Όποιος έχει πάρει στα χέρια του ένα βιβλίο του βραβευμένου συγγραφέα και ενός από τους πιο ταλαντούχους λογοτέχνες της γενιάς του, Γιάννη Παλαβού δε μπορεί να μη σταθεί για να «διαβάσει» και τα εξώφυλλα των βιβλίων του, σε ένα πυκνό νοημάτων σχεδόν σουρεαλιστικό κόσμο που ξεδιπλώνεται με πολλές λεπτομέρειες, παρατηρήσεις μέσα από πολύχρωμα σχήματα και γράμματα. Τα έργα των εξωφύλλων αυτών ανήκουν σε έναν άγνωστο μέχρι σήμερα καλλιτέχνη, από το Βελβεντό Κοζάνης, στον τόπο που γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Παλαβός.

 

Το όνομά του είναι Τάκης Γιαννούσας και σήμερα σώζονται μόνο 22 έργα του που φροντίζει ο Μορφωτικός Όμιλος Βελβεντού και πασχίζει για τη συντήρηση ενός έργου που όμοιό του δεν υπάρχει. Ζητήσαμε από τον Γιάννη Παλαβό να κάνουμε ένα οδοιπορικό στη ζωή του Γιαννούση και μέσα από την αφήγησή του ζωντανεύει ξανά ο καλοκάγαθος και αγαπητός σαλός του Βελβεντού που πέθανε σαν παιδί, στα 90 του, αλλά πρόλαβε να μας αφήσει ένα χειμαρρώδη πολύχρωμο και αινογματικό κόσμο με τα έργα του:

 

Τον Τάκη Γιαννούσα ή Δημήτρη Καραματσούκα, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, τον ήξερα από παιδί. Ήταν μια έκκεντρη φιγούρα του Βελβεντού, αγαπητή ωστόσο και ευπρόσδεκτη στις παρέες. Το χωριό τον αντιμετώπιζε σαν ένα μεγάλο, αγαθό παιδί, όταν γύριζε από σπίτι σε σπίτι τις Απόκριες ντυμένος «Του κουρίτσ’ απ’ του Ορτάκ’» –η αυτοσχέδια μεταμφίεση που προτιμούσε–, όταν έβγαινε με τη φλογέρα να πει τα κάλαντα, όταν βόλταρε στην πλατεία.

 

Τα έργα του Γιαννούσα είναι πολύχρωμοι γρίφοι, αινίγματα που όσο τα παρατηρείς κάτι ανακαλύπτεις, δίχως όμως να τα αποκρυπτογραφείς πλήρως. Κι από κει –κι αυτό ισχύει για κάθε γνήσιο καλλιτέχνημα– πηγάζει η ένταση που υποβάλλουν.

Ο Γιαννούσας δεν μπορούσε να εκφραστεί επαρκώς με τον λόγο. Η αιτία ήταν ότι το 1925, όταν ήταν δύο ετών, αρρώστησε από δυσεντερία και, λόγω αφυδάτωσης, υπέστη εγκεφαλική βλάβη. Πήγε σχολείο ως την τετάρτη δημοτικού, όμως δεν έμαθε να γράφει ούτε να διαβάζει. Από τον αδελφό του, που ήταν δάσκαλος, διδάχτηκε κι έπαιζε φλογέρα, την οποία είχε πάντα μαζί του. Ζούσε μόνος στην άκρη της πλατείας, υπό την επίβλεψη της αδελφής και των ανιψιών του. Όταν πέθανε, το 2010, σχεδόν ενενήντα χρονών, πέθανε παιδί.

 

Για μένα, την εποχή που μεγάλωνα στο χωριό, ο Γιαννούσας δεν ήταν παρά ένας σαλός ηλικιωμένος. Τον έβλεπα στο πανηγύρι του Αϊ-Θανάση με τη φλογέρα ή τον πετύχαινα να βαδίζει με ανεξιχνίαστο βλέμμα και δεν έδινα σημασία. Όμως η εντονότερη ανάμνησή μου είναι η εξής: είναι Φλεβάρης, Απόκριες, κι είμαι δεκάξι χρονών· έχω βγει απ’ το σπίτι μεσάνυχτα και κάθομαι στην παιδική χαρά γιατί, όπως είμαι βέβαιος, δεν με καταλαβαίνει κανένας κι ούτε θα με καταλάβει και εξάπαντος το μέλλον μού επιφυλάσσει μόνο θλίψη και αγωνία (πόσο κωμικοί είμαστε στην εφηβεία)· κάνω κούνια μες στην παγωνιά, όταν, με την άκρη του ματιού, συλλαμβάνω δεξιά μου κίνηση και βλέπω τον Γιαννούσα μασκαρεμένο, με μια περούκα που κάλυπτε το πρόσωπό του, να κατηφορίζει αργά τον δρόμο. Για χρόνια, μ’ αυτή την εικόνα τον είχα ταυτίσει.

 

Φτερωτά κριάρια, σκοτεινή μνήμη: ο μαγικός κόσμος του Τάκη Γιαννούσα
Φωτογραφίες από το αρχείο του Τάκη Γιαννούσα

 

Ώσπου το καλοκαίρι του 2008, ενώ ζούσα πια στην Αθήνα, ένας φίλος απ’ το χωριό μού έστειλε το Δελτίο Τύπου μιας έκθεσης με έργα του Γιαννούσα, που οργάνωνε ο Μορφωτικός Όμιλος Βελβεντού. Η πρώτη μου σκέψη ήταν να διαγράψω το email: ποιος ξέρει τι θ’ αντικρίσω, σκέφτηκα, και έλεος πια με την επιμονή κάθε χωριού –κι ας είναι και το δικό μου– να πλασάρει για καλλιτέχνη τον κάθε καλοπροαίρετο αργόσχολο. Ωστόσο το άνοιξα και είδα το έργο που συνόδευε το κείμενο. Σάστισα: θυμάμαι ακόμα το ασυναίσθητο τίναγμα του κεφαλιού. Το έργο ήταν «Ο Γερμανός», ο πίνακας που κοσμεί το εξώφυλλο του Αστείου, της δεύτερης συλλογής διηγημάτων μου, που είχα αρχίσει να γράφω τότε. Αμέσως σκέφτηκα: «Να το εξώφυλλο του βιβλίου». Δεν με τράβηξαν μόνο οι λεπτομέρειες που σαν ιερογλυφικά κατέκλυζαν την εικόνα· με κέντρισε κυρίως η αντίθεση ανάμεσα στον χείμαρρο των χρωμάτων και τη μελαγχολική γυναικεία φιγούρα στο κέντρο. Ένιωσα ότι αυτή ακριβώς την αίσθηση προσπαθούσα να συλλάβω στα διηγήματά μου. Έπρεπε, αποφάσισα, να μάθω τα πάντα για τον Γιαννούσα απ’ την αρχή.

 

Φτερωτά κριάρια, σκοτεινή μνήμη: ο μαγικός κόσμος του Τάκη Γιαννούσα
Tάκης Γιαννούσας, Άγιος Διονύσιος ο εν Ολύμπω. Άγγελοι, ζώα, ο ξερόλακκας που πλημμυρίζει, ιμάτιο που έπεσε στο νερό και στο φουσκωμένο ποτάμι βάρκες. Το άρμα του Προφήτη Ηλία, η κιβωτός που σώζει. Τέμπερα σε νοβοπάν.
Φτερωτά κριάρια, σκοτεινή μνήμη: ο μαγικός κόσμος του Τάκη Γιαννούσα
Tάκης Γιαννούσας, O Γερμανός. Κοπέλα ντυμένη με Γερμανική στολή. Εικόνες από τον πόλεμο και τη λεηλασία κατά τη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής.
 

 

Φτερωτά κριάρια, σκοτεινή μνήμη: ο μαγικός κόσμος του Τάκη Γιαννούσα
Tάκης Γιαννούσας, Κατοχή. Αεροπλάνο CANADAIR. Αγγλική βοήθεια. Tέμπερα σε νοβοπάν.

 

Όταν πήγα στο χωριό τον Αύγουστο, μίλησα με την Ομάδα Ζωγραφικής του Μορφωτικού Ομίλου. Ο Γιαννούσας, μου είπαν, ζωγράφιζε εδώ και δεκαετίες, και μάλιστα ορισμένοι συγχωριανοί είχαν κατά καιρούς έργα του στο σπίτι τους, αλλά κανένας δεν τα θεωρούσε σημαντικά. Ο Γιαννούσας ζωγράφιζε σε ό,τι επιφάνεια έβρισκε πρόχειρη, πάνω σε λαδόκολλες, χαρτόκουτα, χαρτιά περιτυλίγματος, τετράδια, μπλοκ ζωγραφικής. Τους μαρκαδόρους, τα στιλό, τα μολύβια, τις ξυλομπογιές και τις τέμπερες του τα αγόραζαν οι συγγενείς του.

 

Η Ομάδα Ζωγραφικής είχε καταφέρει να συλλέξει όλα κι όλα είκοσι πέντε έργα: ο Γιαννούσας δεν ταξινομούσε ούτε κατέγραφε τα έργα του – τα κρατούσε ή τα χάριζε. Σε μια ανακαίνιση του σπιτιού χάθηκαν αρκετά, κι όσοι τυχόν είχαν έργα του στον τοίχο τους δεν τα κράτησαν, μη βλέποντας σ’ αυτά καλλιτεχνική αξία. Απ’ όλον τον καιρό που ζωγράφιζε σώθηκαν δυο ντουζίνες έργα μικρών και μεγαλύτερων διαστάσεων – ανάμεσά τους ένα αποκριάτικο καπέλο από χαρτόνι, ένα αεροπλανάκι στολισμένο με αγγελάκια και η χειροποίητη τράπουλά του. Μετά την έκθεση, η συλλογή αποθηκεύτηκε στο Πνευματικό Κέντρο του Βελβεντού, όπου βρίσκεται ακόμα.

 

Σήμερα, ο μοναδικός τρόπος να γνωρίσει κανείς τον κόσμο του Γιαννούσα είναι το λεύκωμα που συνόδευε εκείνη την έκθεση, που όμως δεν κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία και μπορεί κανείς να το αγοράσει μόνο από τον Μορφωτικό Όμιλο Βελβεντού. Όμως για τι κόσμο μιλάμε: ένα αλλόκοτο σύμπαν όπου τσοπάνηδες βόσκουν μανάρια στον ουρανό, όπου άγγελοι απεικονίζονται πλάι σε γελαστές κατσίκες, σε φτερωτά κριάρια και καρακάξες, πλάι σε αρχαίες θεότητες και φιγούρες από λαϊκά περιοδικά, και όπου οι σκοτεινές μνήμες της Κατοχής εναλλάσσονται με τη μακαριότητα μιας χωρικής που, καβάλα στο γαϊδούρι, πάει να σκάψει τα φασόλια ή μιας παρέας το καλοκαίρι στην ακροποταμιά. Και ψηλότερα απ’ όλα, πάνω απ’ τα σπαρτά και τις λεύκες και τον ήλιο που μειδιά, ελίσσονται αεροπλάνα, που άλλοτε μεταφέρουν αγίους στα φτερά τους κι άλλοτε βομβαρδίζουν τον κάμπο.

 

Φτερωτά κριάρια, σκοτεινή μνήμη: ο μαγικός κόσμος του Τάκη Γιαννούσα
Τάκης Γιαννούσας, Κεφάλι κοριτσιού με πλούσια κόμη. Θέλοντας να αστειευτεί, ο Τάκης ζωγραφίζει στο λαιμό της δύο έντομα για να τρομάξει και αυτό του βγάζει τη γλώσσα κοροϊδευτικά. Χάρτινο κουτί που ανοίχτηκε προσεκτικά με ραμμένα επιπλέον κομμάτια χαρτιού και ζωγραφισμένη η μορφή με στυλό.

 

Τα έργα του Γιαννούσα είναι πολύχρωμοι γρίφοι, αινίγματα που όσο τα παρατηρείς κάτι ανακαλύπτεις, δίχως όμως να τα αποκρυπτογραφείς πλήρως. Κι από κει –κι αυτό ισχύει για κάθε γνήσιο καλλιτέχνημα– πηγάζει η ένταση που υποβάλλουν. Αυτές οι δυο ντουζίνες έργα, με το αθώο βλέμμα που εκτρέπεται κάποτε προς το τερατώδες –όπως οι αιμάτινες κηλίδες στο πρόσωπο μιας αδρά σχεδιασμένης Ήρας, καθιστής μπρος στο τζάκι του σπιτιού του–, με το ευφρόσυνο και μαζί ανησυχαστικό κλίμα τους, καθώς και με το ιδιότυπο χιούμορ, συνθέτουν ένα αξιοσημείωτο σύνολο. Είναι κρίμα που δεν σώθηκαν περισσότερα.

 

Ερχόμενος σε επαφή με το έργο του Γιαννούσα, κατάλαβα αυτό που μακάρι να είχα καταλάβει όσο τον συντύχαινα στο Βελβεντό: ότι το πηγαίο καλλιτεχνικό του ιδίωμα, έτσι όπως συνδυάζει την παιδικότητα, την αδιαμεσολάβητη σχέση με τον κόσμο και το συλλογικό βίωμα, διατηρεί κάτι από το κοίτασμα του Θεόφιλου ή του Παναγιώτη Φαρμάκη της υπέροχης ταινίας του Φίλιππου Κουτσαφτή Αγέλαστος πέτρα. Κοιτώντας και ξανακοιτώντας τα έργα του, είδα τον τόπο μου με άλλο μάτι. Ο Γιαννούσας έγινε ο οδηγός μου στην ίδια μου τη γενέτειρα, όπως ο Φαρμάκης είναι τελεσίδικα ο οδηγός μας όταν επισκεπτόμαστε την Ελευσίνα.

 

Στα τέλη του 2010, αφότου ο Γιαννούσας είχε πεθάνει, συνάντησα την αδελφή του και ζήτησα την άδεια να χρησιμοποιήσω τον «Γερμανό» στο εξώφυλλο του Αστείου, που εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2012. Κι ύστερα από λίγους μήνες συνέβη κάτι απίθανο: χτύπησε το τηλέφωνο και ήταν η επιμελήτρια Νάντια Αργυροπούλου, η οποία ετοίμαζε την έκθεση «Hell as Pavilion» στο Palais de Tokyo, στο Παρίσι. Μου είπε ότι είδε το έργο στο Αστείο και με ρώτησε ποιος είναι ο ζωγράφος, γιατί ήθελε να το συμπεριλάβει στην έκθεση πλάι σε έργα, όπως θα μάθαινα, του Εγγονόπουλου, του Ακριθάκη και του Κανιάρη. Έτσι κι έγινε: η κα Αργυροπούλου πήγε στο Βελβεντό, επέλεξε δύο έργα του Γιαννούσα, τα συντήρησε, και τον Φεβρουάριο του 2013 εκτέθηκαν σ’ ένα από τα κορυφαία γαλλικά μουσεία. Κι ο Τάκης, απ’ τα στενά του Βελβεντού βρέθηκε, έστω και μετά θάνατον, στο Παρίσι.

 

Φτερωτά κριάρια, σκοτεινή μνήμη: ο μαγικός κόσμος του Τάκη Γιαννούσα
Τάκης Γιαννούσας, H θεά Ήρα ντυμένη καρναβάλι μπροστά στο τζάκι του σπιτιού του.
Φτερωτά κριάρια, σκοτεινή μνήμη: ο μαγικός κόσμος του Τάκη Γιαννούσα
Tάκης Γιαννούσας, Aεροπλάνο με Αγίους στα φτερά του, πετά πάνω από χωράφια. Μέσα στο αεροπλάνο ο γέρος χτυπάει τη γριά και βροντάει - σύμφωνα με ένα λαϊκό μύθο. Σχέδιο με μολύβι, στυλό και τέμπερα σε χαρτί.
 

 

Όταν έπειτα από μερικά χρόνια είχε προχωρήσει αρκετά Το παιδί, η τρίτη συλλογή μου, κι άρχισα να σκέφτομαι το εξώφυλλο, στράφηκα πάλι στον Γιαννούσα. Ο πίνακας που διάλεξα τιτλοφορείται «Ο Άγιος Διονύσιος ο εν Ολύμπω· άγγελοι, ζώα, ο Ξερόλακκας που πλημμυρίζει, ιμάτιο που έπεσε στο νερό, στο φουσκωμένο ποτάμι βάρκες· το άρμα του Προφήτη Ηλία, η κιβωτός που σώζει». Με τις θρησκευτικές του εικόνες, τις μορφές των ζώων και την αναφορά στο υδάτινο στοιχείο, ταίριαζε απόλυτα στην ατμόσφαιρα των διηγημάτων. Παρεμπιπτόντως, ο Γιαννούσας δεν τιτλοφορούσε τα έργα του: οι τίτλοι που τα συνοδεύουν είναι λεζάντες δοσμένες από την Ομάδα Ζωγραφικής, που όταν ετοίμαζε την έκθεση του ζήτησε να εξηγήσει τι απεικόνιζε το κάθε έργο. Απ’ τις σκόρπιες λέξεις του κι από τα συμφραζόμενα προέκυψαν οι περιγραφές.

 

Δεν είναι κρίμα μόνο ότι σώθηκε ένα μικρό μέρος του έργου του Γιαννούσα· είναι εξίσου κρίμα ότι η περίπτωσή του, που ξεπερνά την περίπτωση ενός τυπικού outsider καλλιτέχνη, παραμένει άγνωστη και τα εναπομείναντα έργα είναι αποθηκευμένα στο Πνευματικό Κέντρο του Βελβεντού δίχως να μπορεί να τα δει κανένας. Η συλλογή του πρέπει να αξιοποιηθεί. Εκείνο όμως που προέχει είναι η συντήρησή της: καθώς τα έργα είναι καμωμένα από ευτελή υλικά, φθείρονται με ταχύ ρυθμό. Τα χρήματα που απαιτούνται δεν είναι πολλά, ωστόσο δεν έχει σταθεί δυνατό να βρεθούν. Θα ήταν μεγάλη απώλεια να χαθεί το ίχνος αυτού του σημαντικού ζωγράφου. Κι αν καθυστερήσουμε λίγο ακόμα, η φθορά ενδέχεται να είναι μη αναστρέψιμη.