H γιαγιά μου η Γλυκερία ήταν, για όσους την ήξεραν, ένας πολύ σκληρός άνθρωπος. Εγώ είχα αντίθετη γνώμη. Γνώριζα από πρώτο αυτί πως οι κατάρες, που εξαπέλυε με τρομακτική ευκολία σ’ όσους χαλούσαν την βολή της, ήταν ένας ιδιότυπος τρόπος να την αφήσουν ήσυχη να μιλήσει με τους νεκρούς της. Γιατί από νεκρούς η γιαγιά είχε να φάνε κι οι κότες. Περνώντας τα προσχολικά μου χρόνια μαζί της έμαθα απέξω κι ανακατωτά καταλόγους ολόκληρους από «ξενιτεμένους». Γιατί για τους πεθαμένους της προτιμούσε το πιο παρηγορητικό «ξενιτεμένοι» ή «μισεμένοι». Το βρέφος Θεανώ, ο σύζυγος Παναγιώτης, η  δεκαετής Αμερσούδα, ο λεβέντης Γαβρίλος ήταν στα τοπ των σεάνς που η γιαγιά μου ονόμαζε «τα κουβεντιάσματα».

 

Μόνες στο σπίτι της πόλης αρχίζαμε να παίζουμε «ξενιτεμένους». Ράντιζε μια πλαστική χτένα με αγιασμό απ’ τα Φώτα κι άρχιζε να τους καλεί όλους, ενώ με χτένιζε με τόση δύναμη που καμιά φορά μάτωνε το κεφάλι μου. ‘Ο,τι όνομα έλεγε το έλεγα κι εγώ. Πέρασαν τόσα χρόνια από τότε που δεν θυμάμαι ακριβώς τα λόγια, θυμάμαι όμως ότι τους έβλεπα όλους να κάθονται στο καναπεδάκι του χωλ – λίγο θολοί, σαν κακοτραβηγμένη φωτογραφία, αλλά ναι, ερχόντουσαν έπιαναν ψιλοκουβέντα με τη γιαγιά που συνέχιζε να με χτενίζει μέχρι να σπάσουν τα δόντια της τσατσάρας.

 

Κανείς δεν ήξερε γι’ αυτές τις επισκέψεις. ‘Ήταν το μυστικό μας. Αν το μαρτυρούσα θα μ’ έπαιρναν οι νεκροί μαζί τους για υπηρετριάκι κι εγώ δεν ήθελα τέτοιο μέλλον. Όταν επέστρεφαν οι υπόλοιποι μας έβρισκαν ήσυχες να παίζουμε κουζινικά και κούκλες.

 

Λίγο πριν πεθάνει – υπέργηρη, σπάζοντας όλα τα κοντέρ επιβίωσης- με ζήτησε. «Πάω στην Αφστράλια», μου ψιθύρισε . «Εγώ είμαι ντιπ αγράμματη, αλλά θα βάζω τον δάσκαλο, που τον πλάκωσε ο γάιδαρος κι έσκασε, να σε γράφει».  

 

Ακόμα παίρνω γράμματα.