ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΤΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ σαγηνευτικό σε μια καλοσχεδιασμένη συσκευή αναπαραγωγής μουσικής. Μια έκθεση με αυτά τα ελκυστικά αντικείμενα ανοίγει αυτόν τον μήνα στο Cooper Hewitt, Smithsonian Design Museum στη Νέα Υόρκη. Η έκθεση «Art of Noise», που μεταφέρθηκε από το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης του Σαν Φρανσίσκο, εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο εμπνευσμένοι σχεδιαστές έφερναν την επανάσταση στις ακουστικές μας συνήθειες τον περασμένο αιώνα. Το Sony Walkman βρίσκεται εκεί, όπως και το iPod, το αρχικό με τη μικρή οθόνη και τον διακόπτη που έκανε κλικ.
Το κύριο χαρακτηριστικό του walkman ήταν η «φορητότητά» του, αλλά η κομψή μεταλλική του αισθητική (οι λιτοί διακόπτες, το ψυχρό γυαλί της οθόνης) είναι η αιτία που προκαλεί τόση νοσταλγία ως αντικείμενο. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς φανατικός των γκάτζετ για να εκτιμήσει αυτά τα «χειροπιαστά» στοιχεία. Π.χ. το γλίστρημα του αστραφτερού CD στη θήκη του στερεοφωνικού δεν θα χάσει ποτέ τη φουτουριστική του γοητεία.
Η έκθεση «Art of Noise», που μεταφέρθηκε από το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης του Σαν Φρανσίσκο, εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο εμπνευσμένοι σχεδιαστές έφερναν την επανάσταση στις ακουστικές μας συνήθειες τον περασμένο αιώνα. Το Sony Walkman βρίσκεται εκεί, όπως και το iPod, το αρχικό με τη μικρή οθόνη και τον διακόπτη που έκανε κλικ.
Ένα από τα εξαιρετικά εκθέματα της «Art of Noise» είναι το Rock-Ola jukebox του 1947 που είχε το προσωνύμιο «ο φωνογράφος που πουλάει μουσική» και μοιάζει με ένα πλήρως εφοδιασμένο art deco ψυγείο. Η καμπυλωτή, λαμπερή εμφάνισή του έρχεται σε έντονη αντίθεση με τις υπόλευκες αρθρωτές μονάδες ενός εξαίσιου στερεοφωνικού συστήματος του 1965, σχεδιασμένου από τους Ιταλούς Aκίλε και Πιερ Τζάκομο Καστιλιόνι. Τοποθετημένο σε βάση με ρόδες, το Brionvega RR126, μοιάζει με ένα χαρούμενο ρομπότ, θα χρειαστεί όμως κανείς πολλά χρήματα για να απολαύσει τη συντροφιά του: ένα που ανήκε στον David Bowie πωλήθηκε αντί 300.000 ευρώ το 2016.
Ωστόσο, παρόμοιο επίπεδο κομψότητας μπορεί να συναντήσει κανείς και σε συσκευές που αρχικά προορίζονταν για μια ευρύτερη αγορά. Το γερμανικό δίδυμο Dieter Rams και Hans Gugelot εισήγαγε τον μινιμαλισμό στα οικιακά στερεοφωνικά στη Γερμανία με το Braun SK-4 το 1956. Η απλή, αλλά ζεστή εμφάνισή του συνάδει με το iPod του 2001, που δημιουργήθηκε από τον πρώην γκουρού του σχεδιασμού της Apple, Jony Ive, ο οποίος λέγεται ότι το εμπνεύστηκε από ένα ραδιόφωνο Braun.
Η έμφαση στον υλικό σχεδιασμό παραμένει κρίσιμη στα υψηλά ράφια της αγοράς συσκευών ήχου, όπου ηχεία με παράξενα σχήματα που μοιάζουν με απολιθώματα πωλούνται στην τιμή ενός ακριβού αυτοκινήτου. Στο καθημερινό επίπεδο, όμως, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Τα περισσότερα προγράμματα αναπαραγωγής μουσικής είναι πλέον ενσωματωμένα σε συσκευές που κάνουν και πολλά άλλα πράγματα. Είναι προφανές ότι έχει πέσει πολλή δουλειά για τον σχεδιασμό αυτών των τηλεφώνων, των tablet, των ρολογιών και των «έξυπνων» ηχείων. Ωστόσο, δεν μπορούν να συναγωνιστούν την αφοσίωση στον ήχο που χαρακτηρίζει τα εκθέματα της Art of Noise.
Σήμερα, ο καινοτόμος σχεδιασμός έχει μετακινηθεί από τις συσκευές αναπαραγωγής μουσικής στα ακουστικά. Η απόδοσή τους βελτιώνεται συνεχώς, αλλά όχι και η εμφάνισή τους. Ως αντικείμενα δυσκολεύονται να ανταγωνιστούν τη μοναδική ομορφιά των ενισχυτών, των πικάπ και των «προσωπικών στέρεο» όπως το walkman ή το discman. Εν τω μεταξύ, η διάδοση των ακουστικών κάνει τον κόσμο να μοιάζει σαν να φορά ένα κακόγουστο κόσμημα. Τα ακουστικά μπορεί να μην αγγίξουν ποτέ τη γοητεία ενός Braun SK-4, συνδέονται όμως με έναν τομέα του σύγχρονου design που, σύμφωνα με τις προβλέψεις, θα έχει τη μεγαλύτερη επίδραση στον τρόπο με τον οποίο βιώνουμε τη μουσική τα επόμενα χρόνια: τον σχεδιασμό ήχου (sound design).
Η ποιότητα του ήχου έχει διαδραματίσει ζωτικό ρόλο στην ανάπτυξη της μουσικής. Ο Λούις Άρμστρονγκ ανέβασε τo σόλο ενός οργάνου σε πρωτοφανή ύψη καλλιτεχνικής έκφρασης τη δεκαετία του 1920, όταν η υιοθέτηση των μικροφώνων έφερε μεγαλύτερη καθαρότητα και δύναμη στον ενισχυμένο ήχο. Εμφανίστηκαν, επίσης, διαφορετικά φωνητικά μοτίβα, όπως το ψιθυριστό τραγούδι. Όλα αυτά ήταν μια εξέλιξη των εξειδικευμένων συναυλιακών αιθουσών και της βελτίωσης των μουσικών οργάνων, στοιχεία που στήριξαν τις κλασικές συμφωνίες του 19ου αιώνα. Η αντίστοιχη εξέλιξη σήμερα είναι ο λεγόμενος «χωρικός ήχος» (spatial sound). Αυτή η ακουστική ψευδαίσθηση δημιουργεί την εντύπωση ότι ο ακροατής βρίσκεται σε ένα χώρο που περιβάλλεται από ήχους αντί να ακούει απλώς τα δύο στερεοφωνικά κανάλια.
Ο χωρικός ήχος είναι επί του παρόντος μια περιθωριακή πτυχή της μουσικής ακρόασης, αν και αυτό φαίνεται να αλλάζει. Χιλιάδες άλμπουμ σε πλατφόρμες streaming έχουν ρεμιξαριστεί χρησιμοποιώντας αυτήν τη μέθοδο. Όλο και περισσότερα μοντέλα ακουστικών υποστηρίζουν αυτή την τεχνολογία. Αν αυτό εξελιχθεί σε στάνταρ πρακτική, τότε τα τραγούδια θα ηχογραφούνται με τρόπο που να προσφέρει μια κινηματογραφική αίσθηση τρισδιάστατου χώρου και προοπτικής, μαζί με τη συνήθη αίσθηση της δυναμικής, της μελωδίας και του τόνου. Η προσοχή που δόθηκε στη δημιουργία ενός iPod Touch, φέρ’ ειπείν, ανήκει σε μια προηγούμενη εποχή. Τώρα ο στόχος είναι να γίνει η ίδια η μουσική τόσο ζωντανή ώστε να μπορείς να την αγγίξεις.
Με στοιχεία από τους «Financial Times»