Αν το Chorus Line των Μάικλ Μπένετ και Μάρβιν Χάμλις παραμένει το καλύτερο μιούζικαλ του Mπρόντγουεϊ για το Mπρόντγουεϊ, το θέμα του, μια ψυχο-μουσικοχορευτική προσέγγιση στα ζόρια και τις αγωνίες των χορευτών και των χορευτριών που ζουν και πεθαίνουν για την τελειότητα της παραμικρής κίνησης και στο ατελείωτο δράμα πίσω από το ψυχαγωγικό θέαμα, περιορίζεται στη σκηνή, γενναιόδωρα μεν, αν και με έντονη αυτοαναφορικότητα, αποκλείοντας τους αμύητους.

 

Αντίθετα, το Rent, που ανέβηκε στις off και κεντρικές σκηνές της Νέας Υόρκης είκοσι χρόνια αργότερα, το 1996, προέρχεται από την πόλη και τη ζωή που πάλλεται, συνδέεται με την εποχή, τον παλμό και τον ρυθμό της, αντανακλά τη γενιά του MTV, τα κοινωνικά προβλήματα, τις φιλοδοξίες ευρύτερου φάσματος καλλιτεχνών και τις εκλεκτικές επιρροές (σίγουρα πιο ροκ και urban) που έφερε με τη μουσική του ο δημιουργός του Τζόναθαν Λάρσον.

 

Το κοινό τους σημείο είναι οτι αμφότερες οι κινηματογραφικές μεταφορές τους ήταν χάλια: το Chorus Line του Ντέιβιντ Ατέμπορο ήταν μηχανικό και άψυχο και το χαοτικό Rent του Κρις Κολόμπους υποκαθιστούσε με ένα νευρικό μοντάζ την παντελή απουσία ατμόσφαιρας και ψυχής.

 

O Λιν Μανουέλ Μιράντα, απελευθερωμένος από τη σύμβαση της πιστής διασκευής ενός εμβληματικού και προκαθορισμένου θεατρικού, δημιουργεί κι αυτός με τη σειρά του ένα πρωτότυπο έργο, αναλύοντας με προσοχή και φαντασία το πνεύμα και τη μουσική του πρόωρα χαμένου, αλλά ενθουσιώδους σε ό,τι πρόλαβε να αφήσει ως παρακαταθήκη Λάρσον.

 

Το Tick, Tick… Boom! σκηνοθετήθηκε από έναν αυθεντικό θεατράνθρωπο του εικοστού πρώτου αιώνα, τον Λιν Μανουέλ Μιράντα, που έφερε τα πάνω κάτω, μουσικά και αφηγηματικά, στο αμερικανικό αλλά και παγκόσμιο μιούζικαλ με το δοξασμένο Hamilton, αφού πρώτα είχε κερδίσει πολλά Tony με το In the heights, που φέτος γυρίστηκε και σε ταινία – και δεν είναι καθόλου κακό.

 

Ο Μιράντα βρήκε τον τρόπο να εντάξει τη μουσική του Λάρσον σε ένα σενάριο που καλύπτει πλήρως την καλλιτεχνική του διαδρομή και να την κάνει ελκυστική σε θεατές που γνωρίζουν τη δουλειά του, σ’ αυτούς που γενικά αγαπούν το θέατρο αλλά και σε όσους δεν έχουν ιδέα για όλα αυτά και θέλουν να παρακολουθήσουν μια μη ακαδημαϊκή βιογραφία με αψάδα και ενδιαφέρον.

 

Ξεκινά με το κομμάτι του τίτλου, μια μελοποίηση της ανησυχίας του Λάρσον για τον χρόνο που περνά σαν βόμβα έτοιμη να σκάσει στον εφιάλτη της αφάνειας – η μαρτυρία των βιαστικών τριαντάρηδων στις αρχές των '90s που ξορκίζουν το υπαρξιακό άγχος της καταξίωσης με την ελπίδα μιας ευκαιρίας για αναγνώριση του ταλέντου και του έργου τους.

 

Στη συνέχεια απεικονίζει την κοινότητα των φίλων και συναγωνιστών, το πραγματικό σκηνικό της πολυπρόσωπης Bohemia των ανθρώπων που συντρόφευσαν τον Λάρσον και τον ενέπνευσαν να «πατήσει» στο La Vie Bohème και να παραδώσει το Rent, την εξαργύρωση των βιωμάτων και της ευαισθησίας του, χωρίς ποτέ να γευτεί το χειροκρότημα της επιδοκιμασίας.

 

Τι τραγική ειρωνεία: ο Λάρσον πέθανε ξαφνικά στα τριάντα έξι του από ανεύρυσμα αορτής, μια ημέρα πριν από την επίσημη πρεμιέρα ενός έργου που αποθεώθηκε επί δώδεκα χρόνια και του χάρισε μετά θάνατον τρία Tόνι και ένα Πούλιτζερ για δράμα.

 

tick tick boom
Ο Μιράντα δεν ασχολείται με το Rent καθαυτό, αλλά με τα σημεία-κλειδιά που το έφεραν στον κόσμο.

 

Ο Μιράντα δεν ασχολείται με το Rent καθαυτό αλλά με τα σημεία-κλειδιά που το έφεραν στον κόσμο. Με επίκεντρο έναν επί σκηνής αναδρομικό μονόλογο του Λάρσον, ξεδιπλώνει την πρώτη του δουλειά, το Superbia, που μόχθησε να παρουσιάσει, και όταν το κατάφερε απέσπασε εγκώμια και βρήκε κλειστές πόρτες. Ήταν πολύ αντιεμπορικό για το Μπρόντγουεϊ και πολύ ακριβό για τις εναλλακτικές σκηνές.

 

Στο παρατεταμένο κυνήγι της οντισιόν που τον παραλύει και δεν τον αφήνει να χαρεί την πολύτιμη στιγμή, ο Λάρσον παίρνει το σκληρό μάθημα της επιμονής στο όραμα του ακόμη καλύτερου έργου, που δεν είναι άλλο από το επόμενο – κάτι που αποδείχθηκε, πικρά, σωστό.

 

Αυτή είναι και η καλύτερη σεκάνς του Tick, Tick… Boom!, η ακρόαση και η συνειδητοποίηση, με τις θερμές συνομιλίες του με την ατζέντισσα και τον πρώην συγκάτοικο και καλύτερό του φίλο, πως η αντίστροφη μέτρηση βαραίνει πιο επιτακτικά και τους κοντινούς του ανθρώπους, και το καλύτερο που έχει να κάνει είναι να γράψει γι’ αυτούς και για όσα τον έχουν συγκινήσει στη ζωή του.

 

Στο μεταξύ, ο Λιν Μανουέλ Μιράντα, απελευθερωμένος από τη σύμβαση της πιστής διασκευής ενός εμβληματικού και προκαθορισμένου θεατρικού, δημιουργεί κι αυτός με τη σειρά του ένα πρωτότυπο έργο, αναλύοντας με προσοχή και φαντασία το πνεύμα και τη μουσική του πρόωρα χαμένου, αλλά ενθουσιώδους σε ό,τι πρόλαβε να αφήσει ως παρακαταθήκη Λάρσον. Είναι σαν να έχει αποδομήσει τα υλικά του Rent, χωρίς να το τεμαχίζει εμφανώς.

 

Η ενδεικτική σκηνή στην πισίνα προδίδει κινηματογραφικότητα και γνώση της λειτουργίας του δραματικού μουσικού μοντάζ στο σινεμά, ενώ το νευρώδες Sunday, που όταν πρωτογράφτηκε ήταν ήδη ένας φόρος τιμής από τον μαθητή στον μέντορα και εμψυχωτή Στίβεν Σοντχάιμ, είναι με τη σειρά του ένα εντυπωσιακό homage στις δύο όψεις του θέατρου, στο μεροκάματο των επίδοξων ηθοποιών, που δημιουργούν σε ένα diner εν ώρα αιχμής, και στους διάσημους πελάτες, με την αφρόκρεμα των βετεράνων θρύλων να παρελαύνουν σε απανωτά cameos – διακρίνονται η Μπίμπι Νιούγουιρθ, η Τσίτα Ριβέρα, ο Τζόελ Γκρέι, η Μπερναντέτ Πίτερς και ο σπουδαίος Αντρέ ντε Σιλντς.

 

Με τους ήχους του ιδιώματος του Broadway musical και της ροκ να ξεπηδούν από το πιεσμένο μυαλό του ήρωα, ο Άντριου Γκάρφιλντ (σίγουρος διεκδικητής του Όσκαρ ενός πρώτου ρόλου με ενσυναίσθηση και απαιτήσεις) δίνει την ερμηνεία της καριέρας του, ειδικά στο δεύτερο μέρος της ταινίας, όταν, ευάλωτος και πλημμυρισμένος από ευγνωμοσύνη, αποδέχεται το νόημα της αποτυχίας και υποδέχεται γενναιόδωρα τις ιστορίες των άλλων, για να τις πλέξει με τη δική του.