Από τον Peter Conrad

 

Στην πραγματικότητα ο Χάνεκε είναι αρκετά καταδεκτικός, αλλά προτιμά να έχει επαφή με την πραγματικότητα μέσω μιας κάμερας. Για τη συνέντευξη προτίμησε να χρησιμοποιήσει ως ρυθμιστή έναν μεταφραστή. Παρόλο που τα αγγλικά του Χάνεκε είναι καλά, επέμενε σε έναν διαμεσολαβητή. Αντέδρασε με απάθεια όταν του είπα ότι η κορύφωση της ταινίας Amour με κατέπληξε. Δεν ζήτησε μετάφραση, αλλά αποκρίθηκε με βιεννέζικη προφορά "Was ist die Frage;" (Ποια είναι η ερώτηση;)

 

Στη συνέχεια ανακάθισε για να απολαύσει τη δύναμή του και την ταραγμένη μου ανικανότητα. Άρχισα να καταλαβαίνω την ταλαιπωρία που υφίστανται οι ηθοποιοί του, οι οποίοι είναι υποχρεωμένοι να παίξουν με τους κανόνες του. Η Huppert αντέδρασε έντονα όταν αρνήθηκε να της επιτρέψει να αποφασίσει σχετικά με τα κίνητρα του χαρακτήρα της στην ταινία Time of the Wolf. Η Ναόμι Γουότς ξέσπασε σε δάκρυα και διαμαρτυρήθηκε ότι δεν είναι μαριονέτα. Ιδανική ερμηνεύτρια γιατον Χάνεκε ήταν η Susanne Lothar, η οποία έπαιξε τον ρόλο της Γουότς στην αρχική έκδοση του Funny Games. «Πρέπει να ήταν μαζοχίστρια», δήλωσε ο Χάνεκε επιδοκιμαστικά. Η Lothar πέρασε μισή ώρα στο καμαρίνι της κλαίγοντας για να προετοιμαστεί για τη σκηνή της κακοποίησης.

 

Ο Χάνεκε έχει μια πονηρή, σκεπτικιστική επίγνωση του τρόπου με τον οποίο μας χειραγωγεί ο κινηματογράφος, περνώντας από την προπαγάνδα ή τη διαφήμιση προς την πραγματικότητα. Επειδή ήξερα ότι η συνέντευξη ήταν μια ανάκριση και όχι μια συζήτηση, του έκανα μια ερώτηση σχετικά με την αναπάντεχη κορύφωση στο Amour. Σταθερός στις αρχές του, αρνήθηκε να απαντήσει. «Αχ», είπε μειδιώντας καθώς έπεφτα στην παγίδα, «μου ζητάτε να ερμηνεύσω, και δεν θα το κάνω. Όλες οι ερμηνείες είναι καλές, όλες οι εκδοχές είναι εντάξει. Δεν διαλέγω μεταξύ τους επειδή δε μου αρέσουν οι επεξηγήσεις. Το ίδιο συνέβη και με την Ζυλιέτ Μπινός στο «Κρυμμένος». Με ρώτησε αν η γυναίκα που υποδυόταν είχε δεσμό με τον συνάδελφό της. Υπήρχαν δύο σκηνές μαζί μ' αυτόν... Της είπα να παίξει τη μία σκηνή σα να είχε, την άλλη σα να μην είχε. Αμφιβάλλω αν θεώρησε τη συμβουλή μου χρήσιμη.»

 

«Πρέπει να επιτρέψουμε την ύπαρξη της πολυπλοκότητας και της αντίφασης», είπε. «Όταν μου κάνουν αυτού του είδους τις ερωτήσεις, λέω συνήθως ότι δεν ξέρω την απάντηση, γιατί δεν έχω τόσο καλή σχέση με το συγγραφέα.» Φυσικά, αυτός είναι ο συγγραφέας, ή auteur, αφού γράφει τα πάντα και κατευθύνει τους άλλους, οπότε επικαλέστηκε την έλλειψη αυτογνωσίας. Με είδε σαστισμένο και γέλασε – ένα επαναλαμβανόμενο νάζι, ίσως μια μορφή συγνώμης, ίσως αναγνώριση του προσωρινού του θριάμβου.

 

«Δίνω στον θεατή τη δυνατότητα της συμμετοχής. Το κοινό ολοκληρώνει την ταινία σύμφωνα με τις σκέψεις του. Αυτοί που παρακολουθούν δεν πρέπει να είναι απλώς καταναλωτές που χωνεύουν εικόνες με το κουτάλι. Μια ταινία δε μπορεί να σταματάει στην οθόνη. Ο κινηματογράφος είναι ένας διάλογος.» Όμως δεν είναι ένας διάλογος στον οποίο θέλει να λάβει μέρος, συμπληρώνω. Ενώ ενδυναμώνει τους θεατές, επιλέγει να προκαλεί σύγχυση σε όσους του παίρνουν συνέντευξη. Μια άλλη ομοβροντία από γέλια γέμισε τη σιωπή μου.

 

Αναφέρω ένα σχόλιο που κάνει ο Trintignant στην ταινία, όταν η Huppert φτάνει και ανακαλύπτει ότι είναι αποκλεισμένη από το δωμάτιο της αρρώστης Riva. Ο Trintignant περιγράφει το άθλιο σκηνικό που επικρατεί μέσα, λέγοντας «Τίποτα από αυτά δεν αξίζει να ιδωθεί». Αν δε μπορεί να τα δει η κόρη του ασθενούς, γιατί ο Χάνεκε επιλέγει να τα δείξει σε αγνώστους στο σινεμά; «Μια ταινία μπορεί να δείξει τα πάντα» λέει, υποχωρώντας σε μια γενίκευση. «Είναι διαφορετικά αν το λέει κάποιος που είναι μέλος της οικογένειας. Πρέπει μόνο να μην προδώσεις την ιδέα του τι αποτελεί ανθρώπινη συμπεριφορά και να μην προσθέσεις επιπλέον μιζέρια.» Αυτό δε μου φάνηκε να είναι απάντηση αφού ο Trintignant δε μιλάει για επίσκεψη στο προσκέφαλο του αρρώστου αλλά για την ορθότητα του να μετατρέψεις την φθορά και το θάνατο σε θέαμα. Περισσότερα χάχανα κάλυψαν την απροθυμία του Χάνεκε να συνεχίσει.

 

Αφού απέτυχα στο να τον κάνω να μιλήσει για το πώς χειρίζεται τους ανθρώπους, αναφέρθηκα στις θανατηφόρες ιστορίες του με τα ζώα. Στο Amour ο Trintignant παγιδεύει ένα περιστέρι κι ενώ φαίνεται να το πνίγει τελικά επιλέγει να το χαϊδέψει. Ο Χάνεκε, υποψιάζομαι, θα προτιμούσε να το πνίξει, αφού αγνόησε τις οδηγίες του. «Αχ, αυτό ήταν φοβερό! Υπήρχαν σπόροι για να το καθοδηγήσουν αλλά είχε το δικό του τρόπο για να διασχίζει το διαμέρισμα, κάθε φορά διαφορετικός». Επέζησε όμως, σε αντίθεση με άλλα πλάσματα που εμφανίστηκαν σε προηγούμενες ταινίες του Χάνεκε, όπως ο σκύλος του Funny Games, άλογα στο The Time of the Wolf, και η σφαγή ενός γουρουνιού στην έναρξη του Benny's Video, όπου η τελειομανία του Χάνεκε απαίτησε τη θυσία τριών γουρουνιών. Φυσικά έχει μια θεωρία για να εξηγήσει και αυτό το μακελειό. «Είναι η ιεραρχία της εξουσίας», είπε. «Οι άντρες στην κορυφή, στη συνέχεια είναι οι γυναίκες, τα παιδιά και στο τέλος τα ζώα. Αυτά πρέπει να την υποστούν».