Πέρα από τις εξαιρετικές ερμηνείες των δυο πρωταγωνιστών στο φιλμ «Αγάπη» του Χάνεκε, που δεν σε αφήνουν να πάρεις τα μάτια σου από πάνω τους, υπάρχει η συνεχή υπενθύμιση μια αλήθειας για όλους τους θεατές: Αν τα καταφέρουμε θα γεράσουμε και το πιθανότερο είναι τα πράγματα να μην είναι τόσο εύκολα.

Πίσω από τις κλειστές πόρτες του σπιτιού ο Χάνεκε αφήνει όλη την εμμονή του δυτικού κόσμου των τελευταίων δεκαετιών με την

αιώνια νιότη. Τρίτη ηλικία δεν είναι οι «τραβηγμένες» γηραιές κυρίες, οι κοτσονάτοι κύριοι που παίρνουν μέρος σε αγώνες δρόμου,

«οι νέοι στην ψυχή», τα γηραιά fashion victims και η ενδυματολόγος του sex and the city αλλά κάτι άλλο σκληρότερο: H πραγματικότητα.

Και τι πιο πραγματικό όταν μιλάς για την τρίτη ηλικία από το να δείξεις την φθορά. Ρυτίδες σε πρώτο πλάνο, μια αρρώστια που σε επισκέπτεται ξαφνικά(όπως γίνεται συνήθως), ένας καθημερινός αγώνας να διατηρήσεις την αξιοπρέπεια σου στα μάτια των άλλων και φυσικά η μοναξιά. Αν και η σχέση του ζευγαριού είναι δυνατή η πάλη με την αρρώστια παραμένει μια προσωπική υπόθεση.

 

Η «Αγάπη» είναι ένα φιλμ περισσότερο βίαιο από το Funny Games. Εδώ, δεν υπάρχουν εξωτερικοί εισβολείς όπως στο φιλμ του 1997.

Ο χρόνος είναι αυτός που ρίχνει τα χτυπήματα με το μπαστούνι του γκολφ στις ψυχές των ανθρώπων.

Ο Χάνεκε χτυπάει διάνα στις καρδιές των θεατών και ενοχλεί διότι δεν χρυσώνει το χάπι του αναπόφευκτου τέλους όλων μας.

Ο σκηνοθέτης αφαιρεί όλα τα δεκανίκια στα οποία οι άνθρωποι στηριζόμαστε για να ξεχάσουμε το σύντομο πέρασμα μας από αυτή την ζωή.

Είναι ένα φιλμ ενοχλητικό, ιδιαίτερα για τους πολύ νέους ανθρώπους, διότι τους υπενθυμίζει κάτι το οποίο αδυνατούν να σκεφτούν στην ηλικία των είκοσι-κάτι*: Η φθορά και το τέλος σου είναι αναπόφευκτο.

Δεν είναι «βαρύ», δεν είναι κουλτουριάρικο, δεν είναι δυσνόητο, είναι κάτι «χειρότερο»: Ρεαλιστικό.

Ο ρεαλισμός του Χάνεκε για την τρίτη ηλικία πέφτει σαν διαλύτης στο πηχτό διάλυμα των υπεκφυγών της ανθρώπινης φθοράς μέσα στο δυτικό κόσμο. Τον έχουμε ανάγκη.

 

* Στην προβολή οι δυο μοναδικές παρέες εικοσάρηδων εγκαταλείπουν στο διάλειμμα την αίθουσα, περίπου τρέχοντας.