ΟΤΑΝ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΗΤΑΝ ΠΑΙΔΙ,
περίμενα τον Χριστούλη να χτυπήσει την πόρτα του μικροαστικού μας. Τον επιθυμούσα ξανθό με μπούκλες,να φέρνει λίγο στον Ρόμπερτ Ουίλιαμς που είχα δει στο Μάθημα Σολφέζ, αλλά στο πιο μεσόκοπο και κουρασμένο. Θα ζητούσε λίγο ψωμάκι και νερό να ξεδιψάσει γιατί στο Κατηχητικό μας είχαν διαβεβαιώσει ότι έτσι κάνουν οι Χριστούληδες για να μας δοκιμάσουν. Του κρατούσα βασιλόπιτα, ένα ζευγάρι φανελάκια Ατθίς του μπαμπά αφόρετα, με τη ζελατίνα τους και τα ψιλά απ' τα κάλαντα να πάρει ό,τι θέλει μόνος του. Πεταγόμουν πάντα πρώτη όταν άκουγα το κουδούνι, αλλά ποτέ δεν ήταν Εκείνος.

 

'Όταν το παιδί δεν ήταν πια παιδί, δεν περίμενα κανέναν Χριστούλη να δοκιμάσει την πίστη μου χρονιάρες μέρες. 'Όταν άκουγα κουδούνι, τρόμαζα. Δεν επιθυμούσα να μοιάζει σε κανέναν ποπ σταρ πια - ο Ρόμπερτ Ουίλιαμς είχε άλλωστε τραγουδήσει «ζήτω η Ελλάδα, ζήτω η θρησκεία, ζήτω η Νέα Δημοκρατία» και τον είχα ξεγράψει από τις λίστες υποψηφίων.

 

Σήμερα που το παιδί θα 'θελε να ξαναγίνει παιδί, τον ξαναπεριμένω τον Χριστούλη να κοπιάσει στο επτασφραγισμένο μας. Θα φοράει ένα φόρεμα με ξεθωριασμένες παγιέτες, το τιραντάκι θα του πέφτει λιγάκι στον  ώμο, τα μαλλάκια του θα είναι γκρίζα αλλά θα τα φωτίζει το  κολιέ με τις ψευτοπέρλες κι ένα ντροπαλό χαμόγελο γεμάτο καλοσύνη. Τα χέρια του θα κρατάνε μια ήρεμη θάλασσα κι η αναπνοή του θα μυρίζει συγχώρεση. Δεν θα μου ζητήσει τίποτε. Θα κοιταχτούμε βαθειά στα μάτια και θα ξέρουμε ότι υπάρχει ακόμη σωτηρία αφού  εγώ αγαπώ εκείνον κι αφού  εκείνος αγαπά εμένα. Θα τον λένε Δήμητρα.

 

Δήμητρα* Της Γλυκερίας Μπασδέκη
Φωτογραφία: Torbjörn Stenberg