Ο ποιητής

 

Μιχάλης Γκανάς

 

 

"Στο απέναντι διαμέρισμα μένει ένας ποιητής. Τον βλέπω τέσσερα χρόνια τώρα να βγαίνει στο μπαλκόνι του και ξέρω απ' έξω το πρόγραμμά του..."

 

 και μια εξομολόγηση που τον αφορά πλαγίως

 

 

  Κείμενο Νίκη Κόλλια - Φωτ. Σπύρος Στάβερης

 

 

 

Ο ποιητής Μιχάλης Γκανάς και μια εξομολόγηση που τον αφορά πλαγίως

 

Ο ποιητής Μιχάλης Γκανάς και μια εξομολόγηση που τον αφορά πλαγίως

 

Ο ποιητής Μιχάλης Γκανάς και μια εξομολόγηση που τον αφορά πλαγίως

 

Ο ποιητής Μιχάλης Γκανάς και μια εξομολόγηση που τον αφορά πλαγίως

 

Ο ποιητής Μιχάλης Γκανάς και μια εξομολόγηση που τον αφορά πλαγίως

 

Ο ποιητής Μιχάλης Γκανάς και μια εξομολόγηση που τον αφορά πλαγίως

 

Ο ποιητής Μιχάλης Γκανάς και μια εξομολόγηση που τον αφορά πλαγίως

 

Ο ποιητής Μιχάλης Γκανάς και μια εξομολόγηση που τον αφορά πλαγίως
Ο Μιχάλης Γκανάς με την κόρη του Μυρσίνη

 

 

 

Όταν κατάλαβε ότι διάβαζα κρυφά την αλληλογραφία του θύμωσε πολύ.

Ύστερα όμως από δυο καφέδες, θυμήθηκε τον Τανιζάκι, μετά από αρκετό ψάξιμο εντόπισε το βιβλίο του και καθώς το ξεφύλλιζε του 'ρθε η ιδέα: αφού θέλει να διαβάζει, ας με διαβάζει! Κάθισε στον υπολογιστή · πώς θα παιζόταν αυτό το παιχνίδι; Μηνύματα μιας παλιάς φιλενάδας, δυο-τρεις νέες θαυμάστριες τύπου "πόσο εκτιμώ τη δουλειά σας κ.λπ., σας στέλνω και μια φωτογραφία μου" (γλείφοντάς σας) και άλλα τέτοια παρόμοια, με το τσουβάλι λάμβανε τέτοια στην αλληλογραφία του. Θα μπορούσαν βέβαια να της δημιουργήσουν μια κάποια ζήλια, αλλά τελικά θα ήταν μόνο γκρινιάρα, χαλώντας του το βράδυ.

Για την περίπτωσή της το παιχνίδι έπρεπε να γίνει πιο ξεχωριστό. Άνοιξε τέρμα το Τρίτο, η φωνή του Φλωράκη έξοχη συντροφιά. Ύστερα από σκέψη κατέληξε: φτιάχνουμε έναν φάκελο, τον ονομάζουμε με το αρχικό της και τον γεμίζουμε κείμενα, χρονολογημένα όχι με ημερομηνίες, αλλά με λέξεις.

 

Κείμενο νο1. Η αρχή (ωραίος τίτλος, πολλά υποσχόμενος ιδίως ως προς τις πρώτες εντυπώσεις): "Γενικά είμαι πολύ βαρετός άνθρωπος. Δεν μιλώ πολύ και συχνά μπερδεύω τα λόγια μου στις μεγάλες παρέες. Για παράδειγμα, δεν μπορώ ποτέ να πω τη λέξη coca-cola μπροστά σε μια πωλήτρια. Αυτή η βαρεμάρα μου είναι που σκοτώνει πολλές γνωριμίες. Επίσης δεν ακούω καλά όταν έχει θόρυβο. Όταν γνωριστήκαμε μιλούσες ακατάπαυστα και δεν σε άκουγα σχεδόν καθόλου. Αλλά σε κοιτούσα συνέχεια και σε βρήκα δροσερή. Και αυτό είναι ένα προτέρημα σήμερα σχεδόν χαμένο".

 

Στο απέναντι διαμέρισμα μένει ένας ποιητής. Τον βλέπω τέσσερα χρόνια τώρα να βγαίνει στο μπαλκόνι του και ξέρω απ' έξω το πρόγραμμά του. Κάθε Παρασκευή έχει γενική και όταν βρέχει του αρέσει να χαζεύει τη βροχή πίσω από τα στόρια. Εδώ και μισή ώρα ο ποιητής παλεύει με την αλυσίδα ενός ποδηλάτου. Ανά τακτά χρονικά διαστήματα σηκώνει το βλέμμα και με κοιτάζει απ' τον ακάλυπτο κι εγω θέλω να ανοίξω το παράθυρο και να τον ρωτήσω: είναι στα αλήθεια ποιητική η λέξη δροσερή;

 

Κείμενο νο2. Η αναζήτηση: "Το πρώτο και τελευταίο μου –αποτυχημένο κατά το ήμισυ λόγω σεμνότητας- σενάριο ήταν για δυο ανθρώπους που διασταυρώνονται διαρκώς σε μια πόλη, αλλά δεν συναντιούνται ποτέ. Ύστερα από επιμονή του υποψήφιου παραγωγού μου, λίγο πριν την απελπισία, ένα πηγάδι και ένα κείμενο απ' την Αμερική του Κάφκα θα αποτελέσουν το σκοινί της γνωριμίας τους. Έτσι σε βρήκα κι εγώ και θα μπορούσαμε να πούμε πως παίζεις κατά κάποιον τρόπο στο σενάριο εκείνο. Θυμάσαι; Οι θέσεις της Ταινιοθήκης είναι βαθιά κόκκινες και το μαύρο ζιβάγκο σου σε έκανε επιθυμητή. Σου ακούμπησα κάποια στιγμή το χέρι, κράτησε μόλις ένα λεπτό, αλλά αυτή η αίσθηση του χεριού μου πάνω στο κασμιρένιο σου πουλόβερ, ακόμη κάνει τη στιγμή ακριβή".

 

Το πιο τρυφερό ποίημα του απέναντι ποιητή μιλά για μια γυάλινη πόλη. Σε κάποιο του στίχο λέει για τα "μπακίρια που βελάζουν". Πάντα μου άρεσε ο στίχος αυτός. Τρυφερός, μες σε μουντάδα. Ναι, τη θυμάμαι ακόμη τη στιγμή που μου έπιασες το χέρι για δυο μόλις λεπτά με συστολή, που από κάτω της όμως έσερνε μια καταπληκτική αυθάδεια. Αυτός ο συνδυασμός συστολής και αυθάδειας σε εκείνες τις κατακόκκινες θέσεις, είναι το πιο γοητευτικό χαρακτηριστικό σου.

 

Κείμενο νο3. Το θέαμα: "Όταν θυμώνεις μια μικρή φλεβίτσα πετάγεται ανάμεσα στα ξανθά σου φρύδια και επειδή είσαι ακόμη τόσο παιδική, φαίνεσαι πολύ αστεία. Αμέσως βάζεις τα χέρια στη μέση, καμιά φορά κουνάς το δάκτυλο και με ανασηκωμένη τη μύτη, μου υπαγορεύεις τι είναι το σωστό. Όλο αυτό σε άλλον θα με εξόργιζε, αλλά πάνω σου είναι απίστευτα διασκεδαστικό, ενήλικο και ταυτόχρονα παιδικό, σαν παλιά ταινία. Τότε είναι που παύω να σε ακούω και προτιμώ να φέρνω στο νου τις κοπάνες που έκανα για το σινεμά. Σε παίρνω μαζί μου σε εκείνες τις φανταστικές κοπάνες. Ευτυχώς ο θυμός σου κρατά ελάχιστα, αφού περάσει από την "βαθιά" δυστυχία την οποία χρονομετράς, "έκλαιγα εξαιτίας σου δέκα ολόκληρα λεπτά" θα πεις, για να καταλήξει σε έναν θεατρικό μονόλογο, που θα μπορούσα να πω πολύ χαριτωμένο".

 

Κάθε φορά που θυμώνω αυτομάτως δυστυχώ. Ένας τεράστιος λυγμός ανεβαίνει στα μισά του λαιμού μου και μου δυσκολεύει την ανάσα. Ποτέ δεν μένω θυμωμένη, πάντα ρέπω στη δυστυχία, η οποία ευτυχώς κρατά λίγο. Η ανασφάλειά μου τα φταίει όλα. Αν δεν ήμουν ανασφαλής π.χ. θα είχα μιλήσει στον απέναντι ποιητή. Αλλά δεν ξέρω ποιες λέξεις λένε σε έναν ποιητή.

 

Κείμενο νο 4. Οι πρωταγωνιστές. "Το βασικό σου χαρακτηριστικό είναι η θεατρικότητα. Σε υπερβολική βεβαίως δόση. Ανάλογα τη μέρα και την ώρα ανεβοκατεβαίνει την κλίμακα. Αν ήσουν άλλη, σίγουρα θα με έπρηζες, αλλά ακόμη και έτσι, ακόμη και αν μου βγάζεις την ψυχή, η θεατρικότητά σου δίνει ρέστα. Σε παρακολουθώ σαν φαινόμενο. Και αυτό μου φτιάχνει τρομερά το κέφι".

Όταν ήμουν μικρή όλοι με φώναζαν θέατρο. Ακόμη και τώρα είμαι πολύ εκφραστική. Για παράδειγμα, όταν είμαι θυμωμένη τα μάγουλά μου καίνε και με τρώει συνέχεια η μύτη μου. Το μόνο καταπραϋντικό εκείνη την ώρα είναι μια σιωπηλή αγκαλιά. Αυτό αρκεί για να με συνεφέρει. Χωρίς λόγια. Σφικτή για να μην νιώθω μόνη.

 

Κείμενο νο 5. Τα παρασκήνια. "Πολλά βράδια σε παίρνει ο ύπνος πανεύκολα. Έρχομαι τότε, σου βγάζω τα γυαλιά, σε χαϊδεύω στα μαλλιά, σε σκεπάζω και διαπιστώνω πως είμαι ευτυχισμένος. Τις πιο πολλές φορές δεν με παίρνεις χαμπάρι, καμιά φορά ωστόσο, χαμογελάς στον ύπνο σου και αυτό σε κάνει στα αλήθεια πανέμορφη".

Το ξέρω πως δεν είμαι όμορφη. Όταν ήμουν μικρή ζήλευα τα κορίτσια με τα μικροσκοπικά, δίχως μπούτια, πόδια. Τώρα πια δεν τα ζηλεύω, δεν δίνω καμιά σημασία, αλλά δεν με θεωρώ όμορφη. Το χειρότερό μου ελάττωμα πάντως είναι η ανασφάλειά μου που μερικές φορές γίνεται αφόρητη. Τότε χρειάζομαι κάποιους ανθρώπους να με κρατήσουν απ'τον πνιγμό. Τον τελευταίο καιρό νιώθω φόβο. Πως πρέπει όλα να γίνουν σωστά για να πάψω να φοβάμαι. Αλλά στ' αλήθεια, τι είναι σωστό και τι το λάθος, δεν είναι εύκολο να τ' απαντήσεις.

 

Κείμενο νο 6. Η γιορτή. "Οι όροι του παιχνιδιού μικρή μου πρέπει να αλλάξουν. Και για να αλλάξουν πρέπει να χαλαρώσεις. Δεν προετοιμαζόμαστε για εξετάσεις εδώ, δεν σε βαθμολογώ, ούτε σου μετράω με χάρακα και κόκκινο στυλό τις επιδόσεις. Δεν χρειάζεται να είσαι παντού τέλεια, δεν χρειάζεται να ψυχαναγκάζεσαι για τα πάντα. Με ρωτάς αν σε αγαπάω και αν σε αγαπώ πιο πολύ από όλους. Δεν μπαίνει σε ζύγια η αγάπη, ούτε σε μετρήματα. Θα 'ταν παράλογο να είμαστε ολομόναχοι πάνω στη γη. Από όλους όμως τους ανθρώπους μου, διαλέγω εσένα και σου αφιερώνω τον χρόνο μου. Όχι ποσοτικά, όχι εξαναγκαστικά, μονάχα γιατί το θέλω. Η παρουσία σου μου δίνει χαρά, μια απίθανη χαρά που με κάνει πολλές φορές όταν μπαίνω στο σπίτι να αισθάνομαι σα να 'χουμε γιορτή. Τον τελευταίο καιρό με πιάνω να γελάω. Μόνος μου μέσα σε ένα λεωφορείο. Και αυτό φθάνει και περισσεύει, δεν νομίζεις;"

 

Ο ποιητής πήρε το ποδήλατο και έφυγε. Η ζωή είναι δύσκολη -εκεί που τελειώνει μια ανηφόρα ξεκινά μια άλλη- όμως είμαστε μαζί κι αυτό είναι αρκετό. Γι' αυτό δεν χρειαζόμαστε πια άλλες λέξεις.

Νίκη Κόλλια