Η TAYLOR SWIFT ανακοίνωσε το νέο της άλμπουμ λίγες ώρες πριν από την κυκλοφορία του, κάνοντας μια κίνηση που ξάφνιασε αρκετούς. Σίγουρα κανείς δεν περίμενε μία ακόμα κυκλοφορία της το 2020, και μάλιστα προς το τέλος της χρονιάς.


Το νέο της άλμπουμ λέγεται «Evermore». Λειτουργεί συνοδευτικά ως προς το «Folklore», μια και μοιράζονται την ίδια ατμόσφαιρα, τον ίδιο τρόπο δημιουργίας και τους ίδιους συνεργάτες πάνω-κάτω. Ευτυχώς, σε σχέση με το καλοκαίρι δεν έχει παιχτεί κάποιο δράμα στα social media.


Εκτός από τον Bon Ιver, τον Aaron Dessner των National και τον Jack Antonoff στην παραγωγή, που συναντήσαμε και στο προηγούμενο άλμπουμ, το «Evermore» περιέχει επίσης συνεργασίες με τις HAIΜ αλλά και με τα υπόλοιπα μέλη των National. Εντελώς πληροφοριακά, ο Justin Vernon (Bon Iver) εμφανίζεται σε 5 κομμάτια από τα 15 του άλμπουμ, ενώ παίζει ντραμς και κιθάρα στο «Cowboy, like me».

 

Κι αν περίμενε κανείς ότι το «Evermore», έτσι ξαφνικά που εμφανίστηκε, θα ήταν μια συλλογή με ό,τι ξέμεινε από το «Folklore», τελικά αποδεικνύεται ένα άλμπουμ με ολοκληρωμένα κομμάτια, που θα μπορούσε να σταθεί ισάξια δίπλα στον προκάτοχό του.


Όπως δήλωσε η Swift, δεν μπορούσαν να σταματήσουν να γράφουν κομμάτια. «Για να το θέσω πιο ποιητικά, έμοιαζε σαν να στεκόμασταν στην άκρη ενός φολκλορικού δάσους και έπρεπε να επιλέξουμε αν θα γυρίσουμε πίσω ή θα κάνουμε ένα ταξίδι σε αυτό το δάσος της μουσικής. Διαλέξαμε να περιπλανηθούμε βαθιά μέσα σε αυτό».

 

 

Champagne problems


Από ό,τι φαίνεται, η καραντίνα αποδείχτηκε δημιουργική περίοδος για τη δημοφιλέστερη μουσικό της γενιάς της. Φυσικά, η πραγματική είδηση είναι πως συνεχίζει να γράφει τραγούδια στο στυλ του προηγούμενου άλμπουμ. Πάντως, αν μη τι άλλο, της ταιριάζει αυτή η στροφή σε πιο indie pop και ροκ μονοπάτια. Ακούγεται ως μια φυσική εξέλιξη στην καριέρα της: ξεκίνησε από την country ως έφηβη, εξελίχθηκε σε ποπ σταρ όταν ενηλικιώθηκε και τώρα, που έκλεισε τα 30, αναζητά πιο μεστές και απαιτητικές μουσικές φόρμες.

 

«Δεν το έχω ξανακάνει αυτό» γράφει. «Πάντοτε αντιμετώπιζα τα άλμπουμ ως one-off εποχές και προχωρούσα στον σχεδιασμό του επόμενου αμέσως μόλις κυκλοφορούσε ο δίσκος. Κάτι διαφορετικό συνέβη με το "Folklore". Καθώς το έγραφα, αισθανόμουν λιγότερο να αποχωρώ και περισσότερο να επιστρέφω. Μου αρέσει η αίσθηση της απόδρασης που ανακάλυψα σε αυτές τις φανταστικές και μη ιστορίες. Αγάπησα τους τρόπους με τους οποίους υποδέχεσαι τα όνειρα, τις τραγωδίες και τις επικές ιστορίες για έρωτες που χάνονται και επιστρέφουν στη ζωή σου. Έτσι, συνέχισα να τις γράφω».


Βέβαια, όπως και στο «Folklore», έτσι και σε αυτό το άλμπουμ δεν έχει καταφέρει ακριβώς να αποτινάξει το παρελθόν της, δηλαδή το Nάσβιλ και την ποπ. Αυτό φαίνεται ακόμα στον τρόπο που προσεγγίζει συνθετικά τα κομμάτια. Ας πάρουμε το «Willow», που ανοίγει τον δίσκο. Υπάρχει κάτι αποκλειστικά χαρακτηριστικό της Swift που δεν αλλάζει με τη διαφορετική, πιο ακουστική ενορχήστρωση που επιχειρούν ο Antonoff και ο Dessner στην παραγωγή. Παρόμοια αίσθηση σου δίνει και η πλειονότητα των τραγουδιών του δίσκου και κάτι ανάλογο φαίνεται να ισχύει και για τη στιχουργική της, σε μικρότερο βαθμό όμως. Παραμένει το στοιχείο που πραγματικά έχει αλλάξει περισσότερο πάνω της, όπως παρατηρεί ο Petridis στην «Guardian».

 

 

Willow


Αυτό, όμως, δεν φαίνεται να πειράζει ιδιαίτερα κανέναν, πόσο μάλλον την κριτική, που την αγκάλιασε – όχι ότι συνέβη ποτέ κάτι διαφορετικό. Αν κρίνει κανείς από τις λίστες με τα καλύτερα της χρονιάς, το «Folklore» είναι σε υψηλές θέσεις στις προτιμήσεις των κριτικών για φέτος, γεγονός που δικαιώνει την απόφασή της. Το σημαντικότερο επίτευγμά της είναι ότι δεν αποξένωσε το κοινό της με αυτή την ηχητική αλλαγή πλεύσης.


Κι αν περίμενε κανείς ότι το «Evermore», έτσι ξαφνικά που εμφανίστηκε, θα είναι ήταν μια συλλογή με ό,τι ξέμεινε από το «Folklore», τελικά αποδεικνύεται ένα άλμπουμ με ολοκληρωμένα κομμάτια, που θα μπορούσε να σταθεί ισάξια δίπλα στον προκάτοχό του. Δεν τα καταφέρνει, ακριβώς επειδή τα προβλήματα του «Folklore» είναι ίσως πιο εμφανή εδώ – όχι ότι αυτό το κάνει ένα κακό άλμπουμ, απλώς συγκριτικά κατώτερο ίσως.


Η Σουίφτ ωριμάζει ηχητικά και είναι ενδιαφέρον να τη βλέπεις να μετατρέπεται σε ποπ-σταρ τέτοιου βεληνεκούς. O Petridis γράφει ότι και τα δύο φετινά της άλμπουμ «είναι μια απόδειξη της ικανότητάς της να μεταμορφώνεται, ενώ τα τραγούδια της ταξιδεύουν μεταξύ μουσικών ειδών. Ως υπέρβαση λόγω του lockdown, είναι αρκετά εντυπωσιακό». Σίγουρα, όπως σημειώνει, ορισμένα πράγματα μπορεί να μη λειτουργούν όπως πρέπει ακόμα ή να μην έχει ξεπεράσει τον εαυτό της, αλλά είναι κάτι που θα φανεί στη συνέχεια. Θα το κάνει; Να ένα καλό ερώτημα που θέτει. Η χαρισματική δημιουργός γράφει στον πρόλογο του άλμπουμ ότι δεν γνωρίζει τι θα ακολουθήσει. Ούτε κι εμείς, αλλά εδώ είμαστε.

 

 

Gold Rush