Μαρίνα Σάττι: «Ζω το όνειρο. Αλλά ξέρω ότι δεν θα κρατήσει για πάντα και είμαι ok με αυτό» Facebook Twitter
Η μαμά μου ήρθε από το Ηράκλειο στην Αθήνα για να σπουδάσει στο Πολυτεχνείο χημικός μηχανικός. Ο μπαμπάς μου από το Σουδάν στην Αθήνα για να σπουδάσει ιατρική... Φωτ.: Freddie F./LIFO

Μαρίνα Σάττι: «Ζω το όνειρο. Αλλά ξέρω ότι δεν θα κρατήσει για πάντα και είμαι ok με αυτό»

0

Γεννήθηκα στην Αθήνα και τα πρώτα μου χρόνια τα έζησα σε ένα διαμέρισμα στα Ιλίσια. Η μαμά μου δούλευε στον Ασπρόπυργο, στα διυλιστήρια, και έφευγε από το σπίτι στις εφτά κάθε πρωί για να πάει στη δουλειά. Ο μπαμπάς μου ήταν γιατρός στο Ιπποκράτειο. Μέχρι τριών χρονών μεγάλωσα με κάποιες κυρίες που με φρόντιζαν στο σπίτι, μεταξύ αυτών και η Νάζικ, που ήταν από το Σουδάν, ξαδέλφη του μπαμπά μου, έτσι μάθαινα αραβικά και από κείνη. Από το προνήπιο μέχρι την Α’ Δημοτικού πήγαινα σε αγγλόφωνο σχολείο όπου δίδασκαν και αραβικά, επειδή ο ιδιοκτήτης ήταν Λιβανέζος, για να μάθω τη γλώσσα του μπαμπά μου και πιο «ακαδημαϊκά». Οι συμμαθητές μου ήταν κυρίως παιδιά διπλωματών, τα οποία κάθε χρόνο άλλαζαν χώρα διαμονής και έπρεπε να πηγαίνουν σε ένα «διεθνές» σχολείο. Την πρώτη δημοτικού τη διδάχτηκα και στα ελληνικά από τη μαμά μου στο σαλόνι του σπιτιού μας. Είχε πάρει τα βιβλία του ΟΕΔΒ και με έβαζε κάθε απόγευμα να γράφω τα γράμματα «Α, Β, Γ» και να διαβάζω στα ελληνικά. Το πρωί στο σχολείο συνέχιζα με «A, B, C» και « ت,ب ,ا, ث». Στο σπίτι μιλούσαμε ελληνικά και καμιά φορά αραβικά, όταν είχε κόσμο μπροστά, για να μη μας καταλάβουν.

• Στο Σουδάν πήγαμε για πρώτη φορά όταν ήμουν τριών χρονών, εκεί γιόρτασα και τα γενέθλιά μου. Ο αδερφός μου μόλις είχε γεννηθεί, ήταν έξι μηνών. Πιο πριν δεν μπορούσαμε να πάμε λόγω του εμφυλίου και της πολιτικής κατάστασης. Πηγαίναμε στο χωριό Καλάκλα, είκοσι πέντε χιλιόμετρα μακριά από το Χαρτούμ, για να δούμε τη γιαγιά μου και τα αδέλφια του μπαμπά μου. Η γιαγιά μου είχε δύο βαθιές χαρακιές στα μάγουλα, κάτι που έκαναν από μικρή ηλικία στη φυλή της. Τα επόμενα δέκα χρόνια ταξιδεύαμε στο Σουδάν κάθε χρόνο, είτε χειμώνα είτε καλοκαίρι, για τρεις εβδομάδες. Θυμάμαι οικογενειακά γεύματα, παιχνίδι με τα ξαδέλφια μου ξυπόλυτα στον δρόμο στη γειτονιά, τις φραγκόκοτες του θείου μου που πετούσαν. Πηγαίναμε στο μαγαζάκι που είχε το τζαμί της περιοχής και αγοράζαμε καραμέλες και σοκολάτες.

Ξεκίνησα να γράφω τραγούδια κάπως «αναγκαστικά», επειδή δεν ένιωθα ότι μπορούσα να τραγουδήσω τραγούδια άλλων. Δεν μου ταίριαζαν ακριβώς, δεν ένιωθα ότι με αντιπροσώπευαν.

• Θυμάμαι τις γαμήλιες τελετουργίες πριν παντρευτεί μια γειτόνισσά μας, κόρη οδοντιάτρου. Γιορτάζαμε μαζί της μια εβδομάδα: της ζωγράφιζαν τα χέρια και τα πόδια με χένα, ολόκληρα κλαδιά με λουλούδια που ξεκινούσαν από τις πατούσες και κατέληγαν πάνω από τον αστράγαλο, μετά τη γέμιζαν με αρώματα που ήταν σε κάτι μεγάλα, βαριά γυάλινα μπουκάλια που έμοιαζαν με αυτά στα οποία βάζουνε το ρούμι, την ντύνανε, τη στολίζανε με πολλά χρυσαφικά. Στο τέλος μάς χόρευε έναν αισθησιακό σουδανικό χορό που χορεύουν οι νύφες. Θυμάμαι χαρακτηριστικά και μια κίνηση που ήταν σαν να χτυπάει μαλακά τον έναν καρπό πάνω στον άλλο όσο χόρευε. Φυσικά, ήταν μαζεμένες μόνο γυναίκες. Είχα ακούσει ότι την είχαν στείλει για έξι μήνες στο Λονδίνο πριν παντρευτεί για να την «παχύνουν» γιατί μέχρι τότε ήταν μια σταλιά, μικροκαμωμένη και κοκαλιάρα.

Μαρίνα Σάττι: «Ζω το όνειρο. Αλλά ξέρω ότι δεν θα κρατήσει για πάντα και είμαι ok με αυτό» Facebook Twitter
Η μουσική ήταν και είναι η μεγαλύτερή μου αγάπη, το χόμπι μου, και τώρα μοιάζει μάλλον να γίνεται και η «δουλειά» μου. Δεν είναι «δουλειά» η μουσική, όμως. Ζω το όνειρο. Φωτ.: Freddie F./LIFO

• Ένα καλοκαίρι πήγαμε μια εκδρομή κάπου στον Νότο, αλλά όχι τόσο νότια ώστε να κινδυνεύσουμε από τον εμφύλιο. Οδηγούσαμε εννιά ώρες σε μια ευθεία και ακόμα δεν είχαμε φτάσει ούτε καν στο μέσον της χώρας ‒ τότε δεν είχε χωριστεί ακόμα το Σουδάν σε βόρειο και νότιο και ήταν η μεγαλύτερη σε έκταση χώρα της Αφρικής. Οδηγήσαμε μέσα από τεράστιες πράσινες εκτάσεις τις οποίες διαδέχονταν μεγάλες εκτάσεις με χώμα. Είδαμε άγρια ζώα, ανθρώπους από φυλές με παραδοσιακές στολές και μεγάλα βαριά σκουλαρίκια όπως τα βλέπουμε στα ντοκιμαντέρ. Κάναμε βόλτα στον Νείλο, πήγαμε σε αγορές όπου όλα τα τρόφιμα και τα λαχανικά ήταν παστά λόγω της θερμοκρασίας. Θυμάμαι ότι σε εκείνο το χωριό είδα το μεγαλύτερο δέντρο στη ζωή μου: ήμασταν όλα τα παιδάκια, γύρω στα τριάντα, πιασμένα χέρι-χέρι γύρω από τον κορμό, και πάλι δεν μπορούσαμε να το περικυκλώσουμε. Είδα και αγελάδες να κυκλοφορούν στους δρόμους, αδέσποτες. Εκείνο το καλοκαίρι έπαθα ελονοσία ή έτσι μου αρέσει να λέω, επειδή ανέβασα πυρετό μετά από τσίμπημα κουνουπιού. Η μαμά μου ως τώρα επιμένει ότι ήταν γαστρεντερίτιδα. Τα επόμενα δύο χρόνια δεν πήγαμε στο Σουδάν, μετά χώρισαν οι γονείς μου και έκτοτε δεν ξαναπήγα.

• Από την πλευρά της μητέρας μου όλοι οι παππούδες και οι γιαγιάδες ήταν από τη Μικρά Ασία: Προύσα, Τραπεζούντα, Σώκια, Κιρκ Αγάτς. Ήρθαν πρόσφυγες το 1922 στην Κρήτη, αφού περιπλανήθηκαν για λίγο σε κάποια μικρά νησιά του Αιγαίου. Στην Κρήτη γεννήθηκαν ο παππούς και η γιαγιά μου. Έμεναν σε κοντινά σπίτια, σε μια προσφυγική γειτονιά στο Ηράκλειο που λεγόταν Προσφυγικός Συνοικισμός και η γιαγιά μου έκανε παρέα με τις αδελφές του παππού μου. Γνωρίστηκαν, παντρεύτηκαν και γεννήθηκε η μαμά μου. Οι γονείς του παππού μου ήταν αγράμματοι, οι γονείς της γιαγιάς μου πολύ μορφωμένοι. Όμως η γιαγιά μου, παρότι προοριζόταν να σπουδάσει, έμεινε ορφανή από πατέρα κι έτσι δεν τελείωσε ούτε το δημοτικό. Εννιά χρονών άρχισε να δουλεύει για να βοηθήσει την οικογένεια να επιβιώσει. Κάποια στιγμή έπιασε δουλειά ως υφάντρια στο υφαντήριο του Καστρινογιάννη. Όσο δούλευε εκεί, ζήτησε από τον ιδιοκτήτη να της δώσει λίγο εμπόρευμα με τη συμφωνία ότι, αν το πουλούσε, θα του έδινε ποσοστό από τις πωλήσεις. Πουλούσε ποδιές, τραπεζομαντιλάκια, υφαντά, υφάσματα. Δεν της άρεσε να είναι υπάλληλος, ήθελε να φτιάξει κάτι δικό της. Ούτε ο παππούς μου τελείωσε το δημοτικό. Άνοιξε μια ταβέρνα, μετά δούλεψε σε ξενοδοχείο, αλλά στο μεταξύ το μαγαζί με τα ρούχα και τα υφάσματα της γιαγιάς μου πήγαινε πολύ καλά, έτσι τα παράτησε όλα και πήγε να δουλέψει μαζί της. Το μαγαζί το διατήρησαν για πολλά χρόνια, μέχρι που τα είκοσί μου χρόνια περίπου. Έτσι έφτιαξαν μια σεβαστή περιουσία και μπόρεσαν να σπουδάσουν τις δύο κόρες τους.

• Η μαμά μου ήρθε από το Ηράκλειο στην Αθήνα για να σπουδάσει στο Πολυτεχνείο χημικός μηχανικός. Ο μπαμπάς μου από το Σουδάν στην Αθήνα για να σπουδάσει ιατρική. Πήρε μια υποτροφία, έχοντας διακριθεί ως μαθητής στη χώρα του, ήταν ένας εκ των δύο αριστούχων που επελέγησαν να σταλούν για σπουδές. Αρχικά πήγε στη Ρωσία, ξεκίνησε να μαθαίνει τη γλώσσα, αλλά δεν του άρεσε. Μετά δοκίμασε να πάει στη Ρουμανία, αλλά κι εκεί έμεινε λίγο καιρό. Τελικά κάποιοι φίλοι του, συμπατριώτες, του είπαν ότι στην Ελλάδα ήταν «καλά» κι έτσι κατέληξε στην Αθήνα. Τον πρώτο χρόνο έκανε μαθήματα για να μάθει την ελληνική γλώσσα και εν τέλει έδωσε εξετάσεις για να μπει στην Ιατρική Σχολή Αθηνών. Πέρασε. Επειδή όμως τα χρήματα της υποτροφίας δεν έφταναν, παράλληλα δούλευε σε ένα ξενοδοχείο όπου δούλευαν και δύο πρώτες ξαδέλφες της μαμάς μου. Στα γενέθλια της μίας εξ αυτών γνωρίστηκαν.

Μαρίνα Σάττι Facebook Twitter
Πήγα στην Αμερική ως τζαζ τραγουδίστρια κι έφυγα τραγουδώντας παραδοσιακά βουλγάρικα, αραβικά και ελληνικά τραγούδια. Φωτ.: Freddie F./LIFO

• Στη Β’ Δημοτικού μετακομίσαμε στο Ηράκλειο Κρήτης, σε ένα διαμέρισμα στην «οικογενειακή» πολυκατοικία στον Μασταμπά. Στο ισόγειο ήταν το μαγαζί της γιαγιάς μου με τα ρούχα, στον πρώτο όροφο το δικό μας διαμέρισμα, στον δεύτερο της γιαγιάς και του παππού ‒ ο τρίτος όροφος παραμένει μέχρι σήμερα «άχτιστος» γιατί ανήκει στη θεία μου, την αδελφή της μητέρας μου, η οποία «ξέμεινε» στην Αθήνα μετά τις σπουδές της. Γιατρός κι εκείνη.

• Στη γειτονιά στο Ηράκλειο έκανα παρέα μόνο με αγόρια. Τρέχαμε, παίζαμε ποδόσφαιρο, φωνάζαμε, κάναμε πολλή φασαρία. Ήμουν πολύ φωνακλάδικο παιδάκι – ακόμα είμαι. Με τον αδελφό μου σκαρφαλώναμε το βουνό στο εξοχικό μας στη Σταλίδα, φτάναμε περίπου στη μέση για να «εξερευνήσουμε» μια σπηλιά που υπήρχε εκεί, κολυμπούσαμε όλη μέρα τα καλοκαίρια και φτιάχναμε γλυπτά στην άμμο, τρώγαμε άπειρα σταφύλια και καρπούζι και λέγαμε σιχαμερές ιστορίες ο ένας στον άλλον όταν τρώγαμε για να δούμε ποιος θα σιχαθεί πρώτος. Συνήθως ο αδελφός μου σιχαινόταν πρώτος και σταματούσε να τρώει και μετά η μαμά μου μού την «έλεγε». Από τις λίγες ήσυχες στιγμές μου ήταν όταν έπαιζα πιάνο. Ήμουν συγκεντρωμένη, με απορροφούσε αυτό, πολύ. Τη σεβόμουν τη μουσική από μικρή, ένιωθα δέος απέναντί της. Ένιωθα το «μέγεθός» της, τη θεϊκή υπόστασή της.

• Ήμουν καλή μαθήτρια στο σχολείο, μέχρι και τη B’ Γυμνασίου ήμουν του δεκαεννιά. Στην Γ’ Γυμνασίου και στην Α’ Λυκείου τα παράτησα. Χώρισαν και οι γονείς μου τότε και ζούσα άλλο έργο. Έβγαινα, ξενυχτούσα τις καθημερινές, έκανα παρέα με τους μάγκες και ένιωθα κι εγώ πολύ μάγκισσα. Έπινα και φραπέ γλυκό με γάλα και μερικές φορές Μαλιμπού-ανανά. Παρ’ όλα αυτά, δεν κάπνισα ποτέ τσιγάρο, ούτε τίποτε άλλο ‒ μέχρι σήμερα δεν το έχω δοκιμάσει. Επίσης, από τη Γ’ Λυκείου και μετά δεν έχω πιει καφέ, ούτε τα ποτά μού αρέσουν. Δεν μου αρέσει καθόλου η γεύση τους, μόνο λίγο εκείνα που είναι φουλ στη ζάχαρη.

• Το καλοκαίρι πριν από τη Β’ Λυκείου μού πρότεινε η μαμά μου να προσπαθήσω να μπω στην Αρχιτεκτονική. Κάτι μου έκανε αυτή η ιδέα. Μου άρεσαν τα μαθηματικά, είχα και μια έμφυτη καλλιτεχνική ανησυχία, οπότε δέχτηκα. Τα δύο επόμενα χρόνια έκοψα τις πολλές μαγκιές ‒κράτησα κάποιες βέβαια‒ και άρχισα να διαβάζω. Πήγαινα στο σχολείο, στο φροντιστήριο, διάβαζα τα βράδια ακούγοντας έναν συγκεκριμένο ραδιοφωνικό παραγωγό στον Love Radio και απολάμβανα πολύ αυτήν τη διαδικασία. Ήταν μοναχική, μυσταγωγική και σχεδόν διαλογιστική. Εν τέλει πέρασα στο Μετσόβιο εξηκοστή πρώτη, κι αυτή ήταν η τέλεια ευκαιρία να εκπληρώσω το όνειρό μου να έρθω στην Αθήνα και να γίνω ηθοποιός.

Μαρίνα Σάττι Facebook Twitter
Φωτογραφία από τα γυρίσματα του βιντεοκλίπ του «Πάλι».

• Όλα ξεκίνησαν από μια ακρόαση που έκανε η ομάδα θεάτρου του Πανεπιστημίου Αθηνών για ένα μιούζικαλ. Ξεκίνησα πρόβες εκεί στο πρώτο τρίμηνο. Πέρασα έξι-εφτά μαθήματα εκείνο το εξάμηνο. Έκανα τη θεατρική παράσταση. Έμενα στου Γκύζη, άραζα στα Εξάρχεια. Στο δεύτερο έτος γράφτηκα στο Ωδείο για να συνεχίσω τις μουσικές σπουδές που είχα σταματήσει στο λύκειο. Από ένα σημείο και μετά, γύρω στο τρίτο έτος, δεν ξαναπάτησα στο κτίριο της οδού Στουρνάρη. Τελείωσα κλασικό πιάνο, πήρα δίπλωμα στο κλασικό τραγούδι, έκανα αρμονία, αντίστιξη, σολφέζ, συμμετείχα σε χορωδίες κ.λπ.

• Κάποια στιγμή ήρθα σε επαφή με την τζαζ μουσική. Είκοσι χρονών φτιάξαμε ένα σχήμα με τους καθηγητές μου στο Ωδείο, Κώστα Μπαλταζάνη, Αστέρη Παπασταματάκη, Αλέξανδρο Δράκο Κτιστάκη. Ένιωθα πολύ περήφανη που με είχαν επιλέξει αυτοί οι μουσικοί να τραγουδάω μαζί τους, αλλά ένιωθα και πολύ άγχος. Νομίζω τότε ήταν η πρώτη μου εμπειρία «άγχους» με τη μουσική, ένιωθα ότι δεν ήμουν αρκετή και ότι δεν μπορούσα να φτάσω στο επίπεδό τους. Φυσικά και δεν μπορούσα, γιατί ήμουν μαθήτριά τους και περίπου δεκαπέντε χρόνια νεότερή τους! Όμως αυτό με έκανε να μάθω γρήγορα. Σε αυτό το γκρουπ ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα πώς είναι να είσαι «ανοιχτός» και να «ακούς» πραγματικά. Ήταν πολύ μεγάλο σχολείο.

• Το 2009 εκμεταλλεύτηκα μια υποτροφία που είχα κερδίσει και πήγα στην Αμερική, στο Berklee College of Music, να σπουδάσω τζαζ μουσική. «Ενορχήστρωση και Παραγωγή» λέει το πτυχίο μου ή μάλλον «Bachelor’s degree in Contemporary Writing & Production». Όσο ήμουν εκεί τα είδα όλα. Άλλαξε όλη μου η κοσμοθεωρία. Γνωρίστηκα για πρώτη φορά με τον εαυτό μου. Ίσως σε όλο αυτό το multi-culti της Αμερικής βρήκε χώρο το δικό μου multi-culti που θυμόμουν από το οικογενειακό μου περιβάλλον και από τα πρώτα παιδικά μου χρόνια στο αγγλόφωνο σχολείο. Έκανα φίλους απ’ όλο τον κόσμο, έμαθα πολλά κάνοντας παρέα μαζί τους, μέσα από την καθημερινότητά τους, τις συνήθειες και τα έθιμά τους. Έμαθα να ακούω και να παρατηρώ. Η σύμπραξη στις μπάντες ήταν πρώτα κοινωνική σύμπραξη. Ο αυτοσχεδιασμός ήταν διάλογος.

• Ως τότε ήμουν μια μικρή Ελληνοπούλα που μεγάλωσε και λίγο σαν αμερικανάκι και για καιρό το έβρισκε κουλ αυτό, που απέφευγε να παρουσιάσει τον μαύρο πατέρα της στους συμμαθητές της στην Κρήτη και που με το παραμικρό φοβόταν ότι θα πάψουν να τη συμπαθούν και ότι δεν θα την κάνουν παρέα. Πολύ πρόσφατα απαλλάχθηκα από αυτή την ανασφάλεια. Εν πάση περιπτώσει, στην Αμερική άρχισα να σκέφτομαι ποια είμαι και τι θέλω να πω. Τι διαφορετικό είχα, τέλος πάντων, να προσφέρω εγώ σ’ αυτή την πολυπολιτισμική, ετερόκλητη κοινότητα; Κάπως έπρεπε να βρω τον χώρο μου, να συστηθώ. Κάποια έπρεπε να είμαι. Πήγα στην Αμερική ως τζαζ τραγουδίστρια κι έφυγα τραγουδώντας παραδοσιακά βουλγάρικα, αραβικά και ελληνικά τραγούδια.

Μαρίνα Σάττι Facebook Twitter
Μ’ αρέσει να είμαι με ανθρώπους. Για ’μένα, αυτό που γεννιέται όταν οι άνθρωποι βρίσκονται και αλληλοεπιδρούν, συνδιαλέγονται, αγαπιούνται, παλεύουν, τρώνε, πίνουνε, χορεύουν και τραγουδούν στις χαρές και στις λύπες είναι ο ορισμός της παράδοσης. Φωτ.: Freddie F./LIFO

• Από το 2012 ως το 2016 ήταν χρόνια κατάθλιψης, αλλά παράλληλα έκανα αρκετές δουλειές στο θέατρο, κάποιες από αυτές με ρόλο. Τέσσερις φορές είχα την τιμή να σταθώ και στη σκηνή της Επιδαύρου. Έμαθα πολλά μέσω του θεατρικού πλαισίου, δουλεύοντας με τον Θωμά Μοσχόπουλο, τη Λυδία Κονιόρδου, το Άγγελο Μέντη, τον Γιάννη Μπέζο (αυτές ήταν τρεις σεζόν στο Εθνικό). Ταυτόχρονα δίδασκα μουσική θεωρία και χορωδία στο Ωδείο όπου σπούδαζα, πριν πάω στην Αμερική, και έγραφα μουσική για θεατρικές παραστάσεις – για ένα διάστημα ήμουν βοηθός του Σταύρου του Γασπαράτου.

• Μετά ήρθε το «Θα σπάσω κούπες» ως μια ανάγκη να φτιάξω για πρώτη φορά κάτι δικό μου, όπως το ήθελα εγώ. Μετά η «Μάντισσα», ως μια επιπλέον ανάγκη να εκφράσω την πιο εξωστρεφή πλευρά μου. Δεν είχα σκεφτεί όμως ποτέ ως τότε ότι μπορεί να το έκανα «κανονικά», να γράφω δηλαδή τραγούδια και να γίνω τραγουδίστρια. Ανεξάρτητη ήμουν. Μόνο τις fonέs είχα.

730
Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

• Ξεκάθαρα η «ΥΕΝΝΑ» είναι το πιο ριψοκίνδυνο πράγμα που έχω κάνει. Έχω επενδύσει πολύ χρόνο, πολλή ενέργεια, ό,τι είχα και δεν είχα από χρήματα σε αυτό το πρότζεκτ, βάζοντας όλα τα υπόλοιπα στην άκρη. Θέλει πολλές θυσίες. Για τρία χρόνια κοιμόμουν και ξυπνούσα με αυτό στο μυαλό μου.

• Τα τελευταία χρόνια, από τη «Μάντισσα» και μετά προσπαθούσα να γράψω τραγούδια, αλλά τίποτα δεν μου άρεσε. Ήταν σαν να ανακάτευα συνέχεια τα ίδια και τα ίδια, σαν να γυρνούσα γύρω από τα ίδια και τα ίδια μοτίβα, δεν υπήρχε τίποτα ενδιαφέρον, τίποτα που να με συγκινούσε. Ίσως να είναι αυτό το «writer’s block» που ακούω να λένε.

• Κάποια στιγμή, σε ένα ταξίδι στην Επίδαυρο το καλοκαίρι του 2018 που είχαμε πάει μαζί με τις fonέs ‒ήταν οι Ωκεανίδες, ο Χορός του Προμηθέα Δεσμώτη που σκηνοθέτησε η Μάρθα Φριντζήλα, όπου εγώ είχα κάνει τη μουσική διδασκαλία‒, μας σπάσανε το αυτοκίνητο σε μια παραλία και μας τα πήραν όλα. Εγώ είχα δύο βαλίτσες μαζί μου, λάπτοπ, σκληρούς δίσκους, ρούχα, κοσμήματα, όλα. Μέσα στο λάπτοπ και τους σκληρούς δίσκους που χάθηκαν ήταν κι αυτά τα μοτίβα τα μη ενδιαφέροντα που ανακάτευα τα τελευταία χρόνια όποτε καθόμουν να γράψω. Ήταν ένα σοκ, αλλά ένιωσα μια περίεργη αίσθηση ελευθερίας και ανανέωσης. Πήρα καινούργιο λάπτοπ, αναγκάστηκα να γράψω καινούργια μοτίβα, καινούργιες ιδέες. Κι έτσι κάπως φτάσαμε στον Δεκέμβριο του 2018 που γνώρισα τον Lee Burton. Το πρώτο τραγούδι που δούλεψα μαζί του ήταν το «Γιατί πουλί μ’». Πήρα την παρτιτούρα του Άγγελου Τριανταφύλλου που μας είχε γράψει πιο παλιά για τις fonέs, την τραγούδησα λίγο διαφορετικά, μετά το πειράξαμε στην παραγωγή. Αργότερα παίξαμε και με άλλα beats, αλλά δεν προλάβαμε να ολοκληρώσουμε κάτι άλλο γιατί έφυγε, πήγε στο Βερολίνο μόνιμα.

Γιατί πουλί μ’

• Τον Ιανουάριο του 2019 έγραψα το «Πάλι». Θυμάμαι να συναρμολογώ σε μια νύχτα μονοκοπανιά ένα κουπλέ που είχα γράψει δύο χρόνια πριν και μου ερχόταν στο μυαλό συχνά πυκνά, μαζί με κάτι άλλες ψιλομελωδίες που μουρμούριζα κατά καιρούς, ένα groove μπάλου ή καλύτερα ρούμπας, όπως το λέμε, που μου είχε κολλήσει ‒ελληνικής ρούμπας, όχι της Λατινικής Αμερικής‒, και κάτι αρμονίες μελαγχολικές που τζάμαρα ολόκληρο εκείνο τον μήνα με ήχο electric piano. Εκείνο το βράδυ έστησα όλο το τραγούδι, όλη τη δομή και το 70% της τελικής ενορχήστρωσης, αλλά χωρίς τον στίχο, μόνο με λίγα λόγια που είχα ψελλίσει ανάμεσα σε «μαύρη γλώσσα» ‒ mumble το λένε τώρα αυτό. Το επόμενο πρωί ξύπνησα και πήρα τηλέφωνο κατενθουσιασμένη τους φίλους μου. Πήγα στο σπίτι τους από κάτω, με το αμάξι, και τους το έπαιξα στη διαπασών: «να να να θα σ’ αφήσω πάλι, να να να να θα σ’ αφήσω πάλι». Ήξερα ότι κάτι είχα εκεί.

• Θυμάμαι ήταν Καθαρά Δευτέρα, Μάρτιος του 2019, και είχα πάει στην παραλία Βουλιαγμένης όπου με είχε καλέσει ο Σταύρος ο φίλος μου που έχει τη «Δραχμή», μαζί με μια παρέα. Κι ενώ δεν πίνω ‒μόνο το λικέρ μαστίχας μου αρέσει, όχι επειδή είναι ποτό, αλλά επειδή είναι γλυκό‒, εκείνη τη μέρα με κέρασαν δύο σφηνάκια, την «άκουσα». Επιστρέφοντας μιλούσα στο τηλέφωνο με τον φίλο/πατέρα/μέντορά μου και άλλοτε δάσκαλό μου στο τραγούδι Πάνο Δήμα. Του γκρίνιαζα ότι δεν μπορούσα να γράψω τραγούδια που μου αρέσουν. «Δεν μπορώ», «δεν είναι για μένα αυτά», «δεν ξέρω να γράφω τραγούδια», τέτοια του έλεγα. Δεν άντεχα να αντιμετωπίσω την ανεπάρκειά μου, δεν άντεχα να μην μπορώ, δεν άντεχα τη «μη έμπνευση», δεν άντεχα να βλέπω τη λευκή χάρτινη σελίδα πριν γεμίσει ή το άδειο template logic session στον υπολογιστή, που δεν είχε ούτε ένα κουτάκι, ούτε μια νότα μέσα.

• Η αλήθεια είναι ότι δεν είμαι από αυτούς τους τραγουδοποιούς που χαίρονται και τους βγαίνει αυθόρμητα κάθε μέρα να γράφουν τραγούδια. Ξεκίνησα να γράφω τραγούδια κάπως «αναγκαστικά», επειδή δεν ένιωθα ότι μπορούσα να τραγουδήσω τραγούδια άλλων. Δεν μου ταίριαζαν ακριβώς, δεν ένιωθα ότι με αντιπροσώπευαν. Έπρεπε να γράψω κάτι δικό μου μου να μην το νιώθω «ξένο». Έτσι δημιουργήθηκε, λοιπόν, η ανάγκη να φτιάξω έναν δίσκο, τον πρώτο μου δίσκο, κάτι ολοκληρωμένο, όπως τον ήθελα και όπως το πίστευα εγώ.

• Μου είπε, λοιπόν, ο Πάνος Δήμας: «Μαρίνα μου, κάθε φορά που πρέπει να γράψεις κάτι, που πρέπει να βγάλεις κάτι από μέσα σου, έτσι είσαι. Η δημιουργική διαδικασία είναι ένα είδος γέννας και κάθε γέννα εμπεριέχει πόνο». Και με το που ακούω αυτήν τη φράση, έγινε αλλαγή σκηνής. Λέω «εδώ είμαστε», αυτός είναι ο τίτλος: «ΥΕΝΝΑ». Θα φτιάξω έναν δίσκο για το πώς είναι να φτιάχνεις έναν δίσκο, που να περιγράφει την κατάστασή μου και τα στάδια αυτής της δημιουργικής διαδικασίας, το ημερολόγιό μου μέσα στη διαδικασία. Όλες αυτές τις ανασφάλειες, τους φόβους, τον ενθουσιασμό και τον δημιουργικό παροξυσμό, τα πάνω, τα κάτω, τα «τα παρατάω», τα «τι κομματάρα είναι αυτή», μετά ξανά «τι βλακείες είναι αυτές που γράφω»…

• Μετά πρότεινα στον καλύτερό μου φίλο μου, τον Odyicon, σκηνοθέτη και δραματουργό, να με βοηθήσει να εξερευνήσουμε αυτήν τη θεματική. Αρχικά είχα αποφασίσει ότι ο δίσκος θα έχει 12+1 τραγούδια-φάσεις, όπως οι 12 μήνες, τα 12 ζώδια, οι 12 άθλοι του Ηρακλή. Το ψάξαμε από παντού: η γέννα από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, η σημειολογία της γέννας, η γέννα όπως εμφανίζεται στη θρησκεία, τα άστρα, τα λουλούδια και το ξύπνημα της φύσης, η θηλυκή φύση. Πήρε πολύ χρόνο, πολλή δουλειά, ο Οδυσσέας ήταν δίπλα μου σε όλη αυτήν τη διαδικασία. Όμως είχαμε το mood, ήξερα πια τι ήθελα να πω. Άρχισα να καταλαβαίνω, καθώς έγραφα τραγούδια, αν κάτι ήταν «εντός» ή «εκτός θέματος». Τελικά τα τραγούδια του δίσκου έγιναν 10+1, γιατί τελευταία στιγμή αποφάσισα να «πετάξω» δύο. Κάποια στιγμή, κάπου, κάπως, ίσως τα μοιραστώ κι αυτά.

Πόνος Κρυφός

• Ένα απόγευμα γνώρισα τον APON μέσω του OGE. Γράψαμε οι τρεις μας το «Πόνος Κρυφός» μέσα σε ένα απόγευμα – μόνο τη μουσική. Τον στίχο τον έγραψε σχεδόν εννιά μήνες μετά ο Μάρκος ο Κούμαρης από τους Locomondo. Εγώ τον πλησίασα γιατί ήθελα κάτι στο στυλ που γράφει εκείνος, απλό, άμεσο, σχεδόν λαϊκό. Το «Άδειοι Δρόμοι» και το «Προσευχή» τα έγραψε ο APON μόνος του. Μετά από έναν χρόνο σύμπραξης μαζί του, και με τον αδερφό του IAMSTRONG, που υπογράφει μαζί μ’ εμένα credits coproducer, ήξερε ακριβώς τι κυνηγούσα μέσα από αυτήν τη δουλειά. Η αρχική μορφή του τραγουδιού είχε μία ακόμα γέφυρα, αλλά αποφασίσαμε να την κόψουμε. Κώλωνα πολύ στην αρχή με το μέρος του τσιφτετελιού ‒«τι θα πούνε οι άλλοι;», «πώς θα τους φανεί;», «δεν θα ήταν πρέπον από μια κοπέλα με τη δική μου ανατροφή» κ.λπ.‒, αλλά ταυτόχρονα ούρλιαζα από ενθουσιασμό κάθε φορά που έσκαγε το instrumental τσιφτετέλι break μετά το 4 on the floor του κουπλέ. Μετά από μήνες διαπραγμάτευσης με τον εαυτό μου, κατάφερα να με πείσω να ξεκομπλεξαριστώ κι έτσι μπήκε κι αυτό το τραγούδι στον δίσκο. Αργότερα συμπλήρωσε και η Φωτεινή Λαμπρίδη ένα κουπλέ.

• Μετά έγραψα εγώ το «Σπίρτο και Βενζίνη» μόνη μου στο σπίτι μου – πάλι μόνο τη μουσική. Αργότερα τον στίχο τον έγραψε η Λαμπρίδη ‒ είναι γυναικάρα η Φωτεινή, δυνατή και προστατευτική μαζί. Είναι πολύ σέξι το τραγούδι μας, είναι το τραγούδι που μιλάει για τη γέννα. «Ρίξε στο κορμί μου σπίρτο να πυρποληθώ», μια αναφορά στα ’90s και στις ένδοξες εκείνες εποχές της Ελλάδας της χαράς, της ξεγνοιασιάς, του σπασμένου πιάτου και του πράσινου ήλιου. Θέλει και λίγο χιούμορ η φάση, δεν γίνεται.

• Το «Κρητικό» με δυσκόλεψε πιο πολύ απ’ όλα. Ήθελα να γράψω κάτι «κρητικό» για να τιμήσω τη λεβεντογέννα όπου μεγάλωσα και έζησα τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου. Και έγραψε ο Αλέξανδρος Δράκος-Κτιστάκης αυτήν τη συγκλονιστική εισαγωγή, την οποία έντυσε με τον στίχο της η Λένα Κιτσοπούλου. Την παίρνω τηλέφωνο, της λέω «γεια σας, είμαι η Μαρίνα Σάττι (δεν με ήξερε φυσικά) και θέλω να μου γράψετε στίχο σε ένα “τύπου” κρητικό τραγούδι που έχουμε γράψει, κάπως σε στυλ της “Αρετούσας” του Ερωτόκριτου». Μου λέει «δεν είμαι στιχουργός, δεν το ’χω ξανακάνει, δεν ξέρω πώς». «Δεν πειράζει, ούτε εγώ ξέρω να γράφω τραγούδια», της απαντάω. Κι έτσι έγραψε: «Μας βλέπουν και ζηλεύουν που σε αγαπώ, ζηλεύουν που για ’σένα εγώ καρδιοχτυπώ, τους τρώει η μαύρη ζήλια που με χαίρεσαι, που αύριο το βράδυ με παντρεύεσαι. Γιατί κανείς δεν λυπάται τη χαρά μας; Αγαπημένε μου, θα ’ρθει κι η σειρά μας να μας αφήσει η χαρά και μετά να σκοτωθώ…». Η Λένα είναι θεά. Με ενέπνευσε πολύ η απενοχοποίησή της, ο δημιουργικός της αυθορμητισμός, η ελευθερία της. Έγραψε και τον στίχο στο «Interlude», το κομμάτι που στην ουσία αποτύπωνε το στάδιο της «σύλληψης» στο κεφάλαιο της γέννας: «Καρδιά, πού με πας; Ξανά με τραβάς στα ίδια παλιά όνειρα μου, αυτά που σ’ έκαψαν, καρδιά». Αργότερα τη συμβουλεύτηκα και για άλλα διλήμματα που είχα στη δημιουργική διαδικασία.

Μαρίνα Σάττι Facebook Twitter
Ήμουν καλή μαθήτρια στο σχολείο, μέχρι και τη B’ Γυμνασίου ήμουν του δεκαεννιά. Στην Γ’ Γυμνασίου και στην Α’ Λυκείου τα παράτησα. Χώρισαν και οι γονείς μου τότε και ζούσα άλλο έργο. Έβγαινα, ξενυχτούσα τις καθημερινές, έκανα παρέα με τους μάγκες και ένιωθα κι εγώ πολύ μάγκισσα. Φωτ.: Freddie F./LIFO

• Το «Άσε με να φύγω» το ’γραψα με τον Saske στο στούντιο του Paco μέσα σε δύο sessions, πάνω σ’ ένα beat που μου είχε ξεμείνει από τον «Κρητικό». Είχα αυτή την ιδέα με τον μύθο του Δία που μεγάλωσε με την Αμάλθεια κι έτσι γεννήθηκε ο στίχος «… με αφήσαν μόνοι οι θεοί μου, μόνη μου να βρω τη δύναμή μου, πάνω στις κορφές του Ψηλορείτη με μεγάλωσαν άγριοι λύκοι…».

• Τη μουσική για το «Νάνι» την έγραψα εγώ. Είχα στο μυαλό μου τη θύμηση ενός νανουρίσματος που μου τραγουδούσε η μαμά μου όταν ήμουν μωρό. Ξεκάθαρα θυμάμαι να είμαι μωρό στην αγκαλιά της στο εξοχικό μας στη Σταλίδα, στην Κρήτη, να μου τραγουδάει αυτήν τη μελωδία, σαν μικρασιάτικο νανούρισμα, και μετά «ω-ω-ω». Τη ρώτησα πρόσφατα και το αρνείται, λέει ότι δεν την ξέρει αυτήν τη μελωδία, όμως εγώ είμαι σίγουρη ότι αυτές τις δύο φράσεις από το «Νάνι» τις είχα ακούσει από τη μαμά μου. Έψαχνα για καιρό πώς θα το ολοκληρώσω. Δοκίμαζα διάφορα μοτίβα, άλλα ανιόντα, άλλα κατιόντα, και τελικά κατέληξα σ’ αυτήν τη μελωδία όπως είναι τώρα, τύπου χιτζάζ αλλά και με λίγο Aνδαλουσία μέσα λόγω της ματζόρε δεύτερης βαθμίδας. Μετά, σκεφτήκαμε με τον Οδυσσέα (Odyicon) τον Σωκράτη Μάλαμα. Παραήταν λυρική η μελωδία για να μπει ένας μελό στίχος νανουρίσματος, ήθελε κάτι πιο μεστό, ένα αρσενικό στοιχείο. Παίρνω τον κ. Σωκράτη, του λέω «δεν ξέρω αν με ξέρετε, είμαι η Μαρίνα Σάττι, θέλω να μου γράψετε στίχο για ένα νανούρισμα που έγραψα». Μου λέει «δεν μου έχει τύχει να γράψω έτσι στίχο για κάποιον άλλον, σε έτοιμη μελωδία». «Είμαι σίγουρη ότι θα ταιριάξει» του απάντησα. Δύο μέρες μετά μου στέλνει μια φωτογραφία με ένα χειρόγραφο, γραμμένο με μπλε στιλό, ένα χαρτάκι που το κρατούσε πάνω στο πόδι του. Ήταν η πρώτη στροφή.

• Το «Νάνι» προοριζόταν να είναι το τελευταίο κομμάτι του δίσκου. Όμως μου φάνηκε μελό και ανατριχιαστικά αναμενόμενο ένας δίσκος με τίτλο «ΥΕΝΝΑ» να τελειώνει με ένα νανούρισμα. Όταν κάτι γεννιέται, πεθαίνει κάτι άλλο. Η απώλεια, το πένθος και η νέα ζωή βρίσκονται στον ίδιο κύκλο και όσο πιο πολύτιμο είναι αυτό που χάθηκε, τόσο πιο δυνατό το μοιρολόι. Έτσι τους τελευταίους στίχους του νανουρίσματος, «… και θα σου φέγγω μη χαθείς για να γυρίσεις πίσω / Κοιμήσου ανθέ και γιασεμί κι εγώ θα σε ξυπνήσω» ακολούθησε το «Μοιρολόι» που έγραψε η Φωτεινή Λαμπρίδη: «Αν δεν βρεις το δρόμο να γυρίσεις / Είκοσι φορές να γκρεμιστώ». Τη μουσική έγραψα εγώ μαζί με τον APON ένα βράδυ στο σαλόνι του σπιτιού μου στη Νέα Σμύρνη. Στο «Μοιρολόι» τραγούδησε το Πολυφωνικό σχήμα Ηπείρου Βαγγέλη Κώτσου. Ζουρνάδες και νταούλι έπαιξαν οι αγαπημένοι μου Καρακωστάδες από το Φλάμπουρο Σερρών και ο Διονύσης Πούνης.

• Άλλαξα μέσα από όλη αυτήν τη διαδικασία, ωρίμασα σίγουρα. Φοβάμαι λιγότερο, πατάω πιο γερά στα πόδια μου, νιώθω πιο ελεύθερη. Έμαθα να συνεργάζομαι αληθινά, να εμπιστεύομαι εμένα, τη διαδικασία και τους άλλους ανθρώπους. Μ’ αρέσει να είμαι με ανθρώπους. Για ’μένα, αυτό που γεννιέται όταν οι άνθρωποι βρίσκονται και αλληλοεπιδρούν, συνδιαλέγονται, αγαπιούνται, παλεύουν, τρώνε, πίνουνε, χορεύουν και τραγουδούν στις χαρές και στις λύπες είναι ο ορισμός της παράδοσης. Είναι κάτι ζωντανό που εξελίσσεται και μετασχηματίζεται συνεχώς, όπως και οι ζωές μας. Αυτό το κοινωνικό κομμάτι με ενδιαφέρει πια ίσως πιο πολύ και από τη μουσική. Η μουσική είναι απλώς το μέσο.

Μοιρολόι

• Με αφορμή αυτό το πρότζεκτ ταξίδεψα αρκετά στην επαρχία, και βόρεια και νότια. Πέρασα χρόνο μαζί με τους ντόπιους, κάναμε παρέες, τραγουδήσαμε, ηχογραφήσαμε. Κινηματογράφησα και κάποια από αυτά τα σκηνικά, σκέφτομαι μήπως μέσα στο καλοκαίρι τα βγάλουμε σε ένα μίνι ντοκιμαντέρ. Υπάρχει πολύ ταλέντο εκεί έξω, τσέκαρε πώς τραγουδάει ο Χρήστος Τίτος, τον γνώρισα στη Μαυροθάλασσα Σερρών.

• Αυτή η κοινωνική συναναστροφή είναι που με συγκινεί πιο πολύ απ’ όλα στις Chóres. Είναι μια γυναικεία χορωδία της οποίας έχω την καλλιτεχνική διεύθυνση τα τελευταία πέντε χρόνια. Είναι 150 χορωδοί όλων των ηλικιών, από δεκαπέντε έως πενήντα πέντε χρονών, και πέρα από την αγάπη μας για τη μουσική, μας ενώνει κυρίως η ανάγκη μας να εξελισσόμαστε, να γινόμαστε καλύτερες, πιο δυνατές και να φτιάχνουμε το δικό μας πλαίσιο, όπως εμείς θέλουμε, με τους δικούς μας κανόνες. Μου δίνει ελπίδα αυτό. Πότε δεν ένιωθα ότι μπορούσα να ενταχθώ λειτουργικά σε πλαίσια άλλων, όπως η γιαγιά μου. Όλο κάτι με χαλούσε, όλο κάτι μου έλειπε. Δεν αντέχω να μου λένε τι θα κάνω και πώς θα το κάνω. Δεν αντέχω να έχουν προσδοκίες από ’μένα. Θέλω να νιώθω ελεύθερη.

• Οι Chóres είναι οικογένειά μου. Το ίδιο και η Έλενα Λεώνη και η Ερασμία που τραγουδάμε μαζί στα live μας. Μαζί ξεκινήσαμε, και είμαστε μαζί σε όλο αυτό από την αρχή. Και η μπάντα μου, κι όλοι μου οι συνεργάτες. Έχω σταθερούς συνεργάτες εδώ και κάποιο καιρό. Τους αγαπάω, αλήθεια.

• Η μουσική ήταν και είναι η μεγαλύτερή μου αγάπη, το χόμπι μου, και τώρα μοιάζει μάλλον να γίνεται και η «δουλειά» μου. Δεν είναι «δουλειά» η μουσική, όμως. Ζω το όνειρο. Αλλά ξέρω ότι δεν θα κρατήσει για πάντα και είμαι ok με αυτό. Για τώρα τι άλλο να θέλω; Έχω όλους αυτούς τους ανθρώπους γύρω μου, έχω πια τα τραγούδια μου εκεί έξω, τα ακούει ο κόσμος, ταξιδεύουμε με την μπάντα μου στην Ελλάδα και σε όλο τον κόσμο, κάνουμε παρέα, παίζουμε μουσική, βλέπουμε καινούργιες εικόνες κάθε εβδομάδα όταν είμαστε on the road, γνωρίζουμε ανθρώπους, μαθαίνουμε καινούργια πράγματα.

• Εάν υπάρχει ένα πράγμα που δεν συμπαθώ, είναι το ίντερνετ. Έχει πολλά καλά ‒είναι ο βασικός λόγος που μας δίνεται κάπως η δυνατότητα να γίνουμε μέρος ενός ευρύτερου, διεθνούς καλλιτεχνικού διαλόγου‒, αν μπορέσεις να βάλεις όρια στη σχέση σου μαζί του. Για το δικό μου κεφάλι είναι πάρα πολλή πληροφορία εκεί έξω, αλλά έμαθα να κλείνω τα μάτια μου και τα αυτιά μου και να προσπαθώ να ακούω πρώτα τη δική μου φωνή. Θέλει πολλή αντίσταση η φάση, αυτή ήταν και η μεγαλύτερη πρόκληση στη δημιουργία της «ΥΕΝΝΑ».

• Είμαι ευγνώμων για το πού βρίσκομαι αυτήν τη στιγμή, αλήθεια. Μακάρι να είμαστε καλά, να μπορούμε συνεχίσουμε να κάνουμε αυτό που κάνουμε και νομίζω ότι όλα τα άλλα θα έρθουν. Η εξέλιξη είναι αναπόφευκτη. Τώρα έχω μάθει να αντιμετωπίζω τις δυσκολίες απλώς ως βήματα της διαδρομής. Ε, πάω και για κάνα περπάτημα πού και πού, και για κάνα φαγητό. That’s life, I guess… Την απολαμβάνω πολύ περισσότερο πια, σίγουρα…

To «YENNA» κυκλοφορεί από τη Walnut Entertainment.
www.instagram.com/marina_satti 
Η Μαρίνα Σάττι θα παρουσιάσει ζωντανά το «ΥΕΝΝΑ» στον Κήπο του Μεγάρου την Παρασκευή 1/7 στις 21:00. 
Εισιτήρια: 15 €

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Μουσική
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Μαρίνα Σάττι

PORTRAITS 2022 / Μαρίνα Σάττι: «Με αυτή την εποχή, που η πληροφορία ταξιδεύει τόσο γρήγορα, δεν πολυταυτίζομαι»

Αντί να κυνηγά τη φρενήρη, εφήμερη καθημερινότητα μιας ποπ σταρ, η μουσικός που έγινε το internet sensation μιας γενιάς προτιμά να δουλεύει σε δικούς της χρόνους και να περνά τα Σαββατοκύριακά της με τις «κόρες» (chóres) της, την πολυμελή γυναικεία χορωδία που δημιούργησε «για να μην είναι μόνη της», αφήνοντας την επιτυχία να της χτυπάει σταδιακά την πόρτα.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΔΙΑΚΟΣΑΒΒΑΣ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Μαίρη Μοντ: Mια σπουδαία ερμηνεύτρια του ελαφρού τραγουδιού, που διέπρεψε στις δεκαετίες του ’50 και του ’60

Μουσική / Μαίρη Μοντ: Mια σπουδαία ερμηνεύτρια του ελαφρού τραγουδιού, που διέπρεψε στις δεκαετίες του ’50 και του ’60

Σύζυγος του μαέστρου και συνθέτη Αλέκου Σπάθη, η Μαίρη Μοντ (αληθινό όνομα Μαρία Μουστάκα) πέρασε από τα καλύτερα μαγαζιά της εποχής, εμφανίστηκε στον κινηματογράφο και άφησε τη σφραγίδα της στο χώρο του ελληνικού ελαφρού τραγουδιού.
ΦΩΝΤΑΣ ΤΡΟΥΣΑΣ
Για το Saristra αξίζει να πας μέχρι την Κεφαλονιά

Μουσική / Saristra 2022: Ένας αξέχαστος τριήμερος διονυσιασμός στην Κεφαλονιά

Μετά από δύο χρόνια απουσίας λόγω πανδημίας, αυτό το μοναδικό φεστιβάλ που γίνεται κάθε καλοκαίρι σε ένα χωριό-φάντασμα κοντά στη Σάμη επέστρεψε, μεγαλύτερο και πιο φιλόδοξο από ποτέ, με καλλιτεχνικές δράσεις, μουσικά live και DJ sets που θα μας μείνουν αξέχαστα.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΔΙΑΚΟΣΑΒΒΑΣ
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 05/08 - ΕΧΕΙ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΤΕΙ-Σαβίνα Γιαννάτου: Τα παιδικά της χρόνια, η γνωριμία με τη Λένα Πλάτωνος και η αγάπη της για την free jazz

Το τραγούδι των Ελλήνων / Σαβίνα Γιαννάτου: Τα παιδικά της χρόνια, η γνωριμία με τη Λένα Πλάτωνος και η αγάπη της για τη free jazz

Η Αργυρώ Μποζώνη συναντά τη Σαβίνα Γιαννάτου, την κορυφαία Ελληνίδα ερμηνεύτρια με την κρυστάλλινη φωνή, και μιλούν για τους σημαντικότερους σταθμούς της ζωής και την μουσική της πορείας.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
80s, meta-trap και ψυχεδέλεια: Το «555» του Mufasha είναι από τους δίσκους του καλοκαιριού

Μουσική / '80s, meta-trap και ψυχεδέλεια: Το «555» του Mufasha είναι από τους δίσκους του καλοκαιριού

Ο 20χρονος Mufasha παρουσιάζει έναν δίσκο με φουτουριστικό τραπ και ψυχεδελικά vibes, βαθιά συναισθηματικό, με προσωπικούς στίχους που περισσότερο τους τραγουδάει παρά τους ραπάρει.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΨΩΜΙΑΔΗΣ
ΔΕΥΤΕΡΑ 01/08 - ΘΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΤΕΙ ΣΕ ΛΙΓΟ-Τι κάνει την όπερα «Τόσκα» του Τζάκομο Πουτσίνι να παραμένει τόσο δημοφιλής;

The Review / Τι κάνει την όπερα «Τόσκα» του Πουτσίνι τόσο δημοφιλή;

Ο Χρήστος Παρίδης συζητάει με τη δημοσιογράφο Αργυρώ Μποζώνη για την παράσταση της όπερας «Τόσκα» που παρουσιάστηκε στο Ηρώδειο από την Εθνική Λυρική Σκηνή, κλείνοντας το Φεστιβάλ Αθηνών 2022.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ

σχόλια

Δεν υπάρχει δυνατότητα σχολιασμού

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

THE GOOD LIFO ΔΗΜΟΦΙΛΗ