Η εκδίκηση, τι είναι;

 

Οι κορεάτικες "vigilante movies"

 

 

 

Η εκδίκηση, τι είναι;
Still από την ταινία "I Saw the Devil" (Αντίκρισα το διάβολο, 2010) του Κιμ Τζι-ουόν.

 

 

 

Étienne Cherchour

Le Monde diplomatique, 29.11.2021

 

 

Οι κοινωνίες μας είναι σήμερα βίαιες και δεν είναι τυχαίο ότι ταινίες που διαφέρουν πολύ ως προς το ύφος, το θέμα και την ποιότητα ασχολούνται με ιδιαίτερη εμμονή με αυτό το ζήτημα. Μία ταινία όπως το The Purge (2013) του James DeMonaco, γνωστότερη ως American Nightmare, κάνει λίγο πολύ μια παρόμοια κοινωνική διαπίστωση με εκείνη του Funny Games (2007) του Michael Haneke: η κοινωνία προσπαθεί να περιορίσει τη φυσική βία των ατόμων μέσω μιας βίαιης κοινωνικής τάξης, είτε φυσικής, είτε ηθικής, είτε συμβολικής. Επανέρχεται πάλι το φιλοσοφικό ερώτημα για το οποίο ο Χομπς, ο Ρουσσώ και άλλοι φιλονικούσαν ήδη πριν από τρεις αιώνες: είναι ο άνθρωπος κατ' ουσίαν καλός ή κακός; Και κυρίως, έχει η δικαιοσύνη ως κρατική οργάνωση, που συχνά αντιπροσωπεύει την κοινωνική ισορροπία δυνάμεων, μία πραγματική νομιμότητα; Ή είναι καλύτερα να ασκείται από τα άτομα;

 

Το γεγονός και μόνο ότι ασχολούμαστε με την εκδίκηση και την καθιστούμε ένα σχεδόν ευφρόσυνο αντικείμενο απαντά γρήγορα, αν και συνοπτικά, στο ερώτημα. Σε μια υπερκαπιταλιστική κοινωνία που θέτει το κέρδος και τη συσσώρευση πάνω από κάθε ηθική αρχή, η εκδίκηση που πραγματεύονται ορισμένες ταινίες δεν είναι πιο κοντά τελικά σε μια αντεκδίκηση κατά της τυφλής αστικής δικαιοσύνης παρά σε μια εγωκεντρική βεντέτα;

 

Η Κορέα εκπροσωπείται σήμερα στη διεθνή σκηνή από μια χούφτα ιδιαίτερων και ακραίων σκηνοθετών - τους Bong Joon-ho, Park Chan-Wook, Kim Jee-woon και Na Hong-jin. Οι παραγωγές τους απέχουν πολύ από το να είναι για όλους και ακόμη και κάποιος καλά προειδοποιημένος θα μπορούσε να λυγίσει μπροστά στην υπερβολή αυτού του κινηματογράφου μεταξύ θρίλερ, δράματος και τρόμου. Αλλά επειδή σκηνοθετούν μία μέγιστη εκδικητική επιχείρηση που στρέφεται ενάντια σε ό, τι προκαλεί καταστροφές σε μια εξαρθρωμένη κοινωνία, οι ταινίες αυτές ξεπερνούν την εκτόνωση και γίνονται αριστουργηματικές. Ο καθένας τους τη διαχειρίζεται με τους δικούς του κώδικες. Όταν ο Joon-ho βασίζει την ιστορία του σε μια παρανοϊκή φυγή προς τα εμπρός μέσα σε ένα υπερ-ρεαλιστικό πλαίσιο, ο Chan-Wook προτείνει αντίθετα ένα έργο απείρως οριακό και φανταστικό, ωθώντας τον θεατή να αντιμετωπίσει τα βαθύτερα άγχη και ταμπού του.

Ταλαντευόμενοι μεταξύ μελοδράματος, κωμωδίας, σουρεαλιστικής φαντασίας, τρόμου, ακόμη και gore, οι τέσσερις αυτοί σκηνοθέτες διαπιστώνουν όλοι, με τον τρόπο τους, το ίδιο πράγμα: την παραίτηση μιας κοινωνίας και των δημόσιων υπηρεσιών της, την εξαφάνιση της προστασίας των ασθενέστερων, την ατιμωρησία του εγκλήματος σε έναν κόσμο εξαιρετικά άνισων και ιδιαίτερα εσωτερικευμένων ταξικών σχέσεων. Οι καταπιεσμένοι ξεσηκώνονται μέσω της εκδίκησης. Δεν είναι ποτέ ανέξοδη, εξυπηρετεί έναν στόχο που θα μπορούσε να θεωρηθεί ηθικά δίκαιος: την αποκατάσταση μιας αδικίας. Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι ο εκδικητής δεν είναι ήρωας. Σε αντίθεση με τον Philippe Noiret στο Le vieux fusil ή τον Ryan Gosling στο Drive, οι οποίοι είναι λίγο πολύ καλά παιδιά στη ζωή, στην κορεατική vigilante movie (ή ταινία "προσωπικής εκδίκησης" μάλλον, παρά "αυτοάμυνας") οι χαρακτήρες δεν είναι καλοί: ένας σκοτεινός εκτελεστής, ένας νταβατζής, ένας κακοποιητής, ένας απατεώνας... Συχνά οπαδοί της βίας για να ζήσουν ή να επιβιώσουν, προσπαθούν να χαράξουν το δικό τους στενό μονοπάτι ζωής σε μια μισή χερσονήσο που μαστίζεται από τη διαφθορά και βασίζεται εδώ και δεκαετίες στο μίσος για τον άλλον. Ο νέος κορεατικός κινηματογράφος επιδιώκει να δημιουργήσει έναν πολιτικό κινηματογράφο, μια αριστερίζουσα κριτική, οριακά καταστασιακή, βασισμένη σε έργα που είναι συμβολικά, κοινωνικά και γραφικά υπερ-βίαια, σε μια κοινωνία της οποίας η ιστορία έχει αποκεφαλιστεί. Ωμή, ανατριχιαστική, φρικτή εκδίκηση, που εκφράζει την οργή ενάντια σε μια ξέφρενη αμερικανοποίηση, ενάντια στο "κορεατικό θαύμα". Η εκβιομηχάνιση, η επιδίωξη της ανάπτυξης, η επιθυμία να ξεπεραστεί ο βόρειος γείτονας εμπόδισαν αυτό το κράτος-δορυφόρο των Ηνωμένων Πολιτειών να δημιουργήσει ένα πλαίσιο που να εξασφαλίζει ικανοποιητικές συνθήκες διαβίωσης - κάτι που δεν μπορεί παρά να οδηγήσει ... στη βία των φτωχών.

 

Το θετικό στοιχείο; Ταινίες γροθιά πολύ πιο δυνατές από εκείνες των μέτριων Darren Aronofsky ή Gaspar Noé, οι οποίοι, με το πρόσχημα της ελιτίστικης υπέρβασης, δοξάζουν τη ζωή ως εμπόρευμα προς υπερκατανάλωση - ειδική αφιέρωση στον Noé, ο οποίος χάθηκε σε μια υπερβολική χρήση του ερωτισμού στην υπηρεσία ενός αφηγήματος που είναι λεπτότερος κι από ένα σάντουιτς της SNCF [ο γαλλικός ΟΣΕ -σ.σ.]. Η γραφική βία μιας ταινίας όπως το I Met the Devil του Kim Jee-woon θέλει να φέρει τον θεατή στα όρια της αποδοχής της ίδιας της βίας, απέναντι σε κάποιον που κάθε λογικός άνθρωπος θα έκρινε ως τέρας. Ο αντίπαλος που υποδύεται ο τεράστιος Choi Min-sik, ήρωας του αριστουργηματικού Old Boy, καταδιώκεται από τη σκιά ενός ήρωα που θέλει να εκδικηθεί τον θάνατο της γυναίκας του: ο δήμιος γίνεται θύμα, το θύμα δήμιος, ο θεατής δικαστής και οι κώδικες ανατρέπονται σε σημείο που να αμφισβητείται η δική μας θέση στο έργο.

 

Η ταινία αυτή και οι περισσότερες κορεατικές ταινίες εκδίκησης απευθύνονται άμεσα στον θεατή, ο οποίος, εκ προοιμίου, ταυτίζεται με τον ήρωα, αλλά σταδιακά θα συνειδητοποιήσει την αμφισημία αυτής της επιλογής. Και όταν, μετά την κάθαρση μιας εκδίκησης που νομιμοποιείται από μία ανεπαρκή δικαιοσύνη, η ταινία αντιστρέφει το όπλο στο κεφάλι του θεατή, όταν η βία που ήταν ως τότε ερεθιστική γίνεται αηδιαστική, ο θεατής καταλήγει να είναι και ο ίδιος ένας παράγοντας αυτή της έκρηξης ανήθικου και υπερβολικού μίσους. Και ως εκ τούτου, υπεύθυνος για μια νέα αρνησιδικία. 'Ετσι κλείνει ο κύκλος.

 

Ο Φρανσουά Τρυφώ έλεγε ότι δεν είχε δει ποτέ μια πραγματικά αντιπολεμική ταινία. Δεν νομίζω ότι οι κορεατικές vigilante movies καταφέρνουν να μην εξυμνούν τους "ήρωές" τους και τους στόχους τους και να μην δαιμονοποιούν τον αντίπαλο. Αλλά υπάρχει κάτι το απεγνωσμένο σε αυτό το συγκεκριμένο υποείδος. Υπάρχει το έγκλημα, η νύχτα κι έπειτα η απώλεια, δεν υπάρχει πια μέλλον, υπάρχει η φυγή και η σύγκρουση, υπάρχει το "θα σκοτώσω ή θα σκοτωθώ", η εκδίκηση ή ο θάνατος σε μια κοινωνία που έχει ήδη αυτοκτονήσει.