ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΘΑΙΝΟΥΜΕ ΕΤΣΙ
. Θα πεθαίνουμε αλλιώς. Με τον παλαιό τρόπο, τον δοκιμασμένο. Με τη σειρά μας. Όχι μ' αυτές τις μοντερνιές, τα φαστ φόργουορντ – όλο το τσίρκο της ζωής μας σε δέκα δεύτερα. Ο χρόνος θα συστέλλεται και θα διαστέλλεται. Θα μας φέρνουν ανθοδέσμες και συμπυκνωμένες πορτοκαλάδες στο κρεβάτι του πόνου. Αυτοί που μας αγαπούν πολύ θα δακρύζουν την ώρα που θα λαγοκοιμόμαστε κι εμείς θα κάνουμε τον ψόφιο κοριό για να μην καταλάβουνε ότι καταλάβαμε. Ο θάνατος από σαλεμένος Δικτάτωρ θα ξαναγίνει πεφωτισμένος Δεσπότης. Θα μας κορτάρει εν ώρα υπηρεσίας, ντυμένος Μεσημεράς ή Μπαμπούλας ή Παγοπώλης – ανάλογα με τα κέφια του.

 

Δεν θα τρελαινόμαστε έτσι. Θα τρελαινόμαστε αλλιώς – παλιομοδίτικα, ντεμοντέ. Με τους κολλητούς να μας παρηγορούν σε βάρδιες. Με τους παλιόφιλους να εξαφανίζουν ουίσκια και ξυραφάκια. Ο πιο πιστός θα κλειδώνει την μπαλκονόπορτα και θα φυλάει τσίλιες μπας και μας καρφωθεί καμιά βλακώδης βλακεία αξημέρωτα και ποιος έχει όρεξη να τρέχει σε εφημερεύοντα πάλι, αδελφάκι μου;

 

Η νύχτα θα είναι νύχτα κι η μέρα θα είναι μέρα. Οι έρωτες θα κρατάνε πότε γλαδιόλες και πότε ψαλίδια. Οι βαλίτσες θα 'ναι πανέτοιμες για τα σκασιαρχεία κι οι απουσιολόγοι θα σημειώνουν τους απόντες ρουφώντας μελάνι σε μικρές απολαυστικές γουλιές. Στις λεωφόρους θα συνωστίζονται πεζοί και οχούμενοι, απελπισμένοι και αισιόδοξοι, δήμιοι και αποκεφαλισμένοι. Όσοι πούλησαν την μάνα τους για δέκα αργύρια, θα ξεπουλήσουν και τον τον πατέρα τους για πέντε. Όσοι τρέφονται με αίμα θα καβατζάρουν προμήθειες ως τα τρισέγγονά τους κι όσοι χορταίνουν με φρέσκο αεράκι θα πεινάσουν ως το φουκαριάρικο στομάχι τους.

 

– Εμβολιασμένοι πια.