Φωτιά στη Σύρο

TO BLOG ΤΟΥ ΣΤΑΘΗ ΤΣΑΓΚΑΡΟΥΣΙΑΝΟΥ
Facebook Twitter

Έβδομη επιστολή του Βρασίδα Καραλή σε μένα


Έβδομη επιστολή του Βρασίδα Καραλή σε μένα

Όλες μαζί οι επιστολές θα εκδοθούν προσεχώς σε ένα μικρό βιβλίο από τις Εκδόσεις της LIFO

Έβδομη επιστολή του Βρασίδα Καραλή σε μένα Facebook Twitter
Φωτ.: Σπύρος Στάβερης/ Από το μπλογκ του στη LIFO, Almanac

 

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΕΒΔΟΜΗ

 

Ευστάθιε, υγειαίνειν.

Καθώς κάθομαι εν εγκλεισμώ άνεργος και συλλογίζομαι, σκοντάφτω σε κάτι αιθαλοκομπασμούς του κύριου Ζήσιμου, του κατά κόσμον Λορεντζάτου, και απορώ και φουρκίζομαι. Εμείς σήμερα δεν είμαστε διασπορά, ετυμηγορεί ο μετεωροσοφιστής. Εκεραυνοβολήθην, ο διεσπαρμένος. Από το καραούλι της Κηφισσιάς όλα φαντάζουν τερπνά μυθεύματα! Οι αριστοτέχνες της γραφίδος εθελοακουσίως δημιουργούν μεγάλα χάσματα τοιαύτα! Ενώ οι ταγοί και γενάρχες αφήνουν εμάς, ερασιτέχνες και οικτροκέλευθους, να παραδέρνουμε σε ξένες πολιτείες, οχλολοίδωροι και δημοκατάρατοι, αναγκασμένοι να μιλάμε με ίσως, με πιθανόν και με ενδέχεται.

Οι λεγάμενοι ούτοι ωστόσο έχουν βεβαιότητες, έχουν δόγματα, έχουν πεποιθήσεις. Μας έχει συνηθίσει σε αυτά τα άκαπνα, τα άψητα και τα νωχελικά ο κύριος Ζήσιμος. Με τις χαριτωμένες ιστοριοσοφίες για τη δημολάλητη και τους ζαχαροδιαβητικούς δογματισμούς για την Ορθοδοξία. Τέτοιες στιγμές δεν προτιμάς τα εκστατικά παραληρήματα του Ρώμου Φιλύρα, την άγια παρακμή της Μαρίας Πολυδούρη ή τα ερωταμανέστατα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη από έωλες τέτοιες κουβέντες που βγαίνουν από το πουθενά και οδεύουν προς την ακοινωνησία μιας ωραιολάγνας δογματοποιΐας; Εξηγούμαι.

Ουδόλως ασπάζομαι την ιδεοληψία ότι όλοι είμαστε ξωμερίτες και διαπολιτισμικοί και τα τέτοια γλαφυρά εικάσματα της αγνωστοσοφιστείας. Υπάρχουμε όταν ταυτίζεται ο εαυτός με το είναι: όταν αποκτάμε εντοπιότητα, όταν το ον και το νοείν σαρκούνται εν ταυτώ. Υφιστάμεθα όταν ταυτιστούμε με τον τόπο τη στιγμή που γίνεται καταφύγιο, εκεί που νιώθεις ότι μπορείς να αναπνεύσεις και να αναπαυθείς προτού πάρεις ξανά τις στράτες και τις πλατείες. Μόλις κοπεί ο υλικός δεσμός και αποσχιστούμε, και όταν τα πάντα γίνουν τοπία της φαντασίας και της ανάμνησης, ένας υπέρτερος τόπος αναδύεται από την απουσία, που δεν μπορείς να προσδιορίσεις ούτε να χαρτογραφήσεις. Γεννάται ως συμβολικός δεσμός, ως συγχρωτισμός με τους νεκρούς, παγίωση ζωής εν ετέρα μορφή. Μόλις χαθείς στα σύμβολα, ξαναγεννιέσαι. Η τραγωδία του ουσιώδους και της πτώσης ταυτοχρόνως. Ο πυθαγοριστής Ζήσιμος δεν κατανόησε την απελπισία και τη λύτρωση των συμπλεκτικών συνδέσμων.

Πώς και γιατί; Δεν έχω καιρό να το ψιλολογήσω και ούτε χρειάζεται. Θυμάμαι και ένα δικό σου κάλλιστο: Σαν πηγάδι είμαι. Κοιτάω μέσα μου και κάθε φορά είμαι και κάτι άλλο. Μέσα από τις πολλές και άπειρες πιθανότητες, αποκτάμε σκοπό και κατεύθυνση: από τα πολλά το ένα, γιατί, ως γνωστόν, ενώ τυρβάζουμε περί πολλών γνωρίζουμε ότι ενός έστι χρεία. Τίνος; Του παγιωμένου εαυτού, του αφώτιστου άντρου της ύπαρξης που συγκεντρώνει την εμπειρική μας πολυμορφία σε έναν παλμό ενέργειας και ο οποίος, μόλις πραγματώνεται, μας κατακαίει στάχτη και μπούρμπερη, σαν την Σεμέλη. Ελευθερία και θάνατος, αυτό το είχε κατανοήσει διαυγέστατα ο Κρητικός.

Σκοπός μας από τα πολλά να επιλέξουμε το ένα, τον πυρήνα εκείνον γύρω από τον οποίο κεντρομολείται η οδύσσεια του πρόσωπου μας. Γιατί τελικά υπάρχουμε μόλις διαβούμε στο μεσοστράτι της ζωής μας, γιατί τότε μόνο ψάχνουμε να το τελειώσουμε και να το αποτελειώσουμε, δηλαδή να το ολοκληρώσουμε. Τι έλεγε ο Θεός του Πίκο ντέλα Μιραντόλα στον πρώτο άνθρωπο; Το είχα πρωτοδιαβάσει ως προμετωπίδα στην Άβυσσο της Γιουρσενάρ, το έργον του σκότους, και με είχε πολύ προβληματίσει τα ένδοξα χρόνια του σοσιαλισμού στην πατρίδα, όταν κάθε προσδοκία αλήθειας είχε καταργηθεί.

Θαρρώ μάλιστα ότι είχα συναντήσει τη μεγάλη κυρία στην Αθήνα, το ʼ83 ίσως, συνοδευμένη από έναν αλλόκοτο νεανία, που μονοπωλούσε τη συζήτηση με τα ενοχλητικά γαλλικά του. Εμείς, νέοι και άβγαλτοι, να περιμένουμε αλήθειες ζωής από τη σοφή γερόντισσα, την ώρα που εκείνη ακκιζόταν με ένα παιδαρέλι που της κρατούσε το χέρι με τρυφερότητα. Κάποιος γενναίος ανάμεσά μας, όχι εγώ βεβαίως που δεν μπορούσα να συντάξω μια μελωδική πρόταση ακόμα τότε, ρώτησε τη μεγάλη κυρία ασκαρδαμυκτί και στην ψύχρα: «Μετά τον Αδριανό και Ζήνωνα, πώς εξηγείτε την αλλαγή αυτή στη ζωή σας;» Κι εκείνη, με μάτια παγερά, προσβεβλημένα και απτόητα απάντησε με τα υπερούσια γαλλικά της: «Δεν ήθελα να είμαι φυλακισμένη στην προηγούμενη ζωή μου».

Έσυρε τη γλώσσα της πάνω στην λέξη «prisonnière» και είχε η φωνή της μια δεινότητα και μια απογοήτευση που δόνησε ολόκληρη την ομήγυρη. Το συμπόσιον διαλύθηκε μετά από αυτό και ο παράδοξος νεαρός, ασυμπαθής και φίλαυτος μέχρι τέλους, είπε κάτι προσβλητικό σε αλαμπουρνέζικα γαλλικά και χτύπησε την πόρτα πίσω τους.

Όντως μου πήρε καιρό να κατανοήσω τη σημασία του «prisonnière». Έπρεπε να ταξιδέψω μακριά και να χάσω φίλους, να χάσω βεβαιότητες, να χάσω δεσμεύσεις. Αυτό λοιπόν το πηγάδι που είμαστε βγάζει αντίλαλους και ηχολαλιές. Τι ακούς άραγε όταν είσαι αλλού; Όταν ξέρεις ότι δεν υπάρχει σπίτι να γυρίσεις, ούτε εστία να προσανατολιστείς, ούτε μια παρέα να σε φιλοξενήσει; Μόνο ορίζοντες ατέρμονοι, απροσέγγιστες οροσειρές και ωκεανοί απυξίδωτοι.

Λοιπόν τότε ακούς φωνές, ιδανικές φωνές και αγαπημένες, της πρώτης σου αγάπης, της γιαγιάς σου, της μάνας σου, ενίοτε του πατέρα σου, που αίφνης διακόπτονται από τις ειδήσεις στην τηλεόραση και τους πολιτικούς που μπήκαν στη ζωή σου απρόσκλητοι με τις αναμνήσεις σου να κατατρύχονται από τον Παπαδόπουλο και τον Καραμανλή, τον Παπανδρέου και τον Σημίτη και άλλους τοιούτους. Πόση αθυμία, πόση παρακμή Θεέ μου, μα πόση ακαλαισθησία! Πώς παραδοθήκαμε στη φθορά και την κακοπάθεια; Τέτοια αθύρματα, τέτοια σκύβαλα, τέτοιες εχθροδαίμονες μουτσούνες συνόδεψαν τις ονειρογενείς στιγμές της αδόκιμης νεότητάς μας;

Άραγε, σε στιγμές κρίσιμες, κάποιες στιγμές μαύρης ευλογίας, να κατανόησαν πόσο κακό έκαναν, πόσας ιφθίμους ψυχάς οδήγησαν στον άδη, πόσους ορίζοντες έκλεισαν, το πόσον ετρύχωσαν την πάσαν Ελλάδα; Έσπασε κάποια στιγμή η φωνή τους από αμφιβολία και τύψη, από αγωνία και αβεβαιότητα; Όχι βέβαια, όχι: υπεροψίαν και μέθην, μόνον υπεροψίαν και μέθην, πάντα υπεροψίαν και μέθην.

Ήμασταν η πρώτη γενιά χωρίς δασκάλους, ούτε να αγαπήσουμε ούτε να επαναστατήσουμε εναντίον τους. Πού πήγαν οι πάνσοφοι αιρεσιάρχες και λογοθέτες; Έρημοι παιδαγωγών καταλήξαμε σε παντοδαπές διδαχές, αφυείς, απροσδιόνυσοι και μισαλλόδοξοι. Φτερά στον άνεμο, μας πήρε ο άνεμος και σκορπίσαμε, οίαπερ φύλλων γενεή. Καλύτερα βέβαια, αλλά μερικές φορές σε πιάνει το γινάτι και άντε να κοιμηθείς όλο το βράδυ.

Αμέριμνο το να ζεις σε έναν ατέρμονο προθάλαμο, να προετοιμάζεσαι για κάτι που δεν το ξέρεις, ούτε το έχεις ονειρευτεί, ούτε το έχεις οικειωθεί. Ανέμελο το να παραμένεις σε ένα αιώνιο τώρα, σε μια σειρά από ασύνδετα νυν, χωρίς συζεύξεις και γέφυρες και συγκλίσεις! Η μύθευση της άσκοπης πράξης έχει γεμίσει τον κόσμο με τη μεγίστη αφορία και ασάφεια. Γιατί ενώ ζούμε μέσα σε ερείπια, όλοι ανασυνθέτουμε ολοκληρίες. Γιατί ενώ ζούμε ευφρόσυνοι και αμεμψίμοιροι στο χάος, ευδοκούμε κάποιες στιγμές σε έναν κήπο γαλήνης, σε μια προπτωτική ανυποψία, χωρίς εχθροπάθειες, χωρίς Θουκυδίδη, χωρίς Hobbes, χωρίς Φάουστ και βέβαια χωρίς Μάρτιν Χάιντεγκερ, Φουκώ και Ντεριντά. Ονειρευόμαστε όλοι το πρόσωπο με πρόσωπο και όχι τον εκπρόσωπο ή τον αντιπρόσωπο.

Ωστόσο μόνο οι αγνώμονες, οι αδάπανοι και οι χλιαροί έχουν χρόνο να περιφέρονται στα ερείπια και να ολολύζουν περί χαμένων κέντρων και ωραίων ερειπίων. Τα σπασμένα αγάλματα είναι επώδυνες εμπειρίες. Διαστρέφουν, αποστρέφουν και καταστρέφουν. Δεν αντέχουμε το σύνολο γιατί τα κλάσματα μας καθησυχάζουν. Είμαστε «prisonnières» και τη βρίσκουμε στο κελί μας με τα φάσματα γιατί δεν υπομένουμε το φως των μορφών. Όπως είπες κάπου, εκτός και αν δεν είναι δικό σου, έχει μπέρδεμα το θυμητικό μου, όσο ζούμε, τίποτα δεν μπορεί να μας καθηλώσει. Είναι απλό –απλώνεις τα χέρια σου και πετάς. Ο Κοραής έλεγε τους Έλληνες «κλαψοπούλια»: ακόμα και στη μεγαλύτερη χαρά τους, θυμόντουσαν τον θάνατο. Μια μέρα χωρίς τα κλαψιάρικα ελληνικά τραγούδια, ω θεοί, τί ανακούφιση! Ναι, καλά, αλλά πού είναι οι πτήσεις τους; Μάθε να πετάς, κλαίγοντας. Μόνο όσοι πιστεύουν στα θαύματα μπορούν να είναι ρεαλιστές –αυτό το πήρα από το Ταλμούδ.

Τι απομένει; Λοιπόν, απομένουν πολλές και γόνιμες ονοματοθεσίες. Γιατί μόνο με θετικούς όρους ζητήσεως νοήματος η Ιστορία αποκτάει νόημα και η σάρκα γίνεται λόγος. Ειδάλλως βλέπουμε κύκλους και επίκυκλους και τετραγωνισμούς, καταλαγιάζοντας σε μύθους, θρύλους και παραμυθίες αφήνοντας ανέπαφο και αλιτάνευτο το πέπλο της ύπαρξης. Ιστορικοί που δεν μπορούν να συνδέσουν γεγονότα, δεν μπορούν να συνθέσουν ιστοριογραφία. Παραμένουν γεγονοσυλλέκτες και περιπτωσιολόγοι. Αν δεν ανάγεις τις ανθρώπινες πράξεις σε έλλογες ενσχηματώσεις δράσεων, τότε τις αφήνεις έωλες και άφωνες. Η ιστορική εμπειρία αρχιτεκτονεί τις δικές της δομικές αρχές. Εμείς τις αναγνωρίζουμε, τις κατονομάζουμε, τις εντοπώνουμε. Αν όχι, αναλωνόμαστε σε ερεσχελίες και γνωσιμαχίες, σε ακατάληπτα δοξάσματα και ουσιοκτόνες φαντασιώσεις. Το κέντρο είναι το σώμα: και αυτό δεν χάνεται ποτέ, ούτε με τον θάνατο. Η ουσία είναι μεταθανάτια, ο δεύτερος άνθρωπος που θα γεννήσει η μνήμη.

Λοιπόν, τι μένει; Ποίος μεταμορφούται; Πώς ανακαινίζεται; Η καλοκαγαθία των αρχαίων, η φιλοκαλία των μεσαιωνικών, η εγκαρτέρηση των προνεωτερικών και τέλος η αποκαραδοκία ημών των συγχρόνων –αυτά συνδέουν και συνθέτουν τον ειρμό της ιστουργίας που έχει αρχή τη μυθουργική γλώσσα του Ομήρου. Οι σύγχρονοι είναι και παραμένουν το ερώτημα. Ξέρουμε τα κουσούρια, ξέρουμε τις ψυχοκτονίες, τις μονοφθογγίες τους. Και ωστόσο εθελοαγνοούμε την αγωνία, την κινητικότητα, τον πόθο ζωής που διατρέχει υπορρήτως όλη τους τη σεμνή και εν μέρει ασύνειδη μαρτυρία και διαμαρτύρηση.

Η ανυπόμονη και ταραγμένη προσδοκία μιας μεταμορφωτικής εμπειρίας, αυτό ενσαρκώνει την αποκαραδοκία των συγχρόνων, την αγωνία να αληθέψουν, την προσμονή ενός καιρού ευδοκίας και αταραξίας, πέρα από στεναχωρίες, αυταπάτες, διωγμούς, ονειροφαντασίες, προσχήματα, οράματα, μισαλλοδοξίες, θαυματουργίες, παραφροσύνες, μουσουργίες, ωχριασμούς, αμέλειες, ταλαιπωρίες, συναινέσεις, απραγμοσύνες. Όταν συνανθρωπεύουμε, ομοδημούμε. Ζούμε μόνο αν αληθεύουμε. Ψυχάρης, η παραπομπή. Να μην περάσουμε σαν όνειρο, να γίνουμε αλήθεια. Δεν βρέθηκε ακόμα ο λόγος που θα αθανατίσει την υπάρξη –αυτό είναι το χρέος και το δέος της αληθοποιΐας.

Εν τέλει, ευκτικώς υπάρχουμε όλοι: θέλουμε να είμαστε αυθέκαστοι και αυτοδέσποτοι, και πέφτουμε στο αλλού και στο περίπου. Υπάρχουμε σε μια θαυμάσια προδιάθεση για χάος, πολύπτωτοι και αδιάσπαστοι, παράδοξο λυγρόν και σκάνδαλο γλυκύτατο. Θαύμασον τα παρόντα, αυτό διεκήρυτταν οι πρώτοι χριστιανοί και κέρδισαν τα τελευταία δύο χιλιάδες χρόνια. Θαύμασον τα παρόντα, αν υπάρχει ακόμα η δύναμις και η χάρις του θαυμάζειν. Οι της οδού, ήταν το αρχικό τους όνομα. Ο θαυμάσας βασιλεύσει, κατά το επιστολικόν. Από τότε όμως που άφησαν τον δρόμο και μπήκαν στα παλάτια, συνεζεύχθησαν τω θανάτω και γενήκαν αρχιδιάβολοι –η πανουργία της Ιστορίας.

Όσον ζης, φαίνου, που έλεγε και ο τραγουδιστής. Μηδέν όλως συ λυπού. Προς ολίγον έστιν το ζην. Το τέλος ο χρόνος απαιτεί, για να θυμηθούμε το αρχαίον άσμα. Παρακλαυσίθυρον, κατά τους προγόνους. Ξενύχτησα στην πόρτα σου, κατά την Βίκυ Μοσχολιού. Αυτή η συνέχεια με εξοντώνει. Αϋπνία και πάλι. Υπνοβατώ ρήματα πλέκων. Εγώ νομίζω ότι θαλασσοδερνόμαστε, κανείς δεν ξέρει πώς να κολυμπήσει απέναντι γιατί δεν υπάρχει και απέναντι. Ποιος να το είπε πάλι αυτό; Ίσως ο δεύτερος Ευστάθιος, ο θηριομαχών εν ετέρα μορφή.

Ανθολόγιο γνωμικών θα κάνω ετούτες τι γραφές. Ο εαυτός μου, παραφρόνησα. Τρέχω να διαβάσω σελίδες από τη Σούδα, το λυσιμέριμνο λεξικό, πριν με κατακτήσει ο ύπνος της λογικής και αρχίσω να περιπλέω τα ζακύνθια μέλη καταβροχθιζόμενος συγκόκκαλος από την παραφροσύνη της νεωτερικότητας.

Είναι τρεις το πρωί, μάτι δεν κλείνω και σκέφτομαι, τι άλλο; Την αρχή της Αληπασιάδας: με φέρνει η ζούρλια κι ο σεβδάς δυο λόγους να μιλήσω / κι αρχίνησα το γράψιμον ολίγον να γλενδίσω. Χατζη-σεχρέτης, ο προφήτης της ελληνο-αλβανικής ασματουργίας. Μετά από αυτόν, ο Sin-boy, ο Tus και οι άλλοι εθνικοί ευεργέτες.

Διαισθάνομαι μιαν αλλόκοτη ακοσμία στη βιόσφαιρα εσχάτως: παίρνω χαρτί και μιρεκέπ με μιαν χαράν μεγάλην,/ διατ’ έχω πόνους στην καρδιάν και λαύρα στο κεφάλι. Δεν έπρεπε να διαβώ το αυλάκι. Άκουσα το Μυστήριον του Γιάννη Χρήστου και τρόμαξα. Πέρασα μετά στην Κυρία με την στρυχνίνη και με λάβωσε κατάκαρδα η βιόλα. Τι να μου συμβαίνει άραγε; Είχε προβλήματα κι αυτός, πολλά προβλήματα μου φαίνεται. Όλο το ζην, μια εικονομαχία ατέρμονη.

Ποικιλόμυθε οιακοστρόφε,

Κλείνω και αποκλίνω.

β.

______

♦ Oι επιστολές αυτές δημοσιεύτηκαν πρώτη φορά στο Τεύχος 3 του περιοδικού Φρέαρ.

♦ Αύριο η Όγδοη και τελευταία Επιστολή

Ημερολόγιο

Φωτιά στη Σύρο

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

THE GOOD LIFO ΔΗΜΟΦΙΛΗ