Μπορεί να ήταν και καλά εκεί κάτω, στα αιώνια δείματα, στους τρομερούς φόβους, στη χώρα των νεκρών που δεν είχαν τύχει ούτε λήγοντα στην κλήρωση του Πάσχα. Μπορεί να τον άγχωσε αυτό το τυλίγω-ξετυλίγω  με τα σάβανα και τους έσχατους επίδεσμους. Μπορεί να ξεσυνήθισαν τα μάτια του το φως της Βηθανίας, μπορεί να του φάνηκαν ξένες και σκληρές οι Μάρθες κι οι Μαρίες μετά από τέσσερις μέρες στην άλλη χώρα.

Μπορεί να μην το ήθελε έτσι, μπορεί να μην το ήθελε καθόλου. Να κρατούσε μούτρα ή απλά να μην είχε και διάθεση για πολλά- πολλά. Πάντως δεν γέλασε το χειλάκι του, δεν ξαναπήγε σε πανηγύρια, δεν μπήκε ποτέ ξανά ο ίδιος ήλιος απ' το παράθυρο, δεν ξαναμύρισαν ποτέ τον ίδιο κέδρο οι μασχάλες των κοριτσιών στο παζάρι.


Δεν είναι εύκολο το πηγαινέλα στον Άδη. Δεν ξεχνιέται το Βερντέν κι η Τριπολιτσά κι ο Σκάμανδρος. Ξαναζείς αλλά δεν ξαναγελάς.

Ανέβηκες πάνω, αλλά είχες ήδη κατέβει κάτω.