Φροντιστήριο ξένων γλωσσών

 

 

 

Οφείλω πάντως να ομολογήσω ότι όποτε εμφανίζονται 'Ελληνες στο έργο σας, είναι πολύ αληθινοί, δεν είναι αποκύημα της φαντασίας σας. Είναι, μάλιστα, ένα διήγημά σας από τη συλλογή διηγημάτων Μαθήματα κολύμβησης με τίτλο Ο γιος, που θεωρώ ότι ανήκει στα καλύτερα κείμενά σας...

 

'Εχω, όπως ξέρετε, προσωπική εμπειρία με την Ελλάδα. Κι όπως ίσως ξέρετε, στην Ελλάδα άρχισα να γράφω. Είχα αποφασίσει ότι ήθελα να γίνω συγγραφέας, αλλά δεν ήξερα πως θα ζούσα μέχρι να γίνω συγγραφέας. Για να αποφύγω τη δύσκολη απάντηση, αποφάσισα να ζήσω ένα χρόνο στο εξωτερικό. Και κατέληξα στην Ελλάδα, όπου άρχισα να δουλεύω σε ένα από εκείνα τα φροντιστήρια ξένων γλωσσών που υπήρχαν σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια.

 

'Ολα άρχισαν όταν απάντησα στην αγγελία μιας αγγλικής εφημερίδας. Η εταιρεία διέθετε σχολεία σε όλη την Ελλάδα. 'Ομως δεν σου έλεγε τον προορισμό σου μέχρι να πας εκεί. Φυσικά, ήθελα να πάω σε ένα πανέμορφο ελληνικό νησί, όμως με έστειλαν στο Βόλο. 'Ηταν ωραίο μέρος, έκανα πολλούς 'Ελληνες φίλους και τελικά μάλλον έμαθα περισσοτερα ελληνικά από όσα αγγλικά έμαθαν οι μαθητές μου. Μόλις κατάλαβα ότι δεν θα έπρεπε να παίρνω τόσο σοβαρά το σχολείο και τις δραστηριότητές του, άρχισα να περνώ καλά. 'Εχουν περάσει χρόνια και πως να το πω;, παρότι ο Βόλος δεν ήταν μια ιδιαίτερα ελκυστική πόλη, η τοποθεσία του, με τη θάλασσα μπροστά του και το Πήλιο πίσω του, έμεινε στη μνήμη μου ως ένα θαυμάσιο μέρος. 'Εμενα τότε σε ένα μικρό χωριό που λεγόταν 'Ανω Βόλος. Εκεί άρχισα να γράφω το πρώτο μου μυθιστόρημα το οποίο δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. 'Οταν επέστρεψα στο Λονδίνο, το πήρα στα χέρια μου, του έριξα μια ματιά και αμέσως κατάλαβα ότι ήταν μάταιο να το συνεχίσω, δεν έβγαινε τίποτα. Περιέργως, αυτή η συνειδητοποίηση δεν ήταν επώδυνη. Το μυθιστόρημά μου ήταν για πέταμα, εγώ όμως είχα περάσει πολύ ωραία στην Ελλάδα. 'Ετσι κι αλλιώς, ένιωθα ότι θα γράψω ξανά. Θα προκύψει, έλεγα στον εαυτό μου. Επ' ουδενί δεν ένιωσα ότι έπρεπε να εγκαταλείψω τη φιλοδοξία μου. [...]

 

Μια ενδιαφέρουσα κριτική της Guardian έλεγε ότι γράφετε για αληθινά προβλήματα, όμως δεν είστε συγγραφέας του ρεαλισμού. Αφού όμως μιλάτε για το παρελθόν, θα έλεγα ότι έχετε μια εμμονή με τις φωτογραφίες. Βάζετε, μάλιστα, ένα ενδιαφέρον ερώτημα: "Μπορούμε να πούμε ότι οι φωτογραφίες περιγράφουν την πραγματικότητα όταν αιχμαλωτίζουν μόνο μια ανεπανάληπτη στιγμή; 'Ομως γι' αυτή τη στιγμή, η οποία ήταν ίσως μοναδική, έχουμε τη φωτογραφία. 'Αρα είναι η πραγματικότητα έτσι όπως νομίζουμε ότι την ξέρουμε. Δεν είναι η αληθινή πραγματικότητα".

 

'Οταν επινοήθηκαν η φωτογραφία και η κινούμενη φωτογραφία στον κινηματογράφο, ο κόσμος ένιωσε σαν να καταγραφόταν η πραγματικότητα. 'Οτι αν κοιτάξουμε μια φωτογραφία, τότε κοιτάμε την πραγματικότητα. Εγώ, όμως, δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι αυτό είναι αλήθεια. Δεν αρνούμαι ότι μια φωτογραφία δείχνει την εικόνα ενός πράγματος που όντως υπήρξε εκεί. 'Ομως, πραγματικά, τι περισσότερο σου λέει; Προφανώς, ως συγγραφέας είμαι προκατειλημμένος. Αλλά, καμιά φορά, οι λέξεις καταφέρνουν περισσότερα από τις εικόνες. Ακόμα και όταν σε συναρπάζει μια φωτογραφία, δεν βλέπεις τι υπήρχε πριν εκεί. Δεν βλέπεις τι υπήρχε μετά. Μια φωτογραφία δεν σου επιτρέπει να εξευρευνήσεις κάτι σφαιρικά, όπως συμβαίνει με τη λεκτική απεικόνιση. Δεν λέω ότι οι λέξεις δεν έχουν τα όριά τους. 'Ομως βρίσκω αβέβαιη την αντίληψη ότι η φωτογραφία και ο κινηματογράφος απεικονίζουν στ' αλήθεια την πραγματικότητα. [...]

 

Ιντερμέτζο 3

 

Αναρωτιέμαι γιατί κάθομαι και σου γράφω μια επιστολή, μαύρα γράμματα πάνω σε λευκό χαρτί, ενώ θα μπορούσα να σου στείλω ένα μέιλ. 'Ισως, σκέφτομαι, να ήθελα κατά κάποιον τρόπο να μιμηθώ και να ανταποδώσω μια δική σου κίνηση, τη χριστουγεννιάτικη κάρτα σου που μου έστειλες με το ταχυδρομείο, μια μικρή μαύρη κάρτα με ένα λευκό δέντρο στολισμένο με χρυσά ρινίσματα. Μόλις την είδα, σκέφτηκα κοίτα πόσο μοιάζει του Γκράχαμ, μαύρη με χρυσά ρινίσματα.

 

Με το τέλος της συνέντευξης ένιωθα την ανακούφιση που νιώθω πάντα αλλά και κάτι παραπάνω, ένιωθα μια χρωματιστή κλωστή να μας δένει όλους σε εκείνη την αδιάφορη αίθουσα με το μεγάλο τραπέζι και το  ψυχρό φωτοτυπικό μηχάνημα στη γωνία. 'Εξω από τα παράθυρα, το θυμάμαι σαν να ήταν χθες, είχε εγκατασταθεί ένας λαμπερός ήλιος που έλεγες δεν είναι δυνατόν, δεν είμαστε στο Λονδίνο, κάπου αλλού είμαστε. Δέχτηκες αμέσως να πάμε κάπου εκεί κοντά να πιούμε κάτι, είχαμε αρκετή ώρα μπσοτά μας για το αεροδρόμιο. 'Εκανε κρύο έξω, ο Δημήτρης συνέχισε να μας τραβάει ενώ ο Σταύρος έτρεχε πίσω του για να του φυλάει τα νώτα αλλά και να μη φανεί στο κάδρο. Στην επόμενη γωνία ήταν μια ωραία παμπ, με σκούρους πράσινους τοίχους και παλιές χάλκινες βρύσες που φέρνουν τη μπύρα από το βαρέλι στο ποτήρι σου. Καθόμαστε. Μπίρες και φαγητό. Χαμογελάς. Χαμογελάμε όλοι. Σαν παλιοί φίλοι που βρεθήκαμε εκτός προγράμματος.

 

Ανταίος Χρυσοστομίδης - Μικέλα Χαρτουλάρη

Οι Κεραίες της εποχής μου II

Συνέντευξη με τον άγγλο συγγραφέα Γκράχαμ Σουίφτ

Εκδ. Καστανιώτη (2013)