Αν διαβάσεις οποιοδήποτε βιβλίο για την ιστορία της street art στην Ελλάδα, οι ρίζες της εντοπίζονται το 1984, όταν φτάνει από την Αμερική η κουλτούρα του χιπ-χοπ (το breakdance, τότε).

 

Το γκράφιτι, ως φαινόμενο, υπάρχει επίσημα στην Αθήνα από το 1987, αλλά ως πρώτα δείγματα θεωρούνται τα έργα του crew FSP στο Μαρούσι και του Paladin στον Κολωνό στις αρχές της δεκαετίας του '80, πιστά στην αμερικανική αισθητική, ως background των πρώτων breakdancers.


Η αλήθεια είναι, όμως, ότι λίγο πριν από το τέλος της δεκαετίας του '70 και σε δύο οργανωμένες «εκστρατείες» τον Φεβρουάριο και τον Μάιο του 1979 η Αθήνα γέμισε τοιχογραφίες, για πρώτη φορά στη νεότερη ιστορία της (γιατί είχε προηγηθεί η περίοδος της Κατοχής, η οποία είχε επίσης τη δική της ιστορία στις τοιχογραφίες).

 

Τότε το γκράφιτι δεν ήταν γνωστό ως όρος και δεν υπήρχαν tags και καλοσχεδιασμένες υπογραφές στους τοίχους.

 

Το ξέραμε από την πρώτη στιγμή ότι κάναμε ένα έργο που κάποτε θα χαθεί, αλλά λέγαμε «ας ζήσει όσο ζήσει». Όλη η δράση κάτι σήμαινε για τον κόσμο που συμμετείχε με κάθε τρόπο.


Οι τοίχοι της Αθήνας ήταν ακόμα καθαροί και άδειοι και κανείς δεν είχε σκεφτεί να τους γεμίσει ζωγραφιές. Η δράση του εικαστικού Χαράλαμπου Δαραδήμου και των 80 εικαστικών (Ελλήνων και κάποιων Τούρκων) που συνεργάστηκαν για να φτιάξουν τις πρώτες τοιχογραφίες στην Αθήνα δεν είναι γνωστή και δεν την έχει καταγράψει κανένα βιβλίο με την ιστορία του γκράφιτι στην Ελλάδα.

 

Δεν αναφέρεται ούτε στα ειδικά βιβλία για τις ελληνικές εικαστικές δράσεις, παρ' ότι και βιβλίο έχει κυκλοφορήσει γι' αυτήν από τις εκδόσεις Καστανιώτη, και συζητήσεις προκάλεσε μερικά χρόνια αργότερα.


Είναι σαν να μην έγινε ποτέ. Ο Χαράλαμπος Δαραδήμος μιλάει για πρώτη φορά μετά από σαράντα χρόνια για τις πρώτες τοιχογραφίες στην Αθήνα (ίχνη των οποίων μπορεί ακόμα να βρει κανείς στην Καισαριανή και στον Βύρωνα), που είναι η αρχή της street art στην Αθήνα.

 

— Πόσο διαφορετικό ήταν το υπόβαθρο και τα κίνητρα για να ξεκινήσετε να ζωγραφίζετε σε σχέση με σήμερα;

Αυτή η δραστηριότητα δεν προϋπέθετε μοναχικές υπάρξεις που ήθελαν να εκφράσουν τον συναισθηματισμό τους. Όλα γίνονταν με τελείως διαφορετικό πνεύμα. Ήταν άλλες οι δομές, η σχέση με τον χώρο και τους ανθρώπους, οι σχέσεις που είχαμε μεταξύ μας οι καλλιτέχνες.


Για να κάνω την αυτοκριτική μου, θα σου πω ότι, ενώ το 1979 έγινε μια πολύ ωραία κίνηση, την παρατήσαμε κι έμεινε ένας κενός χώρος, ιδεολογικός και χωροχρονικός, και τα παιδιά που ζωγράφιζαν μαζί μας τότε έχασαν το στήριγμα που είχαν.

 

Έτσι, αυτό το κενό, αυτή η ανάγκη έκφρασης των νέων ανθρώπων αναπληρώθηκε με τα γκράφιτι που ως πρακτική και ύφος ήρθαν από το εξωτερικό.


Δεν με ενοχλεί καθόλου το ότι ήρθαν από το εξωτερικό, εξάλλου και η ιδέα για τις τοιχογραφίες που κάναμε τότε από το εξωτερικό ήρθε. Άλλα πράγματα δεν στέκονται, κατά τη γνώμη μου.

 

Δεν πήγαμε ο καθένας μόνος του να εκφραστεί, ήταν κάτι συλλογικό κι αυτό δημιουργούσε ένα πλέγμα αρκετά δυναμικό. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Δεν πήγαμε ο καθένας μόνος του να εκφραστεί, ήταν κάτι συλλογικό κι αυτό δημιουργούσε ένα πλέγμα αρκετά δυναμικό. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


— Πώς ξεκίνησε η ιδέα;

Ένα από τα παιδιά που ήμασταν μαζί τότε, o Aντώνης ο Xατζηγιακουμής, είχε πάει στην Πορτογαλία μετά την «επανάσταση των γαριφάλων» κι εκεί είδε τα περιβόητα murales ‒ έτσι λένε στη γλώσσα τους την τοιχογραφία. Την ίδια λέξη χρησιμοποιούν και οι Μεξικάνοι και οι Ισπανοί, δεν το έλεγαν γκράφιτι τότε.


Βρέθηκε εκεί σε μια μεγάλη συνάντηση με θέμα την ειρήνη ως παγκόσμιο πρόβλημα. Ήταν μια εποχή μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, τη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι με την ατομική βόμβα, που ο κόσμος προσπαθούσε να ακουμπήσει κάπου. Έτσι μεγάλωσα κι εγώ, σε τέτοιο κλίμα, και το θέμα της ειρήνης ήταν κάτι πολύ σημαντικό, όπως είναι και σήμερα, που είναι επίκαιρο πάλι.


Ήρθε ο Αντώνης και μας έφερε την ιδέα να κάνουμε κι εμείς κάτι ανάλογο με θέμα την ειρήνη και ενεργοποιήσαμε το σωματείο των αποφοίτων καλλιτεχνών (ΕΠΑΣΚΤ), στο οποίο τότε ήμουν ακόμα πρόεδρος, τη συλλογικότητα της επιτροπής για τη διεθνή ύφεση και την ειρήνη και επίσης την τοπική αυτοδιοίκηση.


Δεν πήγαμε ο καθένας μόνος του να εκφραστεί, ήταν κάτι συλλογικό κι αυτό δημιουργούσε ένα πλέγμα αρκετά δυναμικό, όχι για να αντιμετωπίσουμε αντιδράσεις αρνητικές από τον κόσμο ή την αστυνομία ‒είχαμε και κάτι τέτοιο, έγινε και δικαστήριο‒ αλλά όλα τα ζητήματα που ανέκυπταν, από τα οικονομοτεχνικά μέχρι το έμψυχο δυναμικό, ώστε να μπορέσουν να γίνουν αυτές οι τοιχογραφίες.

 

— Ποιοι αποτελούσαν το έμψυχο δυναμικό;

Οι 80 καλλιτέχνες που δούλεψαν για τις τοιχογραφίες, αλλά σε αυτούς ενσωματώθηκαν και οι κάτοικοι της γειτονιάς.

 

Είναι πολύ σημαντικό αυτό, γιατί αυτές οι τοιχογραφίες κατέληξαν στα δικά τους μάτια και στη δική τους ζωή, γι' αυτό και επέζησαν όσες επέζησαν για πολλά χρόνια και δεν καταστράφηκαν απ' όσους ενοχλούνταν ή από συνθήματα ‒ τα συνθήματα στον τοίχο ήταν και τότε ένας τρόπος πολιτικής έκφρασης.


Προστατεύτηκαν από τους ίδιους τους κατοίκους της γειτονιάς. Είχαν γίνει πάνω από 50 τοιχογραφίες σε όλη την Αττική το 1979, τον Φεβρουάριο και τον Μάιο, εκτός από το κέντρο της Αθήνας, που ο δήμαρχος Δημήτρης Μπέης ήθελε να το μελετήσει και τελικά δεν έγινε καμία τοιχογραφία. Όσες πραγματοποιήθηκαν, λοιπόν, ήταν στα πέριξ. Και για να γίνουν ενεργοποιήθηκαν από μικρά παιδιά μέχρι γιαγιάδες.


Εγώ έκανα δύο τοιχογραφίες τότε, μία στο Ελληνικό τον Φεβρουάριο και μία τον Μάιο στον Βύρωνα. Τις σχεδίασα και προσάρμοσα τα μέρη κάθε τοιχογραφίας με τέτοιον τρόπο ώστε να μπορεί κάποιος που δεν είχε σχέση με τη ζωγραφική να δουλέψει το ρολό ή ένα πινέλο και να γεμίσει μια επιφάνεια με ομοιόμορφο χρώμα. Αυτό καθόρισε το τελικό αποτέλεσμα της τοιχογραφίας μορφολογικά και αισθητικά.


Οι τρόποι που δουλεύτηκαν οι τοιχογραφίες ήταν πολλοί, πήρε πάρα πολλές μορφές αυτή η διαδικασία. Επιμένω σε αυτά γιατί είναι στοιχεία που τις διαφοροποιούν αρκετά από τα γκράφιτι που έγιναν μετά και μου θύμιζαν τα συνθήματα που βγαίναμε να γράψουμε τη νύχτα στους τοίχους.


Δεν βγαίναμε όμως να αφήσουμε την προσωπική μας υπογραφή κάπου. Το λέω από την άποψη της ποιοτικής διαφοράς, όχι του καλλιτεχνικού αποτελέσματος. Υπήρχε μια διαφορετική αφόρμηση, διαφορετικό κίνητρο, παρόλο που το αποτέλεσμα ήταν γράμματα στους τοίχους.

 

 


— Είχες ξανακάνει τοιχογραφία πριν από το 1979;

Ίδια δουλειά δεν είχα ξανακάνει, όχι. Την προηγούμενη χρονιά είχα πάει στην Τουρκία, επί Ετζεβίτ, και έκανα ένα έργο 3 x 1,5 σε ένα φεστιβάλ για την ειρήνη, χρησιμοποιώντας διάφορες τεχνικές. Κι όταν ήρθαν την επόμενη χρονιά οι τοιχογραφίες, σκέφτηκα να χρησιμοποιήσω αυτή την πολλαπλότητα προκειμένου να συμμετάσχει ο κόσμος.


Τοιχογραφίες είχαν να γίνουν στην Αθήνα από την Κατοχή. Ήταν κάτι που άργησα να το μάθω. Είχα γνωρίσει πολλούς καλλιτέχνες που αγωνίστηκαν την περίοδο εκείνη και είχαν ενεργό δράση, από τα έντυπα που έβγαιναν και τα κουπόνια οικονομικής ενίσχυσης μέχρι κάποια λευκώματα που είχαν κυκλοφορήσει, αφίσες κ.λπ., δεν είχε τύχει όμως να ακούσω για τοιχογραφίες.


Το πληροφορήθηκα από ένα άρθρο στην «Επιθεώρηση Τέχνης» του '56 του Γιώργου Πετρή, ο οποίος σ' εκείνο το τεύχος που ήταν αφιερωμένο στους καλλιτέχνες και στην αντίσταση σε όλους τους κλάδους των τεχνών έγραφε ότι γίνονταν και τοιχογραφίες από καλλιτέχνες τις νύχτες. Πραγματικές τοιχογραφίες, εκτός από τα ζωγραφικά πανό που έβρισκαν τρόπο να κρεμάνε στα καλώδια και στα σύρματα του τραμ.


Αυτές οι τοιχογραφίες ζούσαν μόνο μια νύχτα, μέχρι να τις πάρουν είδηση τα πρωινά και να τις σβήσουν. Δυστυχώς, τις γνωρίζουμε μόνο από μαρτυρίες των καλλιτεχνών, γιατί ήταν πολύ δύσκολο να καταγραφούν.


— Ήταν τοιχογραφίες αντίστασης;

Αντίστασης όλες, κατά του κατακτητή. Και, βέβαια, υπήρχαν και τα συνθήματα. Θυμάμαι κάτι που έλεγε ο Βακιρτζής για τον Πάνο τον Σαραφιανό, που ήταν και δάσκαλός μου, ότι έβγαιναν τη νύχτα να γράψουν τα συνθήματα και, παρ' ότι φύλαγαν τσίλιες και τα έκαναν όλα βιαστικά, εκείνος επέμενε να αργεί γιατί ήθελε να τα σχεδιάζει ωραία.

 

 

 

— Φτιάξατε τόσες τοιχογραφίες σε όλη την Αθήνα που είχαν μεγάλη ανταπόκριση από τον κόσμο και συσπειρώσατε τόσους καλλιτέχνες. Γιατί δεν υπήρξε συνέχεια και δημιουργήθηκε αυτό το κενό;

Γιατί έγινε μια εξόρμηση σαν αυτόνομο γεγονός, δεν σχεδιάστηκε για να συνεχιστεί στις συνειδήσεις των ανθρώπων. Κάναμε μια δραστηριότητα χωρίς να της δώσουμε προοπτική, παρόλο που ο κόσμος άρχισε να αντιδρά θετικά και κάποιοι δήμοι μάς πήραν να σχεδιάσουμε και σε παιδικές χαρές. Ποτέ δεν οργανώθηκε όλο αυτό, εξάλλου δεν υπήρχαν και άνθρωποι που θα μπορούσαν να μπουν σε αυτήν τη διαδικασία τότε.


Εγώ τα πρωινά δούλευα σε σχολείο, δεν είχα τον χρόνο να κινηθώ ατομικά. Το ουσιαστικότερο ήταν ότι δεν συνδέσαμε αυτό που κάναμε στον τοίχο με αυτό που κάναμε στο εργαστήριό μας. Πήγαμε απλώς να ζωγραφίσουμε για την ειρήνη και μετά ξαναγυρίσαμε στο εργαστήριό μας για να συνεχίσουμε αυτό που κάναμε.


Πολλές φορές σκέφτομαι τη δική μας εμπειρία εκείνη την εποχή που δεν είχε συνέχεια και αυθόρμητα τη συγκρίνω με το σήμερα. Από το '87 και μετά, όταν άρχισαν να γίνονται τα πρώτα γκράφιτι στην Αθήνα, και επειδή πάντα με ενδιέφερε ο χώρος που είναι σε δημόσια θέα, χωρίς να έχω εμπλακεί σε ομάδες παιδιών, έχω καταγράψει πάρα πολλές τοιχογραφίες στους δρόμους της πόλης.


Όπου βρισκόμουν, φωτογράφιζα. Από τα πιο αυθόρμητα, μικρά πράγματα που δεν μπορείς να τα χαρακτηρίσεις «τοιχογραφία' μέχρι πιο οργανωμένες συνθέσεις, και μπορώ να πω ότι τα τελευταία χρόνια το οργανωμένο αρχίζει να πολλαπλασιάζεται. Ακόμα και τμηματικά, π.χ. ένας τοίχος χαοτικός που έχει σχεδιασμένο ένα πολύ ωραίο κεφάλι και θέλει να πει κάτι παραπάνω από την υπογραφή του καλλιτέχνη.


Το θεωρώ μια ανάγκη όλο αυτό, όπως και πολύς κόσμος, το να βγει η τέχνη σε δημόσια θέα, στην καθημερινότητα των ανθρώπων. Και αυτή η ανάγκη, ανάλογα με τις εποχές και τις κοινωνικοπολιτικές συγκυρίες, εκδηλώνεται με πολλούς τρόπους.

 

Εμείς δεν αισθανόμασταν την ανάγκη να γράψουμε το όνομά μας τότε, και δεν το λέω ως κατηγορία, το λέω αντικειμενικά, δεν ήταν αυτό το ζήτημα. Αισθανόμασταν την ανάγκη να γράψουμε μια ιδέα, ένα σύνθημα για την ειρήνη, για τον πόλεμο, ήταν διαφορετικό το πράγμα, άλλα τα κίνητρα.

 

Το ξέραμε από την πρώτη στιγμή ότι κάναμε ένα έργο που κάποτε θα χαθεί, αλλά λέγαμε «ας ζήσει όσο ζήσει».  Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Το ξέραμε από την πρώτη στιγμή ότι κάναμε ένα έργο που κάποτε θα χαθεί, αλλά λέγαμε «ας ζήσει όσο ζήσει». Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


— Είχε και τότε, όπως σήμερα, την έννοια του προσωρινού το έργο σας στον δρόμο;

Ναι, ήταν κι αυτό προσωρινό. Όπως το σχεδιάσαμε είχαμε διαμορφώσει μια συμμαχία με τον κόσμο και το σωματείο το πήρε επάνω του όλο αυτό και κάλεσε τον κόσμο, τους καλλιτέχνες, βρήκε τους ανθρώπους που έδωσαν τους τοίχους για να γίνουν τα έργα, αλλά υπήρχε ο εξωτερικός κίνδυνος να καταστρέψουν το έργο την πρώτη ή τη δεύτερη νύχτα άνθρωποι που ήταν ενάντια στην ειρήνη ή σε μια αντίστοιχη κίνηση.


Δεν έγινε όμως τίποτα τέτοιο, μόνο κάποιες μικρής κλίμακας παρεμβάσεις, όπως στο Περιστέρι, όπου κάποιος έγραψε με μικρά μπλε γράμματα τα αρχικά ενός κόμματος, αλλά σε μια άκρη. Βέβαια, υπήρξε ένα περιστατικό με την αστυνομία που συνέλαβε έναν δικό μας και τον πήγε μέσα για ρύπανση των τοίχων. Υπήρχε όμως και η προσωρινότητα των υλικών.


Το ξέραμε από την πρώτη στιγμή ότι κάναμε ένα έργο που κάποτε θα χαθεί, αλλά λέγαμε «ας ζήσει όσο ζήσει». Όλη η δράση κάτι σήμαινε για τον κόσμο που συμμετείχε με κάθε τρόπο.

 

Τελείως αυθόρμητα ήρθε και μια γιαγιά από την απέναντι πλευρά της αλάνας και έφερε ένα ταψί πατάτες να φάμε. Κι ένας άλλος ηλικιωμένος, που είχε στη μια του τσέπη τη «Βραδυνή», μας έφερε μια μπουκάλα κρασί.

 

Είναι σημαδιακά αυτά για την ανταπόκριση του κόσμου. Δεν μιλάω για τα παιδιά και τις μανάδες που ήρθαν για να ζωγραφίσουν. Όλες οι τοιχογραφίες έγιναν χωρίς προεργασία, χωρίς προετοιμασία, με πλαστικά χρώματα, δεν χρησιμοποιήθηκε το σπρέι, μόνο πινέλο και ρολό.

 

Μετά το '84, που το γκράφιτι έγινε βασικό στοιχείο του χιπ-χοπ, ήρθε εδώ ως πακέτο. Στο κενό που υπήρξε ήρθε το ξένο, που ήταν έτοιμο. Ενώ είχαμε κουλτούρα, ξαφνικά, σε μια δεκαετία, ξεχάστηκε και υιοθετήσαμε την αμερικανική. Έχει τρομακτική δύναμη μέσα του.

 

Στην ουσία δεν είναι το κενό που έχει τη δύναμη, αλλά η έλξη που ασκεί όπως συμπιέζεται από την ατμοσφαιρική πίεση. Όταν δημιουργείται ένα κενό, η φύση θέλει να το καταλάβει. Έτσι, ρούφηξαν αυτό που ερχόταν έτοιμο από την Αμερική και όχι αυτό που υπήρχε στην Ελλάδα.


Αν είχε συνεχιστεί αυτό που ξεκίνησε, σίγουρα θα είχε βγει κάτι διαφορετικό, θα είχε άλλο χαρακτήρα η street art στην Ελλάδα. Αν δούμε το γκράφιτι ως έργο καθαυτό, μετατράπηκε σε μια μανιέρα επαναλαμβανόμενη, όπως όταν βάζω την υπογραφή μου κάπου.


Εμείς, ως πιτσιρικάδες, δεν βάζαμε την υπογραφή μας. Γράφαμε το αρχικό του ονόματός μας και της αγαπημένης μας μέσα σε μια καρδούλα, αλλά είχε ένα νόημα αυτό, π.χ. η άλλη θα το έβλεπε.

 

Δεν πήγαινα απλώς να γράψω το όνομά μου ή το ψευδώνυμο. Υπάρχει μια ανάγκη εσωτερική και επειδή τα ντουβάρια βρομίζουν συνεχώς, αντιδράς χωρίς να το συνειδητοποιήσεις. Έτσι, η πόλη αποκτά μια ανθρωπιά.

 

 


— Μια τοιχογραφία θεωρείται καλλιτεχνική δημιουργία;

Μια τοιχογραφία μπορεί να είναι καλλιτεχνική δημιουργία και έτσι δικαιώνει το όνομά της, γιατί είναι ένα έργο για τον δήμο. Από κει ξεκινάει και η λέξη «δημιουργία», γιατί δημιουργός είναι αυτός που κάνει έργο για το δήμο.

 

Στην αρχαία Ελλάδα ‒και ο Πλάτωνας τους αναφέρει έτσι‒ δημιουργοί δεν ήταν μόνο οι καλλιτέχνες αλλά και αυτοί που έφτιαχναν πράγματα για τον δήμο, ασπίδες, εργαλεία, κάρα. Και ως δήμο εννοούμε τον λαό, όχι την εξουσία, γι' αυτό λέμε και «δήμος των Αθηναίων».


— Καλλιτέχνης γιατί έγινες;

Δεν ξέρω, επειδή ήθελα να κάνω πράγματα. Αλλά πρέπει να σου πω ότι μέχρι και που έβγαλα την Καλών Τεχνών, είχα πιο πολλά βιβλία πυρηνικής φυσικής και αστρονομίας παρά Τέχνης. Ήθελα να κάνω πράγματα, να γεννάω πράγματα, υπήρχε αυτό το στοιχείο και όχι η κατεύθυνση «να πάω να κάνω γλυπτική ή ζωγραφική».


Όταν μπήκα στη σχολή, πριν πάρω τη ρότα προς τα κει, ετοιμαζόμουν να δώσω στο Εθνικό Θέατρο και παράλληλα θα γραφόμουν σε μια σχολή κινηματογράφου για σκηνοθεσία, αλλά δεν με έπαιρναν γιατί ήμουν ακόμα μικρός, δεν είχα τελειώσει το Λύκειο. Μετά έδωσα στην Καλών Τεχνών, έγινε και η δικτατορία στο μεταξύ και δεν ήξερα αν, λόγω κοινωνικών φρονημάτων, μπορούσα να σπουδάσω.


Τέλος πάντων, ήμουν άγουρος, αλλά έδωσα εξετάσεις και μπήκα στο δεύτερο έτος μιας ιδιωτικής σχολής. Με τη μουσική επίσης έχω ασχοληθεί πάρα πολύ, και με το γράψιμο έχω ασχοληθεί ‒ μου άρεσε να κάνω διάφορα πράγματα.

 

Δυστυχώς, τη μουσική δεν τη σπούδασα και το αισθάνομαι το έλλειμμα γιατί δεν έχω τα εργαλεία να δουλέψω και τα αναπληρώνω με τους υπολογιστές και τις ηχογραφήσεις.


Όλα αυτά τα πολύπλευρα ενδιαφέροντά μου άρχισαν να διοχετεύονται σε τέτοιες σύνθετες μορφές των τεχνών. Και το θεωρητικό κομμάτι με έχει απασχολήσει πάρα πολύ, γιατί δούλεψα και ως εκπαιδευτικός, και όλα αυτά κάπως άρχισαν να συγκλίνουν κάποια στιγμή.

 

Έτσι, δεν υπήρξα μονόπλευρος, ασχέτως του αν τα πιο πολλά έργα που έχω δημοσιοποιήσει είναι στον τομέα των εικαστικών, κυρίως γιατί τον τομέα αυτό τον έχω δουλέψει πιο συστηματικά...