Jack London

 

Τι σημαίνει για μένα η ζωή

 

(1)

 

 

Τζακ Λόντον: "Το νόημα της ζωής για μένα".
Ο Τζακ Λόντον στο πηδάλιο. Εξώφυλλο του βιβλίου του The Cruise of the Snark (Penguin Classics).

 

 

 

What Life means to me

Cosmopolitan Magazine, Μάρτιος 1906

 

 

Γεννήθηκα στην εργατική τάξη. Ανακάλυψα νωρίς τον ενθουσιασμό, τη φιλοδοξία, τα ιδανικά· και το πρόβλημα της παιδικής μου ηλικίας έγινε πως να τα φτάσω. Το περιβάλλον μου ήταν πρωτόγονο, σκληρό και τραχύ. Δεν είχα θέα προς τα έξω, έβλεπα μόνο αυτά που υπήρχαν πιο πάνω. Η θέση μου στην κοινωνία ήταν στην τελευταία βαθμίδα της σκάλας. Σε αυτό το επίπεδο, η ζωή δεν πρόσφερε τίποτα άλλο παρά βρομιά και αθλιότητα, τόσο για τη σάρκα όσο και για το πνεύμα· γιατί η σάρκα και το πνεύμα ήταν εξίσου πεινασμένα και βασανισμένα.

 

Πάνω από μένα υψωνόταν το κολοσσιαίο οικοδόμημα της κοινωνίας, και η μόνη διέξοδος στα μάτια μου ήταν να ανέβω. Σε αυτό λοιπόν το οικοδόμημα αποφάσισα νωρίς να αναρριχηθώ. Στους επάνω ορόφους, οι άντρες φορούσαν μαύρα ρούχα και κολλαριστά πουκάμισα, ενώ οι γυναίκες υπέροχα φορέματα. Υπήρχε επίσης άφθονο εξαίσιο φαγητό. Αυτά για τη σάρκα. Κι ύστερα υπήρχαν τα του πνεύματος. Πολύ πιο πάνω από μένα, ήξερα ότι βασίλευε η ανιδιοτέλεια του πνεύματος, η καθαρή και ευγενική σκέψη, η έντονη πνευματικότητα. Τα ήξερα όλα αυτά γιατί διάβαζα τα μυθιστορήματα της Seaside Library, όπου, με εξαίρεση κάποιους αλιτήριους και τυχοδιώκτριες, όλοι οι άντρες και οι γυναίκες είχαν μόνο όμορφες σκέψεις, μιλούσαν μια όμορφη γλώσσα και χαρακτηρίζονταν από θαυμαστές πράξεις. Εν ολίγοις, παραδεχόμουν το προφανές, ότι πιο πάνω από μένα, όλα ήταν όμορφα, ευγενικά, αγαθά, ότι υπήρχαν όλα αυτά που προσδίδουν σεβασμό και αξιοπρέπεια στη ζωή, που κάνουν τη ζωή να αξίζει να τη ζεις, που σε ανταμείβουν για τα έργα σου και σε παρηγορούν για τις ατυχίες σου.

 

Όμως αυτή η ανέλιξη δεν είναι ιδιαίτερα εύκολη για όσους ανήκουν στην εργατική τάξη - ειδικά αν τους εμποδίζουν τα ιδανικά τους και οι ψευδαισθήσεις τους. Ζούσα στην Καλιφόρνια, σε ένα ράντσο, και άρχισα να ψάχνω με μανία ένα μέρος όπου θα μπορούσα να βάλω κι εγώ τη σκάλα μου. Από νωρίς συγκέντρωνα πληροφορίες για το χρηματικό επιτόκιο, και βασάνιζα το παιδικό μου μυαλό προσπαθώντας να καταλάβω τις αρετές και την αριστεία της εξαιρετικής αυτής εφεύρεσης του ανθρώπου, των σύνθετων τόκων. Επιπλέον, ρωτούσα να μάθω για τα τρέχοντα μεροκάματα των εργαζομένων όλων των ηλικιών και για το κόστος ζωής. Με βάση αυτά τα δεδομένα, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι εάν άρχιζα αμέσως να δουλεύω και να βάζω χρήματα στην άκρη μέχρι την ηλικία των τριάντα, τότε θα μπορούσα να σταματήσω να δουλεύω και να έχω το μερίδιο μου στις απολαύσεις και τις παροχές που θα μου προσφέρονταν σε ένα ανώτερο κλιμάκιο της κοινωνίας. Φυσικά, ήμουν απόλυτα αποφασισμένος να μην παντρευτώ, ενώ απουσίαζε τελείως από τη σκέψη μου αυτός ο σκόπελος που ισοδυναμεί με καταστροφή για την εργατική τάξη: η ασθένεια.

 

Αλλά η ζωτικότητα που είχα μέσα μου απαιτούσε κάτι περισσότερο από μία μίζερη και φειδωλή ύπαρξη βασισμένη σε οικονομίες. Έτσι, στην ηλικία των δέκα ετών, έγινα εφημεριδοπώλης στους δρόμους μιας πόλης και τότε άρχισα να βλέπω αλλιώς τον κόσμο. Με περιέβαλαν πάντα τα ίδια άθλια και μίζερα πράγματα, και πάνω από μένα ήταν πάντα ο ίδιος παράδεισος που με περίμενε να τον φτάσω· αλλά η σκάλα που οδηγούσε σ' αυτόν δεν ήταν πλέον η ίδια. Ήταν τώρα η επιχειρηματική σκάλα. Γιατί να κάνω οικονομίες και να τις επενδύω μετά σε κρατικά κεφάλαια όταν, αγοράζοντας δύο εφημερίδες για πέντε σεντς, μπορούσα να τις πουλήσω στο λεπτό για δέκα σεντς και να διπλασιάσω έτσι το κεφάλαιό μου; Η κλίμακα των επιχειρήσεων ήταν η κλίμακα που μου ταίριαζε και έβλεπα ήδη τον εαυτό μου ως έναν φαλακρό και φτασμένο πρίγκιπα του εμπορίου.

 

Ας πάνε περίπατο τα μελλοντικά αυτά οράματα! Μέχρι την ηλικία των δεκαέξι, είχα ήδη κερδίσει τον τίτλο του "πρίγκιπα". Αλλά μου είχε απονεμηθεί από μια συμμορία μαχαιροβγαλτών και κλεφτών, οι οποίοι με ονόμασαν "πρίγκιπα των πλιατσικολόγων στρειδιών". Από εκείνη τη στιγμή, είχα ανέβει το πρώτο σκαλί της επιχειρηματικής κλίμακας. Ήμουν ένας καπιταλιστής. Διέθετα ένα σκάφος και ένα πλήρες εξοπλισμό πλιατσικολόγου στρειδιών. Είχα αρχίσει να εκμεταλλεύομαι τους ομοίους μου. Είχα για πλήρωμα ένα μόνο άτομο. Ως καπετάνιος και ιδιοκτήτης, έπαιρνα τα δύο τρίτα της λείας και έδινα στο πλήρωμα ένα τρίτο, παρ' όλο που το πλήρωμα αυτό είχε δουλέψει το ίδιο σκληρά με μένα, και ρίσκαρε εξίσου τη ζωή και την ελευθερία του.

 

 

Δεν ανέβηκα πιο ψηλά από αυτό το μοναδικό σκαλοπάτι της επιχειρηματικής κλίμακας. Μία νύχτα, την έπεσα σε Κινέζους ψαράδες. Τα σχοινιά και τα δίχτυα άξιζαν μία περιουσία. Ήταν κλοπή, το ομολογώ, αλλά ήταν ακριβώς μέσα στο πνεύμα του καπιταλισμού. Ο καπιταλιστής αρπάζει τα υπάρχοντα των συνανθρώπων του μέσω μιας έκπτωσης, μιας κατάχρησης εμπιστοσύνης, ή αλλιώς εξαγοράζοντας γερουσιαστές και δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Μόνο που εγώ δεν έμενα στις τυπικότητες. Αυτή ήταν η μόνη διαφορά. Χρησιμοποιούσα ένα πιστόλι.

 

Εκείνη τη νύχτα, όμως, αποδείχτηκε ότι το πλήρωμά μου ανήκε σε αυτές τις αναποτελεσματικές ομάδες που εξοργίζουν τον καπιταλιστή, επειδή, στην πραγματικότητα, αυξάνουν τις δαπάνες και μειώνουν τα μερίσματα. Το πλήρωμά μου είχε και τα δύο αυτά ελαττώματα. Όσο για την αμέλεια του, ήταν τέτοια που κατάφερε να βάλει φωτιά στη μαϊστρα, και να την καταστρέψει ολοσχερώς. Δεν υπήρξε το παραμικρό μέρισμα εκείνη τη νύχτα, και οι Κινέζοι ψαράδες παρέμειναν πλούσιοι σε δίχτυα και σε σχοινιά καθώς δεν τους τα πήραμε. Κι εγώ πτώχευσα γιατί δεν μπορούσα να πληρώσω τα εξήντα πέντε δολάρια που χρειάζονταν για να αγοράσω ένα νέο πανί. Άφησα το σκάφος μου αγκυροβολημένο και μπάρκαρα σε ένα πειρατικό πλοίο του κόλπου για ένα ρεσάλτο στο Σακραμέντο. Κατά τη διάρκεια αυτού του ταξιδιού, μια άλλη συμμορία πειρατών του κόλπου εισέβαλε στο σκάφος μου. Πήραν τα πάντα, ακόμη και τις άγκυρες· και αργότερα, όταν ανέκτησα την καρίνα που παρέπλεε, την πούλησα για είκοσι δολάρια. Είχα γλιστρήσει από το μοναδικό σκαλί που κατάφερα να φτάσω και ποτέ πια δεν ξαναπροσπάθησα να ανέβω την επιχειρηματική σκάλα.

 

Από εκείνη τη στιγμή και μετά με εκμεταλλεύτηκαν ανελέητα άλλοι καπιταλιστές. Είχα τους μυς· κέρδιζαν από αυτούς χρήματα, ενώ εγώ ο ίδιος με το ζόρι έβγαζα τα προς το ζην. Ήμουν ναύτης μπροστά από το κατάρτι, φορτοεκφορτωτής, εργάτης. Δούλευα σε κονσερβοποιία, σε εργοστάσια, σε πλυντήρια. Κούρευα το γκαζόν, καθάριζα χαλιά, έπλενα παράθυρα. Και ποτέ δεν έπαιρνα το πλήρες προϊόν της εργασίας μου. 'Εβλεπα την κόρη του ιδιοκτήτη της κονσερβοποιίας μέσα στο αυτοκίνητό της, και ήξερα ότι εν μέρει οι μύες μου συνέβαλαν ώστε να κινείται το αυτοκίνητο αυτό πάνω στους ελαστικούς τροχούς του. 'Εβλεπα τον γιο του ιδιοκτήτη του εργοστασίου που πήγαινε στο πανεπιστήμιο και ήξερα ότι οι μύες μου συνέβαλαν, εν μέρει, στο να πληρώνονται το κρασί που έπινε και οι διασκεδάσεις που μοιραζόταν με τους συντρόφους του.

 

Αλλά αυτό δεν μου προκαλούσε καμία μνησικακία. Ήταν όλα μέσα στο παιχνίδι. Αυτοί ήταν οι δυνατοί. Πολύ καλά! Ήμουν όμως κι εγώ δυνατός. Θα ελισσόμουν ώστε να βρω κι εγώ μία θέση ανάμεσά τους και να βγάλω λεφτά από τους μυς άλλων ανθρώπων. Η δουλειά δεν με τρόμαζε. Μου άρεσε η σκληρή δουλειά. Θα βουτούσα και θα δούλευα σκληρότερα από ποτέ, και δεν θα αργούσα να γίνω κι εγώ ένας από τους στυλοβάτες της κοινωνίας.  [συνεχίζεται]

 
 
Μετάφραση από το γαλλικό κείμενο που δημοσιεύτηκε στο σάιτ www.marxists.org