Σαν σήμερα πριν από 35 χρόνια γεννήθηκε ο μικρός μου αδελφός. Τον περίμενα πως και πως, γιατί ήμουν πολύ μόνη μέχρι τα 6 μου χρόνια. Η μαμά μου είχε μόλις ξαναπαντρευτεί, τον δεύτερο μπαμπά μου τον λάτρευα κι εκείνο το πολυαναμενόμενο τηλεφώνημα («είναι αγόρι!») ήταν από τις πιο ευτυχισμένες της ζωής μου.

 

 

Ο αδελφός μου ήταν πολύ όμορφο μωρό και εγώ τον αγαπούσα πολύ. Δεν θυμάμαι να τον ζήλεψα ποτέ, ελικρινά δεν θυμάμαι κάτι τέτοιο, αν και εκ των υστέρων κάποια πράγματα με βάζουν σε υποψίες. Όπως ότι του έλεγα ότι τον είχαμε πάρει από μια τσιγγάνα, τη Ραχήλ, που σύντομα θα έρθει να τον πάρει πίσω – ειδικά αν δανειζόταν τα παιχνίδια μου, χωρίς να με ρωτήσει. Ή ότι, όταν μαλώναμε, τον έλεγα περιφρονητικά «λαδικό» - μια λέξη που είχα ξεπατικώσει από τις «Πρώτες Ενθυμήσεις» της Πηνελόπης Δέλτα και τον έκανε να κλαίει με αναφυλλητά, επειδή δεν την καταλάβαινε.

 

Ή ότι τον τσιμπούσα για να κλάψει και μετά τον παρακαλούσα να μην το πει στους γονείς μας (δεν με πρόδωσε ποτέ). Ή όταν τον κρατούσα ξύπνιο ως αργά στις κουκέτες μας και του έλεγα «Η γιαγιά Έλλη αγαπάει πιο πολύ εμένα». «Η θεία Νίτσα αγαπάει πιο πολύ εμένα». «Ο θείος Τάκης αγαπάει πιο πολύ εμένα». Κι όταν έφτανα στην οικογένεια του μπαμπά μου, που είχε ολοφάνερα σ’ αυτόν αδυναμία, του έλεγα «Η γιαγιά Μαίρη μας αγαπάει το ίδιο». «Ο παπούς Τέλης μας αγαπάει το ίδιο». Και ούτω καθεξής.

 

 

Όταν ο αδελφός μου έγινε 4 χρονών έβαλε γυαλιά. Τότε περίπου ήταν που η μαμά μου μου πήρε δώρο το βιβλίο «Το ανθρωπάκι μου» της Γιολάντας Πατεράκη, ένα καταπληκτικό βιβλίο για ένα κοριτσάκι 6 χρονών, που αποκτάει έναν μικρό αδελφό. Τον αδελφό τον λένε Άρη (όπως και τον δικό μου), φοράει γυαλιά (όπως κι ο δικός μου), μαθαίνει μουσική (όπως κι ο δικός μου) και είναι η προσωποποίηση της στωϊκότητας (όπως κι ο δικός μου). Από τότε σκεφτόμουν τον αδελφό μου ως «το ανθρωπάκι μου».

 

 

Μεγαλώνοντας ο αδελφός μου εξελισσόταν πολύ διαφορετικά από μένα: όσο εξωστρεφής ήμουν εγώ, τόσο εσωστρεφής και χαμηλών τόνων ήταν αυτός. Είμασταν πολύ κοντά γιατί ως τα 16 μου μοιραζόμασταν το ίδιο δωμάτιο. Του έπαιρνα δώρα βιβλία, πολλά βιβλία και τα διάβαζε όλα. Μάθαινε φλογέρα και αργότερα πιάνο και ήξερε τα πάντα για τους κλασικούς συνθέτες. Στους ομηρικούς καβγάδες μου με τον μπαμπά μου έμπαινε στη μέση, τον έσπρωχνε με τα μικρά χεράκια του και του φώναζε «Μην τη μαλώνεις! Μην τη μαλώνεις!».

 

 

 

Μου έδινε όλα τα χρήματα που μάζευε στον κουμπαρά του για να βγαίνω με τις φίλες μου. Κι όταν δεν μου τα έδινε, γιατί τα μάζευε για να αγοράσει κάποιο δίσκο, κι εγώ έβρισκα το συνδυασμό του κουμπαρά και τα έπαιρνα μόνη μου, αφήνοντας του διάφορα χαρτάκια, πάντα με συγχωρούσε και δεν με πρόδιδε ποτέ. Τον αγαπούσα πάρα πολύ και θα ήθελα να μου δινόταν η ευκαιρία να τον υπερασπιστώ κι εγώ, όπως με υπερασπιζόταν πάντα εκείνος. Δεν χρειάστηκε ποτέ: αν κι έδειχνε εύθραυστος είχε απίστευτη θέληση, επιμονή, αποφασιστικότητα και κουράγιο και κατάφερνε πάντα αυτό που έβαζε στόχο, χωρίς να χρειαστεί να έρθει σε ρήξη με κανέναν...

  

Μεγαλώνοντας ήθελα να γίνω διάσημη ηθοποιός ή μεγάλη συγγραφέας. Όλοι οι δάσκαλοι και οι καθηγητές μου μου έλεγαν πάντα πόσο ταλέντο είχα στο γράψιμο - αλλά ποτέ δεν έβρισκα χρόνο να γράψω. Ο αδελφός μου ήθελε να γίνει δημοσιογράφος. Από μικρός έπαιρνε εφημερίδες και διάβαζε,  έφτιαχνε δελτία ειδήσεων κι αργότερα σπούδασε δημοσιογραφία. Ενώ εγώ είχα διαρκώς καταπληκτικές ιδέες και μιλούσα για τα βιβλία που θα έγραφα όταν είχα χρόνο, το ανθρωπάκι μου έγραψε το πρώτο του παιδικό βιβλίο και το έστειλε αθόρυβα στους 5 καλύτερους εκδοτικούς οίκους – το δέχτηκαν όλοι. Το πρώτο του βιβλίο ήταν για ένα αγοράκι, το Στέφανο, που βλέπει εφιάλτες, και τη μεγάλη αδελφή του, τη Στέλλα, που προσπαθεί να το βοηθήσει· όταν μου έφερε το πρώτο αντίτυπο μου είχε γράψει την αφιέρωση: «Στην Στέλλα. Με αγάπη, Στέφανος».  

 

 

Όταν μάθαμε ότι η μαμά μας είχε καρκίνο, την ίδια μέρα που γεννήθηκαν οι δίδυμες κόρες μου, πιστέψαμε ότι τα μωρά θα της δώσουν ζωή. Έτσι και έγινε. Αλλά η αλήθεια είναι ότι όση χαρά της έδωσαν οι εγγονές της και η απίστευτη αγάπη και αφοσίωση του μπαμπά μου, άλλη τόση, και ίσως περισσότερη,  της έδωσε το γεγονός ότι πρόλαβε να δει τον Άρη, το «τρυφερούδι» της, να είναι ευτυχισμένος και γεμάτος.

 

 

Το πρόσωπό της έλαμπε όταν τον έβλεπε κι όταν μιλούσαν στο τηλέφωνο και αυτός, στα τρισίμισι χρόνια που έζησε η μαμά μας μετά τη διάγνωση, βιάστηκε να τα κάνει όλα! Έτσι, η μαμά μας πρόλαβε να δει ότι ο Άρης έγραψε κι άλλα πολλά βιβλία, που όλα αγαπήθηκαν πολύ. Πρόλαβε να δει να τον προσκαλούν στα σχολεία όλης της Ελλάδας και τα παιδιά να ανυπομονούν να τον γνωρίσουν. Πρόλαβε να μάθει ότι τον κάλεσαν στην Επιτροπή για τα Κρατικά Βραβεία Παιδικού Βιβλίου – αυτόν που ποτέ δεν είχε και δεν καλλιέργησε «γνωριμίες», που ποτέ δεν πρόβαλε τον εαυτό του, που ποτέ δε νοιάστηκε για τα χρήματα.

 

 

Η μαμά μας απέκτησε υπολογιστή για να διαβάζει το blog του «Έντεκα», που του χάρισε φανατικούς αναγνώστες και τράβηξε την προσοχή του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου, του ινδάλματος των νεανικών του χρόνων. Πρόλαβε να τον δει να γίνεται διευθυντής του site της LIFO (και να χαλάει όλες τις οικογενειακές συγκεντρώσεις πληκτρολογώντας διαρκώς στο λάπτοπ του!). Πρόλαβε να δει το ανθρωπάκι μου, που 20 χρονών ανησυχούσε ότι δεν θα βρει κάποιον για να ζήσουν μαζί το happily ever after, ευτυχισμένο για πάνω από 10 χρόνια με τον Γ., το πιο γλυκό παιδί που θα μπορούσε να φανταστεί ποτέ.

 

 

Η αρρώστια της μαμάς μου μας έδεσε ακόμα πιο πολύ με το ανθρωπάκι. Όπως μικρότερη που, επηρεασμένη απ’ την Αγκάθα Κρίστι, είχα κάνει διαθήκη και του τα άφηνα όλη την (χμ χμ) περιουσία μου, επειδή ήταν ο πιο κοντινός μου άνθρωπος στον κόσμο, έτσι και τώρα δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς αυτόν. 

 

Κάποτε το ανθρωπάκι μου ήταν «ο αδελφός της Τατιάνας». Σήμερα είμαι πολύ περήφανη όταν με ρωτάνε «είσαι η αδελφή του Άρη Δημοκίδη;». Το ανθρωπάκι μου συνεχίζει να κυκλοφορεί στη Θεσσαλονίκη, που δε θέλησε να εγκαταλείψει ποτέ, με το λεωφορείο και τα ακουστικά στ’ αυτιά, με τα παλιά t-shirts του άντρα μου και το σαραβαλιασμένο του σακίδιο στον ώμο. Τον αγαπάω πολύ και με κάνει τόσο περήφανη.

Χρόνια πολλά, Αρούκο μου!