημιστικά, ενώ κομμάτια του πρωτοεμφανίστηκαν σε συλλογές της Klik Records. Το Peak είναι το πρώτο του άλμπουμ. «Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, με θυμάμαι να ακούω μουσική», λέει. «Τα πρώτα μου ακούσματα ήταν κλασική μουσική και στη συνέχεια, μεγαλώνοντας, αναμείχθηκαν με ήχους από συγκροτήματα όπως οι Pink Floyd, o Brian Eno κ.λπ. Αυτές ήταν οι αρχικές επιρροές μου».

«Το Peak ως πρωτοεμφανιζόμενο άλμπουμ είχε την αγωνία του κατά πόσο θα γίνει αποδεκτό σ' ένα ευρύτερο κοινό από αυτό που με ήξερε από άλλες μου δουλειές. Είναι πολύ ενθαρρυντικό για μένα που κατάφερε να γίνει τόσο αρεστό. Είναι αλήθεια ότι οι κριτικές επηρεάζουν μια μερίδα του κοινού, αλλά γενικότερα το κοινό έχει δικά του κριτήρια».

»Νιώθω πως με τη δυνατότητα του internet μπορεί πραγματικά η μουσική να ακούγεται εύκολα παντού, κάτι που σε παλιότερες εποχές θα ήταν αδύνατο ή εξαιρετικά δύσκολο να πραγματοποιηθεί. Σήμερα είναι εύκολο και μπορείς να ακούσεις τα πάντα, να σε ακούσουν όλοι και να ξεχωρίσει ό,τι αξίζει.

»Το ταλέντο θεωρώ ότι είναι καθοριστικό αν θέλεις να δημιουργήσεις. Η τεχνολογία μπορεί να σε διευκολύνει, αλλά όσο κι αν σε βοηθούν τα software, οι γνώσεις πάνω στη μουσική είναι απαραίτητες».

Τον ρωτάω πόσο δύσκολο είναι για κάποιον μουσικό που ασχολείται με την ηλεκτρονική μουσική να παρουσιάσει τη δουλειά του live. «Όταν δεν παίζεις με ένα PC ή Mac, αλλά χρησιμοποιείς και hardware είναι σαφής η διαφορά. Πολλές φορές το τελικό αποτέλεσμα διαμορφώνεται εκείνη την ώρα του live, ως πάντρεμα της διάθεσης του καλλιτέχνη και της ανταπόκρισης του κοινού».

»Για να βρεθώ στην Klik Records, συνδετικός κρίκος ήταν ο Αχιλλέας Χεκίμογλου, που επιμελήθηκε τη συλλογή της Klik Records, One Nation 2, στην οποία υπάρχει το κομμάτι μου VIP Area».

»Το περιβάλλον που ζει κάποιος επηρεάζει τον τρόπο που δημιουργεί και τον ήχο του. Νομίζω πως είναι μια σχέση αλληλένδετη. Μία σχέση πομπού και δέκτη. Επηρεαζόμαστε άμεσα ή έμμεσα απ' όσα συμβαίνουν γύρω μας, γεγονός που βγαίνει στη δουλειά μας, στους ήχους μας, τα οποία μεταφέρονται ως πομποί για να γίνουν με τη σειρά τους δέκτες για άλλους κ.ο.κ.».

»Ετοιμάζω μουσική για κάποιες θεατρικές δουλειές για το χειμώνα και βρίσκομαι στο studio σε συνεργασία με τον Γιώργο Κυριάκου, Label Manager της Klik Records για το κοινό μας project». Υπάρχει κάποιος καλλιτέχνης με τον οποίο θα ήθελες να συνεργαστείς; «Εκτιμώ πολύ τη Σαβίνα Γιαννάτου και θα ήθελα να συνεργαστώ μαζί της».