Από τότε που έφυγε από τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Από τότε που το σκοτεινό διαμέρισμά της την έχασε, τα αυτοκίνητα κινούνται αδιάφορα. Δεν ξέρουν πού πηγαίνουν. Τα μωρά νυστάζουν μέσα στις κούνιες τους απλώνοντας δειλά το χέρι για να πιάσουν το μπουκάλι με το ζεστό γάλα. Τα ασθενοφόρα βιάζονται να φτάσουν στους άρρωστους που ζητούν φως. Η Λένα Πλάτωνος ήρθε στη νέα γειτονιά με τους χαμηλούς κήπους και τα λουλούδια γύρισαν την όψη τους προς το παράθυρό της. Τα δέντρα στο πρώτο φύσημα του αέρα, γέρνουν στην πόρτα της κι αυτή βγαίνει με τις πιζάμες στο μπαλκόνι. Ρίχνει πίσω τα μαλλιά. Κρατά μια κούπα με χυμούς. Τροπικούς χυμούς μες στο χειμώνα.

Βρέχει και στο τραπέζι έχει ανοίξει τα Ημερολόγια. Πέρασαν χρόνια και δεν θυμάται τι σημείωνε. Με οδηγεί στο σαλόνι. Κάθεται στον καναπέ. Ζητά από τη Βίκυ, έναν καφέ, και για μένα ένα τσάι, κι αρχίζει να ξεδιπλώνει το βιβλίο με τις αναμνήσεις.

Το πρώτο στη ζωή της είναι έρωτας. Ένας έρωτας που τέλειωσε. Τι άλλο; Σ' αγάπησα, λέει. Και τώρα βλέποντας, μόνη, δημοπρασίες σπάνιων αντικειμένων, στην ανοιγμένη τηλεόραση, στο κανάλι που κάθε μέρα βλέπει, αφήνοντας το βλέμμα στο κενό, τον ψάχνει. Ο ψεύτικος χρυσός περισσεύει και η παρουσιάστρια δίνει τηλέφωνα, προσθέτει ευρώ στην τιμή, από τα εισερχόμενα νούμερα των τηλεθεατών, και αγωνιά ν' ανεβάσει την τιμή. Κι αυτός να λείπει. Αφήνοντας ένα κενό στα λίγα κομμάτια, σε κίτρινο χρυσό, που τώρα στην απουσία του προσθέτουν. Είσαι η τελευταία μου ελπίδα -του λέει, σε άλλη γλώσσα «you are my last hope»- και ο χρόνος κυλά. Ελπίζοντας. Στο μάθημα των λατινικών θυμάται τον όμορφο καθηγητή να λέει - Dum spiro spero. Εφ' όσον ζω, ελπίζω. Κι η μουσική σαν δαιμονικό σπιράλ. Μοντέρνο θάνατο σε ντισκοτέκ. Εκκρεμές.

Νύχτωσε και τα σκυλιά ουρλιάζουν. Μια καμπάνα χτυπάει και σύννεφα σκεπάζουν τον ουρανό. Μέσα στη νύχτα το μαύρο στο μαύρο. Και κενό. Το πρωί τα περιστέρια ήρθαν στο πρεβάζι, δίπλα στη σκάλα. Εκστατικοί κοιτάζουμε τις φωτοσκιάσεις. Με τον Γιάννη Παλαμίδα είχα να βρεθώ 17 χρόνια, λέει, και τον έχω πάλι μαζί μου. Τραγουδάει μοναδικά. Μου παρήγγειλε πριν 4 χρόνια πως «θέλει να μιλήσω» και να τώρα «μιλάμε μαζί» στοΑλίμονο.

ΗΜαριέταείναι μόνη, φτωχιά και τυφλή. Μένει στην ίδια πολυκατοικία με τη Λένα. Είναι μια Πυθία, ενενήντα εννέα χρονώ. Την παίρνει τηλέφωνο κι αυτή προβλέπει το μέλλον. Μέσα στο Χειμώνα που φέρνει την Άνοιξη η Μαριέτα θέλει την ανθρωπότητα να επιζεί.

Πόσος καιρός πάει από τότε που ο Μιχήλήταν όλος θερμότητα στα κρυστάλλινα κανάλια της Ολλανδίας; Μέσα στον υπνόσακο γινήκανε όλα.

Το κορίτσι στην κορυφή του λόφου δεν ασχολείται με τους ανθρώπους που βάζουν τους συναγερμούς στα αυτοκίνητά τους. Έχει Ραντεβού με τον μεγάλο της έρωτα.

Σαμψάραλέγεται η ταινία που παίζεται και σήμερα στα ημερολόγια, αναρωτιέται τι είναι πιο σημαντικό να ικανοποιήσεις χίλιες επιθυμίες σου ή να τιθασεύσεις τη μία; Πέρασε η μέρα. Δεν είδε το φιλμ.

Στο τσίρκο, το εκκρεμές της κοινωνίας είναι μπροστά μου, ζυγίζομαι μην πέσω.

ΤηνΠρωτομαγιάνόμισα πως είμαι ευτυχισμένη. Κι άρχισα να χορεύω. Το ράδιο παίζει τραγούδια που με κρατούν. Εσύ λείπεις βέβαια. Αλλά εγώ φτιάχνω μαγιάτικο στεφάνι.

Στην Πλατεία Καπνικαρέαγλάστρες ατέλειωτες, ανθοκόμοι τραγουδιστές και το χέρι της μαμάς ζεστό. Φοράει γάντια. Χάθηκε.

Η Ντορούσκα δεν είναι συγγενής μου, είναι ξένη. Και άρρωστη πολύ. Αυτή είναι η κληρονομιά της μαμάς. Που έφυγε.

Παίζοντας με τη Βικτώρια, βλέπω τ' αστέρια να λάμπουν. Ποτέ δεν θα σβήνουν. Και πάνω από τον τάφο μου εσύ θα λάμπεις.

ΣτηνΕρημιά μου μπήκε η Άνοιξη, έκανε ένα διάλειμμα και με ρώτησε ο Θεός πού πάω; Ενώ ήξερε.

Η μετακόμισηέγινε στο νέο σπίτι. Η λεωφόρος κόπασε. Δεν ακούγεται. Ότι δεν χρειάζεται να το πετάξουμε. Το ραδιόφωνο παίζει Κόσμος και εγώ ξεφυλλίζω περιοδικά.

Η Λένα Πλάτωνος κλείνει τα Ημερολόγια. Γράφει κι άλλα που της διαφεύγουν. Δεν είναι η Μπιορκ, δεν είναι η Λόρυ Άντερσον, είναι πάνω από αυτές. Προηγείται. Σαν τον Καβάφη παίζει με τις ελληνικές λέξεις, με τις μουσικές της που τις ξεπερνά. Δεν παίζει στο Λονδίνο, ή την Νέα Υόρκη, από αυτή την πόλη - την Αθήνα, το θείο ταλέντο της, σ' όλο τον κόσμο απλώνεται. Σαν ιερή φωτιά. Ο Χατζιδάκις είπε γι' αυτήν: Ο νέος Χατζιδάκις είναι γυναίκα. Λέγεται Λένα Πλάτωνος.

Το πνεύμα του Σιντ Μπάρετ επέστρεψε και λέγεται Λένα Πλάτωνος. Απόψε παίζει όχι με τους Πινκ Φλόιντ, αλλά για τα παιδιά σ' αυτό το πάρκο. Αγαπά πάντα τον αριθμό 11.

Γέννησες το νέο σου παιδί, τη ρωτώ. Όχι, ο γιος μου, έκανε το νέο του έργο. Είναι εκείνος. Ξεφυλλίζει τις φωτογραφίες που συνοδεύουν τα Ημερολόγια. Στο τσίρκο. Ο νάνος που την αγαπά. Η καμήλα που θέλει πράσινα φύλλα μαρουλιού. Ο Σαρλό. Στο πιάνο. Με τον μπαμπά. Στο χορό της Λέσχης Αξιωματικών: Με τον αξιωματικό να την κρατά σφικτά. Όπως στο Κλαμπ των Μοναχικών Καρδιώντου Λοχία Πέπερ.