Πρώτα έρχεται σε στοιχειωμένη σεκάνς το κοριτσάκι με τα σπίρτα, παγωμένο έξω από τα φωτισμένα πολυκαταστήματα. Μετά θυμάμαι κάτι γενέθλια που οι μαμάδες έλεγαν στα παιδάκια τους «μόνο καλών οικογενειών να καλέσεις, μη γίνει το σαλόνι μας φτωχοκομείο».

 

Ύστερα ξυπνάνε κάτι γκαλά που ο μακαρίτης ο τιμώμενος είχε περάσει εν ζωή τα μαρτύρια του Ιησού απ’ τα χεράκια αυτών που του απαγγέλουν δακρύβρεχτους αποχαιρετισμούς στα μεθεόρτια.

 

Κι ύστερα, ύστερα, μα δεν υπάρχει ύστερα. Το ύστερα είναι τώρα κι εγώ είμαι ακάλεστη. Γιορτάζει η γιαγιά μου η Λένω η Μπότσαρη κι ο παππούς μου ο Θοδωράκης που ήταν πρώτος στο σπαθί, πρώτος και στο λιθάρι, αλλά εμένα τη μοσχοεγγόνα δεν με φώναξαν στο πάρτυ. Γιορτάζει ο θείος μου ο Κίτσος ο Τζαβέλας κι ο νονός μου ο Μάρκος, ο όμορφος, που τον έθαψαν με γαλάζια χλαμύδα στο Μεσολόγγι.

 

Μ’ άφησαν έξω απ’ την τζαμαρία, με τις τζοκόντες και το αθάνατο κρασί στο χέρι. Μ’ άφησαν με την καλή μου την πιέτα και το λευκό μου το πουκαμισάκι αμανάτι. Εκτός γιορτής, εμένα την πιο συγγενή! Εμένα την πιο της οικογένειας! Αυτό δεν είναι το «εμείς», αυτό είναι «μόνο εμείς κι εσείς παράμερα», σκέφτομαι φωναχτά, αλλά περνάνε σειρήνες και δεν μ’ ακούει ούτε ο τοίχος.

 

Κι ύστερα απ’ το ύστερα με πιάνει πίκρα στο στόμα κι εκείνος ο ναυτικός κόμπος στο στομάχι που φαντάζομαι θα ένιωσαν όλοι όσοι τους αδικήσανε. Ανοίγω το αθάνατο κρασί που είχα φυλάξει για το πάρτυ : η πρώτη γουλιά είναι για τα Ψαρά, η δεύτερη για τ’ αλωνάκι. Η τρίτη είναι για τον άγγελο με τα κρίνα που τον είχα ξεχάσει κι αυτόν τον έρημο μέσα στο συμπούρμπουλο.

 

Νέα Εορτοκρατία*