WEEKEND

Ο θρύλος του Γιώργου Μπαράκου και του ιστορικού Τζαζ Κλαμπ στα Αναφιώτικα

Γιώργος Μπαράκος: η τζαζ ήταν η ζωή του Facebook Twitter
Ο Γιώργος Μπαράκος με μουσικούς, στο Τζαζ Κλαμπ, το 1980.
0

ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΜΕΡΙΚΕΣ ΜΕΡΕΣ, στις 20 Νοεμβρίου, έγινε γνωστός ο θάνατος του Γιώργου Μπαράκου – ενός εντελώς ξεχωριστού, ενός μοναδικού προμότερ της τζαζ στη χώρα μας. 

Το θλιβερό γεγονός θα ανακοινωνόταν στο facebook από μουσικούς, που είχαν συνεργαστεί μαζί του στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70, στο περιώνυμο Τζαζ Κλαμπ του, στην Πλάκα, σκορπώντας στους απανταχού φίλους της τζαζ (και εδώ, μα ακόμη και στο εξωτερικό) συγκίνηση και θλίψη. Ήταν και ο τρόπος με τον οποίον «έφυγε» εντελώς απρόσμενα από τη ζωή ο 80χρονος Γιώργος Μπαράκος, που συνέτεινε σ’ αυτό.

Μπορεί στην νεότερη γενιά των jazz fans το όνομά του να μην λέει πάρα πολλά –αν και αποκλείεται να υπάρχει άνθρωπος, που ν’ ακούει τζαζ στην Ελλάδα, και να μην ξέρει τουλάχιστον το βασικότερο όλων–, για τους παλαιότερους, όμως, μουσικούς, fans, ακροατές, ανθρώπους γενικώς που ασχολούνται ή ασχολήθηκαν από διάφορες φάσεις και θέσεις με την τζαζ στην Ελλάδα, ο Γιώργος Μπαράκος ήταν, είναι και θα παραμείνει ένα θρυλικό πρόσωπο. 

Ο Μπαράκος είχε πλήρη γνώση σε σχέση με το τι γινόταν με την τζαζ στην Ελλάδα. Ήθελε να κάνει ένα χώρο λαϊκό, που να μπορεί και ο φοιτητής, και ο άνεργος, και κάποιος με μικρές οικονομικές δυνατότητες να απολαύσει τη μουσική που αγαπάει.

Κυρίως, γιατί έστησε μια κατάσταση στην Πλάκα, στην πλατεία Ραγκαβά, στα Αναφιώτικα, από τα τέλη του ’74 έως και τα τέλη του ’83, από αγνή και άδολη αγάπη για την μουσική. Την τζαζ βασικά, αλλά όχι μόνο. 

Τελείως έξω από κερδοσκοπικές αντιλήψεις, παντελώς έξω από κάποια κυκλώματα, που πάντα υπήρχαν και που αντιμετώπιζαν την τζαζ άλλοτε ως μουσική των «καταγωγίων», και άλλοτε ως «στυλάτη» μουσική της «υψηλής κοινωνίας», ο Γιώργος Μπαράκος έδωσε στην μουσική που αγαπούσε –συμβάλλοντας με απέραντη αγάπη, προσωπικό κόπο και έξοδα– την αληθινή λαϊκή θέση που της ανήκε, στήνοντας ένα χώρο εκ του μηδενός, που λειτουργούσε και σαν «σχολείο». Αλλά ας τα πάρουμε τα πράγματα με μια σειρά... 

Γιώργος Μπαράκος Facebook Twitter
Γιώργος Μπαράκος. Φωτ.: Γιάννης Ζαφείρης

Στην αρχή ήταν το ροκ εντ ρολ, και η τζαζ της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης και του Κολλεγίου

Ο Γιώργος Μπαράκος έμπαινε στην εφηβεία, όταν σκάει το ροκ εντ ρολ στην Ελλάδα, το 1956. Γίνεται ροκεντρολάς, όπως κάθε νέος της εποχής με μουσικές ανησυχίες, αλλά σχεδόν ταυτόχρονα ανακαλύπτει και την τζαζ, μέσω ενός μεγαλύτερου γείτονά του, που τον μυεί σε κλασικά ακούσματα (Charlie Parker, Dizzy Gillespie, Gerry Mulligan, Thelonious Monk κ.ά.).

Παρότι πολύ νέος ακόμη και πιστός fan του ροκ εντ ρολ, ο Γιώργος Μπαράκος βρίσκει στην νέα μουσική αγάπη του ένα άλλο νόημα. Αντιλαμβάνεται, ας πούμε, την ιδιαίτερη σχέση που συνδέει τον μουσικό της τζαζ, με το όργανό του, που αποτελεί προέκταση της φωνής του, και αυτό τον συνεπαίρνει. Έτσι, σταδιακά, και μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’50, η τζαζ αποκτά κυρίαρχο ρόλο στα ακούσματά του. 

Γιώργος Μπαράκος: η τζαζ ήταν η ζωή του Facebook Twitter
Τζαζ με το συγκρότημα του Νίκου Λαβράνου στο Εντευκτήριο της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης, Ηρώδου Αττικού 25, στο τέλος της δεκαετίας του ’50.

Ίσως αυτό να οφειλόταν και στην σταδιακή αποδυνάμωση του ροκ εντ ρολ, καθώς άλλοι «ήρωές» του σκοτώθηκαν (Buddy Holly, Eddie Cochran), άλλοι τραυματίστηκαν σοβαρά (Gene Vincent), άλλοι είχαν προβλήματα με τον νόμο, με αποτέλεσμα η καριέρα τους να τραβηχτεί «πίσω» (Chuck Berry, Jerry Lee Lewis) και άλλοι ενέδωσαν στο πιο μπλαζέ, κρουνερίστικο στυλ (Elvis Presley), που ήταν η κύρια και συντηρητική ποπ πρόταση της Αμερικής στα τέλη του ’50 και στις αρχές του ’60, και που δεν θα μπορούσε, σε καμία περίπτωση, αυτό το ύφος, να εκφράσει τα... οργισμένα νιάτα της εποχής. 

Τέλος πάντων ο Μπαράκος πέφτει με τα μούτρα, όπως λέμε, στην τζαζ,  –αν και ποτέ δεν θα σταματήσει να ακούει και ροκ– εκμεταλλευόμενος, στο έπακρο, τις λίγες δυνατότητες που παρείχε η εποχή, ώστε να μορφωθείς όσο γινόταν 'τζαζικώς'. 

Υπάρχει, λοιπόν, ο Ελληνο-Αμερικανικός Σύνδεσμος, η δανειστική δισκοθήκη της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης, μετά το 1957, που κάνει καλή δουλειά, υπάρχει το Μοναστηράκι, στο οποίο καταλήγουν οι δίσκοι των Αμερικανών, που υπηρετούν στις Βάσεις γύρω από την Αθήνα και που μετατίθενται ή απολύονται, υπάρχουν οι σχετικές εκδηλώσεις αποφοίτων του Κολλεγίου Αθηνών και βασικά υπάρχει το Εντευκτήριο της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης, στην Ηρώδου Αττικού 25, που στεγάζει το Jazz Club των Αθηνών και στο οποίο παρουσιάζονται δίσκοι, γίνονται συναυλίες, οργανώνονται ομιλίες κ.λπ. 

Γιώργος Μπαράκος: η τζαζ ήταν η ζωή του Facebook Twitter
Τζαζ εκδήλωση του Κολλεγίου Αθηνών από την ίδια εποχή, τέλη ’50-αρχές ’60

Σε όλα αυτά ο Γιώργος Μπαράκος είναι «μέσα». Και προφανώς σ’ αυτά τα στέκια πηγαίνει με τον φίλο του σαξοφωνίστα Λάκη Διακογιάννη, προφανώς γνωρίζεται από τότε με τον μεγαλύτερό του και επίσης jazz-fan Δημήτρη Πολύτιμο, ενώ στους ίδιους χώρους κινούνταν και πολλοί άλλοι άνθρωποι, από τον σχεδόν συνομήλικό του Βαγγέλη Παπαθανασίου, μέχρι τους μεγαλύτερους Μίμη Πλέσσα, Τίτο Καλλίρη κ.ά. 

Μια περιπέτεια...

Στα μέσα της δεκαετίας του ’60, όταν ο Γιώργος Μπαράκος ήταν 23 ετών, μπαίνει για πρώτη φορά στη σκέψη του να δημιουργήσει κάτι σε σχέση με την τζαζ στην Αθήνα. Το είχε πει ο ίδιος αυτό στην μοναδική από πάσης πλευράς συνέντευξή του, που είχε δώσει για το «Περιοδικό» (τεύχος #46, Δεκέμβριος 1990) στον φίλο του, σημαίνοντα γραφίστα και επίσης αμετανόητο jazz-fan Δημήτρη Θ. Αρβανίτη:

«Στην δεκαετία του ’60, μαζί με τον κοινό μας φίλο Θάνο Κακογιάννη, είχαμε για πρώτη φορά την ιδέα να ανοίξουμε ένα τζαζ κλαμπ. Οι διαπραγματεύσεις, όμως, για την αίθουσα ναυάγησαν την τελευταία στιγμή. Ήταν ένας πολύ ωραίος χώρος στην Πλατεία Κολωνακίου – σαν Μινουίτ λειτούργησε μετά. Μεσολάβησε η δικτατορία και όλο αυτό το σχέδιο μπήκε σε χειμερία νάρκη». 

Τα «ορεινά» του Κολωνακίου εκείνη την εποχή ήταν το στέκι μιας παρέας, που την περιγράφει και ο Λεωνίδας Χρηστάκης στο κλασικό βιβλίο του «Η Δυστυχία του να Είσαι Μαλάκας» [Κάκτος, 1984]. Διαβάζουμε: 

«Σε απομονωμένα κάπως στέκια της Πλατείας Κολωνακίου συχνάζουν νέοι –την εποχή εκείνη– εμπνευσμένοι από αμερικάνικα πρότυπα και με κουλτούρα μπητ. Ο Πάνος Κουτρουμπούσης, ο Τάσος Φαληρέας, ο Δημήτρης Πουλίκας, ο Δημήτρης Πολύτιμος, ο Γιώργος Μακρής, ο Τάσος Δενέγρης, ο Κούλης ο Θανάσης, ο Μπαράκος, ο Ακριθάκης και άλλοι που αποτέλεσαν και τον πυρήνα της γενιάς των Ελλήνων μπητ, που ξεχύθηκαν αργότερα χύμα με τα γραπτά τους και τα σχέδιά τους, τη νοοτροπία τους, τα τραγούδια τους και την παρουσία τους». 

Γιώργος Μπαράκος: η τζαζ ήταν η ζωή του Facebook Twitter
Τζαζ στην Koukouvaya, στην Πλάκα, το 1965, με τον πιανίστα Δημήτρη Πολύτιμο.

Για να συνεχίσει ο Χρηστάκης:

«Σ’ αυτό το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι στα μέσα της δεκαετίας του 1960 πολλοί απ’ τους παραπάνω ατύχησαν, όταν η Δίωξη Ναρκωτικών έκανε “έφοδο” σ’ ένα διαμέρισμα στην περιοχή Τρούμαν και συνέλαβε και προφυλάκισε, με βαριές κατηγορίες, πολλούς από τους παραπάνω, μέχρι να τους απαλλάξει με βούλευμα ή να τους αθωώσει». 

Το περιστατικό που περιγράφει ο Χρηστάκης, στην περιοχή του αγάλματος Τρούμαν,  δεν συνέβη στα μέσα της δεκαετίας του ’60, αλλά επί δικτατορίας, στις 9 Μαΐου του 1968. 

Η αστυνομία εισβάλλει σ’ ένα διαμέρισμα επί της Λεωφόρου Βασιλέως Κωνσταντίνου και συλλαμβάνει επ’ αυτοφώρω όπως λέμε, μερικούς νεαρούς ή λιγότερο νεαρούς σε φάση... χασισοποτείας. Ανάμεσά τους: ο Δημήτρης Πουλικάκος, ο Δημήτρης Πολύτιμος, ο Τάσος Φαληρέας και ο Γιώργος Μπαράκος. Για το περιστατικό αυτό είχε μιλήσει πρώτος όλων, ίσως, ο Τάσος Φαληρέας, σ’ ένα κείμενό του στο περιοδικό «Ήχος & H-Fi» (τεύχος #243, Ιούνιος 1993). Διαβάζουμε: 

«Όταν έγινε η χούντα εμείς συνεχίσαμε με τον ίδιο ρυθμό (σ.σ. εννοεί την ρέμπελη και μαστούρικη ζωή), μόνο που τα πέντε άτομα που ήμασταν η παρέα, είχαμε γίνει πεντακόσιοι. Είχε διαβρωθεί όλη η περιοχή, όλοι οι πιτσιρικάδες. Η διάβρωση έγινε με το “μαύρο”. Αυτό ήταν το άσχημο. Με το “μαύρο” διαβρώθηκε όλη η νεολαία της εποχής. Ο ένας έφερνε τον άλλον, ο άλλος τον άλλον. Κυκλοφορούσε πολύ “μαύρο” τότε στην Αθήνα. Είχαμε γνωρίσει και διάφορους λαϊκούς, που το μοσχοπουλάγανε και βγάζανε χρήματα απ’ αυτή την ιστορία. Και αφού γίνονταν όλα αυτά, έγινε κι η περίφημη σύλληψη. Πιάσανε τον Πουλικάκο, εμένα, τον Πολύτιμο, τον Μπαράκο. Μας πήγαν μέσα. Καθίσαμε 27 μέρες στην Ασφάλεια (σ.σ. Μπουμπουλίνας) και πεντέμισι μήνες στις φυλακές Αβέρωφ. Εκεί είδαμε και τα βασανιστήρια, και την Αριστερά. Είδαμε τον Κύρκο, παίξαμε βόλεϊ με τον Θεοδωράκη. Με την πολιτική δεν είχαμε καμία σχέση. Όμως λυπόμασταν που τους βλέπαμε να τους δέρνουν. Και τους ποινικούς δέρνανε, αλλά εμείς υποτίθεται ότι ήμασταν χαμένα κορμιά...». 

Τώρα, γιατί το «μαύρο», επί χούντας, είχε τέτοια εξάπλωση (ενώ το κυνηγούσαν υποτίθεται), και γιατί οι πέντε που το «πίνανε» είχαν γίνει πεντακόσιοι, ας το σκεφθεί ο καθένας μόνος του. Όπως είχε πει και ο Δημήτρης Πουλικάκος στην εκπομπή «Η Μηχανή του Χρόνου», που είναι ανεβασμένη στο YouTube (23 Ιουλ. 2014): 

«Ήταν ένας πιτσιρικάς, που ήταν της προσκολλήσεως να πούμε, κι εμείς τον αποφεύγαμε. Ο συνεταίρος του πατέρα του, πρώην αστυνομικός, μας παρακολούθησε λόγω της εμμονής του μικρού να μας πλησιάζει και μας είδε ένα βράδυ, που μπήκαμε σ’ ένα σπίτι, πήρε τηλέφωνο την αστυνομία και λέει… εκεί μέσα έχουνε ψωνίσει 40 οκάδες “μαύρο”. Είναι χαρακτηριστικό, γιατί το πρώτο πράμα που μας είπανε ήταν... καλά ρε σεις, χασίσι βρήκατε να πιείτε, δεν μαχαιρώνατε κανένανε στην πλάτη καλύτερα». 

Γιώργος Μπαράκος: η τζαζ ήταν η ζωή του Facebook Twitter
Κινδυνολογικός τίτλος, με παραπειστικές φωτογραφίες, από περιοδικό της εποχής (1968)

Αυτό που λέει ο Πουλικάκος είναι πολύ σωστό. Το χασίς ήταν φαινομενικά «κόκκινο πανί» εκείνη την εποχή, για το καθεστώς – παρ’ όλη την εξάπλωσή του. Αν σε πιάνανε (αν λέμε...) καταστρεφόταν η ζωή σου. Έμπαινες στα μαύρα κατάστιχα και δεν έβγαινες ποτέ. Ο Ανδρέας Μπάρκουλης, λίγα χρόνια αργότερα, θα εξαναγκαζόταν να φύγει για την Αμερική, αλλάζοντας τελείως καριέρα, προκειμένου να γλιτώσει. 

Πάνω στο χασίς επενδυόταν όλη η... ηθική προστασία, ενός διεφθαρμένου κρατικού μηχανισμού, προς το... χριστεπώνυμον πλήθος. Μπορεί να έκλεβες, μπορεί να λήστευες, μπορεί να εκβίαζες, μπορεί να έκανες ό,τι λοβιτούρα θες, αλλά αν σε πιάνανε μ’ ένα γραμμάριο χασίς ήσουν τελείως καμένος – και κομμένος από παντού. Δεν μπορούσες να σταθείς πουθενά. 

Εν τω μεταξύ τα κατορθώματά τους τα προβάλλανε οι «αρμόδιοι» ολούθε, όχι μόνο στις εφημερίδες δηλαδή (που τις διάβαζες επί τόπου και μετά τις πέταγες), μα ακόμη και στα μηνιαία περιοδικά(!), που τα κρατούσες στο σπίτι σου, για ένα μήνα ή και παραπάνω, και τα διάβαζες και τα ξαναδιάβαζες. Έπρεπε, δηλαδή, με το ζόρι να εμπεδώσεις την «προστασία», που σου παρείχε το καθεστώς. Η σπέκουλα ήταν άνευ προηγουμένου. Και οπωσδήποτε, οι φίλοι μας –η περίπτωση των οποίων παιζόταν στα μίντια ως αποδεικτικό πως οι κρατικές υπηρεσίες... δούλευαν υπερωρίες «για το καλό μας»– την είχαν γλιτώσει πολύ φτηνά, με τόσο λίγους μήνες φυλακή. Eίχαν μπάρμπα στην Κορώνη…

Έτσι, ο Πουλικάκος θα ’βγαινε και θα ξαναέπαιζε ροκ με τους M.G.C., πιάνοντας ξανά το νήμα, από ’κει που το είχε αφήσει, όπως και ο Πολύτιμος εξάλλου, ο Τάσος Φαληρέας θα άνοιγε το δισκάδικο Pop 11 με τον αδελφό του, και θα ’μπαινε στην Lyra, δουλεύοντας για τον Αλέξανδρο Πατσιφά, ενώ ο Μπαράκος κάπου θα χανόταν. Και θα έπρεπε να πέσει η χούντα, για να νοιώσει κάπως «ελεύθερος» ο άνθρωπος, ώστε να κάνει την κίνηση της ζωής του. Να ανοίξει το Τζαζ Κλαμπ, στην Πλάκα... 

Από εδώ και κάτω η ιστορία φαίνεται να είναι κάπως περισσότερο γνωστή, αλλά υπάρχουν και θέματα που δεν έχουν φωτιστεί και τόσο. Δώστε προσοχή... 

Το ξεκίνημα του Τζαζ Κλαμπ και «Η Σκηνή»

Το Τζαζ Κλαμπ, που στην αρχή το άκουγες ως «Τζαζρόκ», ανοίγει στις αρχές Δεκεμβρίου 1974 (αυτό το έχει πει ο ίδιος ο Γιώργος Μπαράκος). Ούτε τον Οκτώβριο του ’74, όπως ακούμε σε σχετική τηλεοπτική εκπομπή, ούτε το 1975, αρχή, μέση ή τέλος, όπως διαβάζουμε από ’δω κι από ’κει. 

Το μαγαζί, ένα νεοκλασικό στην Πλατεία Ραγκαβά, στην Πλάκα, στην αρχή λειτουργεί κάπως σαν λέσχη. Ο Μπαράκος έχει κουβαλήσει ηχητικά μηχανήματα, πολύ καλά μηχανήματα, για τα δεδομένα της εποχής, μέρος της δισκοθήκης του και βάζει δίσκους, κάνει τον DJ δηλαδή, για ένα κοινό, που καλά-καλά δεν ξέρει τι ακούει, αλλά έχει, οπωσδήποτε, τη θέληση ν’ ακούσει – αυτή την λαϊκή αμερικάνικη μουσική, που έχει περάσει από σαράντα κύματα, κοινωνικά και αισθητικά, και που εκείνη την εποχή έχει ήδη χωνέψει και το ανακάτεμά της με το ροκ, δημιουργώντας το fusion ή jazz-rock, ξανοιγόμενη και προς το funk, συνεχίζοντας να επικοινωνεί με την πρωτοπορία, τα ηλεκτρονικά κ.λπ. 

Γιώργος Μπαράκος: η τζαζ ήταν η ζωή του Facebook Twitter
Το περιοδικό Τέχνης «ΣΗΜΑ / Η ΣΚΗΝΗ» (τεύχος #9, Σεπτέμβριος 1975), φιλοξενεί κείμενο του Γιώργου Μπαράκου για την ιστορία της τζαζ

Ο Μπαράκος είχε πλήρη γνώση σε σχέση με το τι γινόταν με την τζαζ στην Ελλάδα. Ήθελε να κάνει ένα χώρο λαϊκό, που να μπορεί και ο φοιτητής, και ο άνεργος, και κάποιος με μικρές οικονομικές δυνατότητες να απολαύσει τη μουσική που αγαπάει. Γνώριζε πως δεν άνοιγε το πρώτο μαγαζί για τζαζ στην Ελλάδα – όπως κατά κόρον γράφτηκε, απερίσκεπτα, με αφορμή το θάνατό του. Προσέξτε τι είχε πει ο ίδιος, επί του θέματος, στο «Περιοδικό», το 1990: 

«Εκείνη την εποχή η τζαζ ήταν ελάχιστα διαδεδομένη. Αυτό ήταν και το παράπονό μου. Κάποιος που ήθελε να ακούσει τζαζ θα έπρεπε να έχει την οικονομική άνεση να πάει στο Χίλτον ή σε κάποιο πιάνο-μπαρ πολυτελείας (σ.σ. αυτά σημαίνουν πως τζαζ ζωντανή υπήρχε στην Αθήνα και πως δεν την ανακάλυψε ο Μπαράκος). Υπήρχαν μουσικοί σαν τον Μανώλη Μικέλη και άλλους, που έπαιζαν σε τέτοιους χώρους. Ένας νέος άνθρωπος δεν είχε σίγουρα τη δυνατότητα να ακούσει τζαζ». 

Τι είχε γίνει, όμως, μ’ εκείνη την παλιά παρέα της Πλατείας Κολωνακίου; 

Όλοι εκείνοι και άλλοι ακόμη θα μαζεύονταν το καλοκαίρι του ’75, σε μία σύναξη μοναδική, που θα αποτυπωνόταν στο ένατο τεύχος του περιοδικού Τέχνης «ΣΗΜΑ», του επονομαζόμενου «Η ΣΚΗΝΗ» (Σεπτέμβριος 1975), στο οποίον τεύχος θα καταγράφονταν κείμενα (λογοτεχνία, ποίηση), μεταφράσεις, σκίτσα κ.λπ., που θα συγκέντρωναν η ποιήτρια Νατάσα Χατζιδάκι και ο ποιητής Μιχαήλ Μήτρας. 

Σ’ εκείνο το τεύχος θα έδιναν πληροφορίες και υλικό ο ποιητής Σπύρος Μεϊμάρης, ο συγγραφέας, ποιητής, σκιτσογράφος κ.λπ. Πάνος Κουτρουμπούσης, ο παραγωγός δίσκων (τότε) Τάσος Φαληρέας, ο ποιητής Τάσος Δενέγρης, ο Δημήτρης Πουλικάκος, ο Θανάσης Σβορώνος, ο Αλέξης Ταμπουράς, ο Κώστας Θεοφιλόπουλος, η Μαρία Μήτσορα, ο Πέτρος Μοροζίνης και ορισμένοι ακόμη – ανάμεσά τους, δε, και ο Γιώργος Μπαράκος. 

Γιώργος Μπαράκος: η τζαζ ήταν η ζωή του Facebook Twitter
Μια φωτογραφία ενός μέρους της «Σκηνής», από την άνοιξη του 1977(;), στον περίβολο του Πολεμικού Μουσείου. Από αριστερά: Κώστας Θεοφιλόπουλος, Κώστας Προβατάς, Παναγιώτης «Μλαρ» Καλδής, Μαρία Μήτσορα, Πάνος Κουτρουμπούσης, Κέιτ Κουτρουμπούση, Denise Harvey, Τάσος Φαληρέας, Αντρέας «Χου» Φρογουδάκης (ψηλά στη σκάλα), Μαρία & Γιώργος Μπαράκος.

Το κείμενο του Μπαράκου είχε σχέση με την τζαζ, φυσικά. Ήταν ένα κείμενο, για την ιστορία τής «μεγάλης μαύρης μουσικής», που καταπιανόταν με την καταγωγή της, αναλύοντας τα είδη της (από το ragtime, μέχρι και την ηλεκτρική τζαζ των 70s) κ.λπ. 

Θα ξαναβρισκόταν η παρέα τα επόμενα χρόνια; Επίσημα και με προσθαφαιρέσεις θα συνέβαινε άλλη μία συνάντηση, με αφορμή ένα ανεκπλήρωτο εν τέλει πρότζεκτ του Πάνου Κουτρουμπούση, υπό τον τίτλο «Οι Γύφτοι που Μπορούσαν να Πετάνε», το οποίο θα διαβάζαμε, ως μικροϊστορία, στο βιβλίο του «Εν Αγκαλιά De Κρισγιαούρτι y Otros Ταχυδράματα y Historias Περίεργες» [Denise Harvey et Co, 1978]. 

Η συνάντηση εκείνη (μάλλον την άνοιξη του 1977) είχε απαθανατιστεί με μερικές ωραίες φωτογραφίες στο χώρο με τα παλιά αεροπλάνα, στον περίβολο του Πολεμικού Μουσείου, στην Βασιλίσσης Σοφίας. Ανάμεσα και ο Γιώργος Μπαράκος με την αγαπημένη του σύντροφο Μαρία. 

Τα χρόνια της δόξας και μέχρι το κλείσιμο του Τζαζ Κλαμπ

Γιώργος Μπαράκος: η τζαζ ήταν η ζωή του Facebook Twitter
Τζαζ Κλαμπ, Πλατεία Ραγκαβά, 1977. Από αριστερά: Γιώργος Φιλιππίδης μπάσο, Tony Brown ντραμς, Johnny Zorbas τενόρο σαξόφωνο, Béla Lakatos πιάνο, Johnny Lambizzi κιθάρα.

Εν τω μεταξύ το «Τζαζ Κλαμπ» έχει αρχίσει να ανεβαίνει. Από ένας χώρος συνεύρεσης και ακροάσεων έχει μετατραπεί πια σε μια πλήρη ζωντανή σκηνή, στην οποία εμφανίζονται τζαζ μουσικοί απ’ όλο τον κόσμο! Φυσικά, οι Έλληνες (μουσικοί) έχουν κι αυτοί μεγάλο μερίδιο στα δρώμενα, καθώς τα παιδιά, που είχαν ξεκινήσει όλα από τα ποπ και ροκ συγκροτήματα του ’60 και του ’70, μεγαλώνοντας βρίσκουν στην τζαζ ένα νέο χώρο έκφρασης. 

Μερικοί από τους πρώτους βασικούς, που ανεβαίνουν στην μικρή σκηνή του «Τζαζ Κλαμπ» (σε παρένθεση ένα από τα συγκροτήματα που είχαν περάσει νεότεροι), ήταν ο μπασίστας Γιώργος Φιλιππίδης (Εξαδάκτυλος), ο ντράμερ Γιώργος Τρανταλίδης (Socrates Drank the Conium), ο κιθαρίστας Λάκης Ζώης (Giannini), ο πιανίστας Ντέμης Βισβίκης (Axis), ο ντράμερ Χρήστος Στασινόπουλος (Ρουθ), ο σαξοφωνίστας Λάκης Διακογιάννης (Harlems) και ο πιανίστας Μάρκος Αλεξίου (Alba, Aris & The Olympics). 

Αν οι Έλληνες ήταν το ένα μεγάλο κεφάλαιο, το άλλο επίσης μεγάλο κεφάλαιο ήταν οι ούγγροι μουσικοί της τζαζ! Η Ουγγαρία είχε μεγάλη και σημαντική σκηνή ήδη από τα early sixties, με φοβερούς οργανοπαίκτες  και συγκροτήματα, που ήταν πολύ πιο μπροστά, τεχνικά και συνθετικά, από τους έλληνες συναδέλφους τους, οι οποίοι (Έλληνες) τότε ξεκινούσαν, οι περισσότεροι, να δοκιμάζουν στον συγκεκριμένο χώρο. 

Γιώργος Μπαράκος: η τζαζ ήταν η ζωή του Facebook Twitter
Τζαζ Κλαμπ, Πλατεία Ραγκαβά, γύρω στο 1980. Γιώργος Μπαράκος (άκρη αριστερά, με τα ασπρόμαυρα γυαλιά), αγκαλιά με τον ημίγυμνο (και κουρεμένο πλέον) ουγρο-ιταλό κιθαρίστα János Lambizi. Στην άκρη δεξιά, με το σαξόφωνο, ο Conrad Ayers.

Ο ιταλο-ούγγρος κιθαρίστας János Lambizi ή Johnny Lambizzi, που είχε περάσει από πλείστα όσα ελληνικά συγκροτήματα (Sharks, Εξαδάκτυλος, Ο Διονύσης Σαββόπουλος και τα Μπουρμπούλια του, Socrates Drank the Conium), παίζοντας και με τους περίφημους Ιταλούς Area (του Demetrio Stratos) στο ξεκίνημά τους, ήταν ο συνδετικός κρίκος, ώστε από το 1977 και μετά να αρχίζουν να καταφθάνουν οι ούγγροι μουσικοί «στου Μπαράκου» (που έρχονταν οδικώς από την Βουδαπέστη, για να εμφανισθούν στην Πλάκα!). Οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, με έξοχες ηχογραφήσεις και γενικότερη σημαίνουσα παρουσία στην πατρίδα τους. Σημειώστε ονόματα: 

O πιανίστας Béla Lakatos, ο τρομπετίστας Rudolf Tomsits, ο πιανίστας Füsti Gábor, ο ντράμερ Imre Kőszegi, ο πιανίστας György Vukán, ο μπασίστας Balázs Berkes, ο πιανίστας László Gárdonyi, ο σαξοφωνίστας Tony Lakatos, o μπασίστας Aladár Pege κ.ά. 

Ο πιανίστας Σάκης Παπαδημητρίου, που είχε διασυνδέσεις στο εξωτερικό και που έγραφε και στο σημαντικό περιοδικό “Jazz Forum” στην αγγλική έκδοσή του, έκανε γνωστό το Τζαζ Κλαμπ στην αλλοδαπή, κι έτσι τεράστιοι μουσικοί της πιο προχωρημένης τζαζ, όπως ο βρετανός σαξοφωνίστας Evan Parker, θα έρχονταν για εμφανίσεις «στου Μπαράκου». 

Γιώργος Μπαράκος: η τζαζ ήταν η ζωή του Facebook Twitter
Τζαζ Κλαμπ, Πλατεία Ραγκαβά. Από αριστερά: Ντέμης Βισβίκης πιάνο, Γιώργος Φιλιππίδης μπάσο, Λάκης Ζώης κιθάρα, Χρήστος Στασινόπουλος ντραμς. Η φωτογραφία είχε δημοσιευθεί στο περιοδικό «Μουσική» (τεύχος #21, Αυγ. 1979).

Ένας άλλος πόλος ήταν ο φιλέλληνας γερμανός κοντραμπασίστας Peter Kowald, που έγραφε και άρθρα στο “Jazz Forum” για την ελληνική τζαζ ή για την τζαζ στην Ελλάδα αν προτιμάτε, και που μέσω αυτού, ή και του Hartmut Geerken, θα κατέφθαναν στην Πλάκα ο συμπατριώτης του σαξοφωνίστας Peter Brötzmann (μέγιστη μορφή της ευρωπαϊκής free jazz), ο κιθαρίστας Toto Blanke, ο ντράμερ Günter Sommer, ο ολλανδός ντράμερ Han Bennink, πιθανώς ακόμη και ο δανός σαξοφωνίστας John Tchicai ή ακόμη και το αυστριακό γκρουπ Timeless (Harry Sokal σαξόφωνα, Uli Scherer πιάνο, Heiri Känzig μπάσο, Joris Dudli ντραμς). 

Από την Πολωνία θα μας επισκέπτονταν οι σπουδαίοι του ethnic / improv / meditation Ossian (με τον ελληνικής καταγωγής Milo Kurtis στη σύνθεσή τους) και ακόμη μια μορφή της σκηνής, ο σαξοφωνίστας Zbigniew Namysłowski. Ακόμη στο πάλκο του Τζαζ Κλαμπ θα εμφανίζονταν ο περίφημος αμερικανός τρομπετίστας Leo Smith, o τσέχος κιθαρίστας Rudolf Dašek, ο ιταλός ντράμερ Gianni Cavallaro και πάρα πολλοί άλλοι... ων ουκ έστιν αριθμός. 

Τον Οκτώβριο του 1980 (στις 21 και τις 22 εκείνου του μήνα), ο διάσημος αμερικανός πιανίστας Chick Corea θα μας επισκεπτόταν μετά της συζύγου του και τραγουδίστριας Gayle Moran, για δύο live στον Ορφέα. Μάλιστα, θα ερχόταν στην Ελλάδα οικογενειακώς, μαζί με τους γονείς του και τα παιδιά του!

Γιώργος Μπαράκος: η τζαζ ήταν η ζωή του Facebook Twitter
Αριστερά ο γραφίστας Δημήτρης Θ. Αρβανίτης με τον Γιώργο Μπαράκο. Δεξιά η αφίσα που είχε σχεδιάσει ο Δ.Θ. Αρβανίτης για το Τζαζ Κλαμπ.

Λίγοι ξέρουν πως μια μέρα (δηλαδή μια νύχτα) πριν από την πρώτη συναυλία στον Ορφέα ο Chick Corea θα βρισκόταν, απρογραμμάτιστα, στο Τζαζ Κλαμπ. Εκείνο το βράδυ έτυχε να είναι εκεί και ο πιανίστας Μηνάς Αλεξιάδης. Ο Corea κάθισε στα ντραμς και άρχισε να τζαμάρει με τον Αλεξιάδη. Λένε πως έπαιξαν κάνα τέταρτο, και πως μετά άλλαξαν κάπως ρόλους παίζοντας πιάνο ο Corea και fender rhodes ο Αλεξιάδης! Συνέβαιναν και τέτοια «στου Μπαράκου». 

Φυσικά, δίπλα σε όλους αυτούς τους ξένους μουσικούς προστίθενται και οι Έλληνες, και μάλιστα κατά δεκάδες. Έτσι, ανεβαίνουν στην σκηνή του κλαμπ ο ελληνοαμερικανός σαξοφωνίστας Johnny Zorbas, ο μπασίστας Γιώργος Γαβαλάς, ο κιθαρίστας Δημήτρης Ζαφειρέλης, ο μπασίστας Χρήστος Χήρας, ο ντράμερ Νίκος Τουλιάτος, ο πιανίστας Σάκης Παπαδημητρίου, ο σαξοφωνίστας Φλώρος Φλωρίδης, ο ντράμερ Σπύρος Παναγιωτόπουλος, ο πιανίστας Θωμάς Σλιώμης, ο σαξοφωνίστας Βαγγέλης Κουτσοτόλης, ο σαξοφωνίστας Κώστας Λιάκης, ο ντράμερ Σάκης Πάλλης, o μπασίστας Γιώργος Ζηκογιάννης, ο ντράμερ Αλέκος Χρηστίδης, ο κιθαρίστας Γιώτης Σαμαράς, o μπασίστας Γιώργος Φακανάς, ο ντράμερ Αλβέρτος Παναγιωτόπουλος, ο πιανίστας Τάκης Φαραζής, o σαξοφωνίστας Conrad Ayers, που ζούσε στην Ελλάδα, το ροκ συγκρότημα Ηρακλής (Τριανταφυλλίδης) & Λερναία Ύδρα και άπειροι άλλοι. 

Είπαμε ροκ; Φυσικά. Το ροκ δεν έλειψε ποτέ από το Τζαζ Κλαμπ, αφού και το jazz-rock της εποχής ακουγόταν από τα ηχεία του μαγαζιού, ενώ και οι Δημήτρης Χατζής και Μάκης Μηλάτος έκαναν ροκ προγράμματα, ο Τάσος Φαληρέας έπαιζε soul music, κάποιος Αντρέας έπαιζε blues κ.λπ. 

Γιώργος Μπαράκος: η τζαζ ήταν η ζωή του Facebook Twitter
Φωτογραφία του Γιώργου Μπαράκου από τον Δημήτρη Αρβανίτη (όχι τον γραφίστα)

Το 1979, στις 15 Απριλίου, συμβαίνει ένα άλλο γεγονός, πολύ ειδικής σημασίας, για το ίδιο το Τζαζ Κλαμπ, και βεβαίως για την ιστορία της improv-jazz στην Ελλάδα – καθώς ηχογραφείται, ζωντανά, το live των Σάκη Παπαδημητρίου πιάνο, Φλώρου Φλωρίδη κλαρίνο, σοπράνο, άλτο σαξόφωνο, που θα τυπωνόταν σε διπλό δίσκο την επόμενη χρονιά ως «Αυτοσχεδιάζοντας στου Μπαράκου» [Σειρά Αυτοσχεδιασμός, 1980]. Μία έκδοση-σταθμός! 

Από εκείνη την χρονιά, το 1980, το Τζαζ Κλαμπ περνάει πια σε άλλες σφαίρες. Γίνεται ένα κανονικό τζαζ σχολείο – γιατί να μην το πούμε και... πανεπιστήμιο δηλαδή. 

Δεν είναι μόνον τα live, που συνεχίζονται απρόσκοπτα, από μεγάλους μουσικούς, που αποτελούσαν «μάθημα» από μόνα τους, αλλά είναι και όλες οι παράλληλες δραστηριότητες, που σχετίζονται με την τζαζ, και που κατακλύζουν πια τα καθημερινά προγράμματά του. 

Έτσι, από τις 14 Σεπτεμβρίου 1980, με την έναρξη δηλαδή της νέας... σχολικής χρονιάς, και κάθε Κυριακή, από τις 5:30 έως τις 8:00 το βράδυ, θα παρέδιδε μαθήματα αυτοσχεδιασμού ο πιανίστας Μάρκος Αλεξίου (που τότε συμμετείχε στο συγκρότημα Sphinx, έπαιζε πιάνο με το συγκρότημα του Γιώργου Κατσαρού, στην εκπομπή ταλέντων «Να η Ευκαιρία» κ.λπ.). Όπως έγραφε ο ίδιος ο Γιώργος Μπαράκος στο περιοδικό ΤΖΑΖ (τεύχος #10, Μάιος-Ιούλιος ’80): 

«Το σύστημα του Μάρκου Αλεξίου, απόρροια πολυετούς μελέτης και διδασκαλικής πείρας, πέρα από την εκμάθηση των βασικών κανόνων, η άγνοια των οποίων καθιστά προβληματική την επικοινωνία των μουσικών, έχει σαν σκοπό να δώσει στους μουσικούς την ικανότητα να μπορούν να εκφράζονται ελεύθερα, να συνθέτουν και να ενορχηστρώνουν. Στα μαθήματα θα μπορούν να συμμετάσχουν όχι μόνο μουσικοί, ανεξαρτήτως οργάνου, αλλά και ακροατές, που θέλουν να βελτιώσουν την κρίση τους και να πολλαπλασιάσουν το ενδιαφέρον και την απόλαυσή τους». Φοβερά και πρωτάκουστα πράγματα! 

Γιώργος Μπαράκος: η τζαζ ήταν η ζωή του Facebook Twitter
Τζαζ Κλαμπ, Πλατεία Ραγκαβά, Οκτώβριος 1980. Chick Corea ντραμς, Μηνάς Αλεξιάδης ηλεκτρικό πιάνο.

Επίσης από τις 15 Οκτωβρίου 1980 θα ξεκινούσαν προγράμματα, με ηχογραφημένα ντοκουμέντα και λόγο, γύρω από την ιστορία της τζαζ (κάτι σαν τα σημερινά podcasts). Τα προγράμματα θα ακολουθούσαν χρονολογική σειρά, παρουσιάζοντας τους πιο σημαντικούς συνθέτες, σολίστες και συγκροτήματα της τζαζ, από το ξεκίνημά της, μέχρι τα πιο σύγχρονα χρόνια. 

Ακόμη, στο χώρο του Τζαζ Κλαμπ, που άρχιζε να εγγράφει και μέλη, με κάποια σχετική συνδρομή, δεν λειτουργούσε μόνον δισκοθήκη, αλλά και δανειστική βιβλιοθήκη, στην οποίαν εκτός από τα σχετικά βιβλία, εύρισκες και όλα τα μεγάλα περιοδικά του εξωτερικού – στα οποία ήταν συνδρομητής, προφανώς, ο Γιώργος Μπαράκος. Λέμε για τα “Cadence”, “Coda”, “Down Beat”, “Jazz Echo”, “Jazz Forum”, “Jazz Magazine”, “Jazz Podium”, “Jazz Times”, “Musica Jazz”. Φυσικά θα εύρισκες εκεί και το ελληνικό «ΤΖΑΖ», που έβγαζε ο Κώστας Γιαννουλόπουλος, με υπεύθυνο ύλης τον Σάκη Παπαδημητρίου. 

Περαιτέρω, στο Τζαζ Κλαμπ τα μέλη θα μπορούσε να πληροφορηθούν για τις κυκλοφορίες τζαζ δίσκων, σε παγκόσμιο επίπεδο, να συμμετάσχουν στα περιώνυμα blindfold tests του Γιώργου Μπαράκου, να αγοράσουν, να πουλήσουν ή να ανταλλάξουν σχετικούς δίσκους και κασέτες, και άλλα πολλά. 

Γιώργος Μπαράκος: η τζαζ ήταν η ζωή του Facebook Twitter
Αριστερά το άλμπουμ των Σάκη Παπαδημητρίου / Φλώρου Φλωρίδη «Αυτοσχεδιάζοντας στου Μπαράκου» [Σειρά Αυτοσχεδιασμός, 1980]. Δεξιά οι Σάκης Παπαδημητρίου πιάνο, Φλώρος Φλωρίδης άλτο σαξόφωνο.

Ακόμη και μη μέλη θα μπορούσε να συμμετάσχουν σε πολλά απ’ αυτά τα συμβάντα, με τα μέλη να έχουν επιπλέον εκπτώσεις στα ποτά και στις τιμές των δίσκων-κασετών. Ένας φοιτητής, ας πούμε, για ένα χρόνο (υπήρχαν, όμως, και εξαμηνιαίες ή και τριμηνιαίες συνδρομές), θα μπορούσε να δώσει 1500 δραχμές, για όλες αυτές τις παροχές – όσο κόστιζαν, τότε, πέντε δίσκοι βινυλίου ελληνικής εγγραφής. 

Είναι σίγουρο πως ο Γιώργος Μπαράκος είχε μεταφέρει πλέον το μαγαζί του σε μια κατάσταση τελείως πρωτόγνωρη, για τα ελληνικά δεδομένα. 

Στο διάστημα 5-17 Οκτωβρίου 1983 θα επισκεπτόταν για πρώτη φορά την Ελλάδα (θα ξαναρχόταν το 1996), και πιο συγκεκριμένα το Τζαζ Κλαμπ, ένα πολύ μεγάλο όνομα της πολωνικής σκηνής, ο σαξοφωνίστας Zbigniew Namysłowski με το τότε συγκρότημά του, τους Air Condition. Το κοινό, πληρώνοντας ένα πεντακοσάρικο (λίγο ακριβότερα από ένα δίσκο βινυλίου), θα απολάμβανε έναν ξεχωριστό μουσικό, που είχε συμβάλλει όσο ελάχιστοι άλλοι, ήδη από τις αρχές του ’60, στην ταυτοποίηση της τζαζ στην Ευρώπη (όχι μόνον στην Πολωνία). 

Πώς θα ολοκληρωνόταν η παρουσία του πολωνού σαξοφωνίστα στην Ελλάδα; Mε συνεντεύξεις στα μίντια και φυσικά με την δυνατότητα ηχογράφησης ενός άλμπουμ. Αυτό το τελευταίο θα ήταν το ιδανικότερο επιστέγασμα. Συνέβη; Συνέβη! 

Γιώργος Μπαράκος: η τζαζ ήταν η ζωή του Facebook Twitter
Από το περιοδικό «ΤΖΑΖ» (τεύχος #10, Μάιος-Ιούλιος 1980)

Ο Zbigniew Namysłowski με την μπάντα του θα έμπαιναν στο PDR στούντιο του Πάνου Δράκου, γράφοντας το LP “Plaka Nights” [CBS, 1984], με τον σαφή υπαινιγμό στις… πλακιώτικες νύχτες «στου Μπαράκου», σε μια παραγωγή του αφεντικού της ελληνικής CBS Sol Rabinowitz

Όμως τα σύννεφα είχαν αρχίσει να μαζεύονται. Η Πλάκα έπρεπε να αλλάξει όψη. Ο πασοκικός υπουργός Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος Αντώνης Τρίτσης, παίρνει παραμάζωμα τα νυχτερινά μαγαζιά της Πλάκας, και ανάμεσα σε αυτά και το Τζαζ Κλαμπ, στο οποίο δεν θα προλάβαιναν να ολοκληρώσουν τις εμφανίσεις τους οι τελευταίοι μουσικοί, που θα εμφανίζονταν εκεί. Ο πιανίστας Θωμάς Σλιώμης και ο γάλλος σαξοφωνίστας Daunik Lazro. Ήταν 23 Νοεμβρίου 1983. Όπως είχε πει και ο Γιώργος Μπαράκος, στην συνέντευξή του στο «Περιοδικό», στον Δημήτρη Θ. Αρβανίτη: 

«Είχα κάνει προσπάθειες να δω τον Τρίτση στο Υπουργείο, αλλά απουσίαζε εκτός Ελλάδος, όπως μου είπαν. Μίλησα με κάποιον ιδιαίτερό του. Του άφησα και ένα υπόμνημα, όπου του εξηγούσα περί τίνος επρόκειτο. Δυστυχώς, δεν έγινε τίποτα. Είναι λυπηρό αυτό που γίνεται στην Ελλάδα. Στο εξωτερικό παρόμοιες προσπάθειες επιχορηγούνται από τα Υπουργεία Πολιτισμού. Εδώ, στραγγαλίζονται εν ψυχρώ. Έκανα μια προσπάθεια, μαζί με τον Γανωσέλη, τον ντράμερ[sic], να μεταφέρω το Τζαζ Κλαμπ στην Κυψέλη. Και εκεί δεν είχε αίσια εξέλιξη η ιστορία. Μετά από λίγο καιρό, με αφορμή κάποιο πρόβλημα που υπήρχε με την άδεια, θα έκλεινε και αυτόν τον χώρο η αστυνομία». 

Γιώργος Μπαράκος: η τζαζ ήταν η ζωή του Facebook Twitter
Δύο μεγάλοι μουσικοί του free-improv, o βρετανός σαξοφωνίστας Evan Parker και ο γερμανός κοντραμπασίστας Peter Kowald, στο Τζαζ Κλαμπ του Γιώργου Μπαράκου

Κείμενα-μεταφράσεις σε περιοδικά και βιβλία, και λίγο ραδιόφωνο

Ο Γιώργος Μπαράκος, θα πρέπει να το πούμε και αυτό, δημοσιογραφούσε κιόλας σε περιοδικά, γράφοντας πάντα για την τζαζ. Όπως σημειώσαμε και πιο πριν είχε ήδη συμμετάσχει με κείμενό του στο «ΣΗΜΑ» το 1975, ενώ θα έγραφε ακόμη στο «Μουσικό Αυτί» (π.χ. στο τεύχος #2, Νοέμβρης 1978, ένα κείμενο για τον Louis Armstrong), στο «ΤΖΑΖ» (αναφερθήκαμε και πιο πάνω), στην «Μουσική» και αλλού ενδεχομένως. Στην «Μουσική» (τεύχος #21, Αύγουστος 1979) είχε δώσει ένα μεστό σημείωμα, για τις συναυλίες της μεγάλης Ella Fitzgerlad, που είχαν προηγηθεί. Διαβάζαμε ανάμεσα σε άλλα: 

«Το γεγονός της εμφανίσεως της Έλλα Φιτζέραλντ, για δύο παραστάσεις στο θέατρο του Λυκαβηττού, κατόπιν πρωτοβουλίας του ΕΟΤ, ήταν κάτι το αναπάντεχο για τους φίλους της τζαζ, μια που παρόμοια κίνηση είχε να συμβεί από το καλοκαίρι του 1967, όταν είχε εμφανισθεί ο Σταν Γκετζ με το τρίο του.(…) Η μουσική που τραγούδησε η Φιτζέραλντ μπορεί να ενθουσίασε το σικ αθηναϊκό κοινό, με την μπριόζικη ατμόσφαιρά της, πλην όμως δεν παύει να είναι μια μουσική ρουτίνα που επαναλαμβάνεται 30 χρόνια, λόγω της εμπορικής της επιτυχίας, που οφείλεται αφ’ ενός μεν στο πολύτιμο μέταλλο της φωνής της, αφ’ ετέρου δε στον πανέξυπνο ιμπρεσάριο Νόρμαν Γκραντζ, που από το 1951 την μανατζάρει. Ο Γκραντζ κατόρθωσε να ξεπεράσει το στενό κύκλωμα της τζαζ και να πλασάρει την Φιτζέραλντ με επιτυχία στο πλατύτερο κοινό της popular μουσικής, καθώς και στο κοινό της κλασικής, ώστε ακόμη και σήμερα, στα 61 της χρόνια, η τραγουδίστρια να είναι ένα χρυσωρυχείο πλούσιο σε κοιτάσματα – αν λάβουμε υπ’ όψιν το εξωφρενικό ποσό των 2 εκατομμυρίων, που έλαβε σαν αμοιβή από τον ΕΟΤ.(…)». 

Γιώργος Μπαράκος: η τζαζ ήταν η ζωή του Facebook Twitter
Το βιβλίο του Κώστα Γιαννουλόπουλου «Τζαζ Οδηγός Δίσκων» [Εκδόσεις Απόπειρα, 1983] διαθέτει μικρό πρόλογο του Γιώργου Μπαράκου. Το βιβλίο της Valerie Wilmer «Μαύρη Μουσική» [Εκδόσεις Απόπειρα, 1985] είναι μεταφρασμένο από τον Γιώργο Μπαράκο.

Αξίζει να προσθέσουμε, επίσης, πως ο Γιώργος Μπαράκος είχε μεταφράσει το φωτογραφικό βιβλίο, με λεζαντοκείμενα, της Valerie Wilmer “The Face of Black Music” (1976), το οποίο είχε βγει στην Ελλάδα, από τις Εκδόσεις Απόπειρα, ως «Μαύρη Μουσική», το 1985, ενώ είχε γράψει κι ένα προλογικό σημείωμα στην πρώτη έκδοση του βιβλίου του Κώστα Γιαννουλόπουλου «Τζαζ Οδηγός Δίσκων» [Εκδόσεις Απόπειρα, 1983]. 

Το καλοκαίρι του ’89 ο Γιώργος Μπαράκος χάνει την σύντροφό του Μαρία, και «δεξί χέρι» του στο Τζαζ Κλαμπ, σε τροχαίο δυστύχημα (ήταν πεζοί και παρασύρθηκαν από διερχόμενο αυτοκίνητο, με τον ίδιον να τραυματίζεται επίσης σοβαρά). Από ’κει και πέρα, όσοι τον γνώριζαν από παλιά θα έλεγαν πως ήταν πλέον ένας άλλος άνθρωπος. Λιγομίλητος, πιο σκεφτικός, απολύτως λιτός, με μια αδιόρατη θλίψη στην έκφρασή του... αλλά πάντα με σταθερή και ανυπόκριτη αγάπη για την τζαζ. 

Ήταν η περίοδος όπου ο Γιώργος Μπαράκος θα ασχολιόταν και με το ιδιωτικό ραδιόφωνο (Κανάλι-15), ετοιμάζοντας την «Ιστορία της Τζαζ», ενώ ήταν και από τους πρώτους που θα αγκάλιαζαν την νέα εκδοτική προσπάθεια, στο χώρο του περιοδικού Τύπου, που αφορούσε στο «Jazz & Τζαζ». 

Μάλιστα από το τεύχος #3 του περιοδικού (Ιούνιος 1993), μέχρι και το τεύχος #12 (Μάρτιος 1994) θα είχε και την δική του στήλη, το “Blindfold Test”, προτείνοντας τζαζ κομμάτια σε έλληνες μουσικούς, δίχως να αποκαλύπτει την ταυτότητά τους (των κομματιών), με τους μουσικούς να επιχειρούν να μαντέψουν, να σχολιάζουν κ.λπ. Γινόταν ένας διάλογος ούτως ειπείν. Έτσι από τα «τεστ στα τυφλά» του Γιώργου Μπαράκου (που είχαν ξεκινήσει «ζωντανά» φυσικά, στο Τζαζ Κλαμπ) θα περνούσαν οι Γιώργος Τρανταλίδης, Γιώργος Φακανάς, Φλώρος Φλωρίδης, Γιώργος Κοντραφούρης και μερικοί ακόμη. 

Γιώργος Μπαράκος: η τζαζ ήταν η ζωή του Facebook Twitter
Στο τεύχος #3 (Ιούνιος 1993) του περιοδικού «Jazz & Τζαζ» εμφανίστηκε για πρώτη φορά η στήλη του Γιώργου Μπαράκου “Blindfold Test” και στο τεύχος #12 (Μάρτιος 1994) περατώθηκε.

Όμως, τα blindfold tests του Γιώργου Μπαράκου, στο «Jazz & Τζαζ», δεν θα μακροημέρευαν. Μετά από μόλις εννέα συνευρέσεις του με μουσικούς η προσπάθεια θα σταματούσε. 

Αν και η στήλη του είχε ολοφάνερο παιδευτικό χαρακτήρα δεν βοηθήθηκε, όσο θα άξιζε, από την πλευρά των μουσικών. Κάποιοι φοβόντουσαν να εκτεθούν, κώλωναν, γιατί ο Μπαράκος το παιγνίδι –γιατί ένα μορφωτικό παιγνίδι ήταν όλο αυτό– το έπαιζε σωστά. Όμως, το να εκτιθόσουν από τον Γιώργο Μπαράκο σε θέματα τζαζ ήταν κάτι σαν τιμή. Ίσως, αυτό, να μην το είχαν σκεφτεί... 

Ας είναι το χώμα ελαφρύ...

Μουσική
0

WEEKEND

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Ποιος ήταν ο πρόσφατα εκλιπών János Lambizi, κιθαρίστας στον «Μπάλλο» του Σαββόπουλου

Aπώλειες / Ποιος ήταν ο πρόσφατα εκλιπών János Lambizi, κιθαρίστας στον «Μπάλλο» του Σαββόπουλου

Στα πρώτα χρόνια του '70 είχε περάσει από τρία μεγάλα ελληνικά ροκ συγκροτήματα κι ένα ιταλικό – τον Εξαδάκτυλο, τα Μπουρμπούλια, τους Socrates Drank the Conium και τους Area του Demetrio Stratos
ΦΩΝΤΑΣ ΤΡΟΥΣΑΣ
Δημήτρης Πουλικάκος: «Eίτε προφίλ, είτε ανφάς / ούτως ή άλλως, θα τον φας»»

Συνέντευξη / Δημήτρης Πουλικάκος: «Eίτε προφίλ, είτε ανφάς / ούτως ή άλλως, θα τον φας»»

Μια απολαυστική συζήτηση επί παντός –ή σχεδόν– επιστητού με τον αντιπροσωπευτικότερο εν ζωή «πρέσβη» της εγχώριας αντικουλτούρας, με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου του «Φρυκτωρίες ή Πόσο ζουν οι μύγες»
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Τι μου έμαθε για τον σεξισμό και την αρρενωπότητα η ραπ

Μουσική / Τι μου έμαθε για τον σεξισμό και την αρρενωπότητα η ραπ

Η έρευνα του Κώστα Σαββόπουλου για τη ραπ, το πιο παρεξηγημένο (και άγνωστο για τον πολύ κόσμο) μουσικό είδος σε παγκόσμιο και ελληνικό επίπεδο, κυκλοφορεί σε ένα βιβλίο που βάζει στη θέση τους πολλά πράγματα.
M. HULOT

σχόλια

Δεν υπάρχει δυνατότητα σχολιασμού

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

THE GOOD LIFO ΔΗΜΟΦΙΛΗ