Το Αϊβαλί ήταν ο μόνος προορισμός που διασώθηκε από ένα «πολύ καλό για να είναι αληθινό» ταξιδιωτικό πλάνο. Όταν πέρσι το καλοκαίρι εγκαινιάστηκε μετά βαΐων και κλάδων η ακτοπλοϊκή γραμμή Λαύριο - Τσεσμέ, ήμαστε από τους πρώτους που σπεύσαμε να βγάλουμε εισιτήρια. Παράλια Μικράς Ασίας σε 8 ώρες, σκέφτεστε τίποτα καλύτερο;

 

Κλείσαμε δωμάτια σε Αϊβαλί, Έφεσο και Σμύρνη κι ετοιμαζόμασταν για μια χορταστική περιήγηση με το αυτοκίνητό μας σε αρχαιολογικούς χώρους, παραλίες, πόλεις και χωριά. Είκοσι μέρες πριν από το ταξίδι, ο tour operator της οικογένειας –που για αδιευκρίνιστους, μεταφυσικούς λόγους τον είχαν ζώσει τα φίδια– μπήκε στο site της εταιρείας. Και επήλθε η καταστροφή.

 

Το καράβι ήταν «εκτός» για λίγες μέρες. Μόνο που οι λίγες γίνονταν πολλές και ο «αντιπρόσωπος» στο Λαύριο τα μάσαγε. Κανείς δεν μπορούσε να εγγυηθεί ότι θα ταξιδέψουμε και το υπουργείο Ναυτιλίας στα άπειρα τηλεφωνήματά μου δήλωνε άγνοια, αναρμοδιότητα και... συμπόνια.

 

Χρειαζόμασταν επειγόντως plan B, ένα ταξίδι που να μπορεί να πραγματοποιηθεί με ή χωρίς πλοίο. Η Έφεσος και η Σμύρνη ακυρώθηκαν και αντικαταστάθηκαν από την Κωνσταντινούπολη – το Αϊβαλί, βράχος. Όπως, ίσως, φαντάζεστε, η εταιρεία χρεοκόπησε, τα λεφτά που είχαμε δώσει πέταξαν και το γέρο-Focus ανέλαβε για άλλη μια φορά να μας βγάλει ασπροπρόσωπους.

 

Όσοι είναι καταναλωτικοί τύποι, η Πέμπτη είναι η μέρα που δεν πρέπει να χάσουν. Τότε πραγματοποιείται το εβδομαδιαίο παζάρι, για τα μάτια του οποίου κάνουν επέλαση οι Μυτιληνιοί. Μπαχαρικά, ξερά φρούτα και καρποί, ντόπιες ελιές, γλυκά και pestemal –οι παραδοσιακές πετσέτες του χαμάμ– τράβηξαν την προσοχή μας.

 

Μετά από πέντε μέρες στην αγαπημένη μας Κωνσταντινούπολη, μπαίναμε στον επικό, απάτητο –στην κυριολεξία– αυτοκινητόδρομο που συνδέει την Κωνσταντινούπολη με τη Σμύρνη, με προορισμό το Αϊβαλί.

 

Η ανεύρεση του ξενώνα στον οποίο είχαμε κλείσει δωμάτιο ήταν μια μικρή περιπέτεια. Η πάνω πόλη, όπου βρισκόταν, εξυπηρετείται με ανώμαλα στενά καλντερίμια στα οποία, αν ήμουν εγώ η οδηγός, δεν υπήρχε καμία απολύτως περίπτωση να δοκιμάσω την τύχη μου. Τελικά φτάσαμε με ακέραιο αυτοκίνητο στο γραφικό –πάλαι ποτέ ελληνικό– καπετανόσπιτο που αναζητούσαμε και μας υποδέχθηκε μια κοπέλα μιλώντας μας σπαστά ελληνικά – πώς αλλιώς θα γινόταν αφού το κατάλυμα ονομαζόταν «Agapi».

 

Αυτή δεν ήταν η τελευταία φορά που θα μας μιλούσαν ελληνικά: όποτε κάποιος αντιλαμβανόταν την εθνικότητά μας είχε να μας πει και μια ιστορία. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ο Τουρκοκρητικός που στη μέση του δρόμου, σε άπταιστα ελληνικά, μας έπιασε κουβέντα για τους γονείς του, την Κρήτη και την αγάπη του για την Ελλάδα, στην οποία είχε ζήσει για μερικά χρόνια.
Προσφέρθηκε με ενθουσιασμό να μας πάει να δούμε το «Αγίασμα» και εφόσον δεν μπορούσαμε εκείνη τη στιγμή, του υποσχεθήκαμε ότι θα το επισκεφθούμε οπωσδήποτε.

 

Το «Αγίασμα» της Παναγίας Φανερωμένης, ένα από τα σημαντικότερα προσκυνήματα του Μικρασιατικού Ελληνισμού.
Το «Αγίασμα» της Παναγίας Φανερωμένης, ένα από τα σημαντικότερα προσκυνήματα του Μικρασιατικού Ελληνισμού.

 

Λίγες ώρες αργότερα, πέφτοντας τυχαία πάνω στο «Αγίασμα» της Παναγίας Φανερωμένης, ένα από τα σημαντικότερα προσκυνήματα του Μικρασιατικού Ελληνισμού, μείναμε με ανοιχτό το στόμα αντικρίζοντας ένα κτίριο του 1890 που παραπέμπει σε αρχαίο κορινθιακό ναό, δωρεά ενός Χιώτη εμπόρου.

 

Αφού μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή λειτούργησε ως αποθήκη και ελαιοτριβείο, στην αρχή της νέας χιλιετίας ξεκίνησαν ανασκαφές, με σκοπό την ανάδειξη του μνημείου. Οι αρχαιολόγοι έφτασαν σε δύο «φλέβες» νερού και βρήκαν τη στολισμένη με ανάγλυφα χριστιανικά σύμβολα και εικόνες αγγέλων δεξαμενή του «Αγιάσματος». Χριστιανοί και μουσουλμάνοι επισκέπτονται τον χώρο με ευλάβεια – στο συγκεκριμένο προσκύνημα οι θρησκευτικές διαφορές μοιάζουν επουσιώδεις.

 

Με μερικά μπουκαλάκια αγιασμό στην τσάντα, για όσα αγαπημένα πρόσωπα σκεφθήκαμε ότι θα έχει αξία, ξεκινήσαμε, κατ' αντίστιξη, να ανακαλύψουμε στα δαιδαλώδη σοκάκια με τα πολύχρωμα σπίτια το Şeytanin kahvesi, το Καφενείο του Σατανά, ελληνιστί, όπου κάτω από το τεράστιο δέντρο της αυλής δροσίζονται εδώ και ενάμιση αιώνα Τούρκοι και Έλληνες. Το εσωτερικό του καφενέ είναι ένα πραγματικό μουσείο, γεμάτο παλιές φωτογραφίες και πίνακες – οι instalovers θα βρουν τον παράδεισό τους.

 

Όσο για τους λάτρεις του καλού καφέ που συνδυάζεται με πραγματικά ωραία καφενεία αλλά και café, το Αϊβαλί θα σας ενθουσιάσει. Το εμβληματικό καφενείο του Κανέλλου στην προκυμαία, που πλέον ανήκει σε πολυτελή αλυσίδα ζαχαροπλαστείων αλλά διατηρεί το όνομά του, είναι μόνο η αρχή.

 

Μέσα στα στενά, ανάμεσα σε παλαιοπωλεία και χώρους τέχνης, θα ξετρυπώσετε καλαίσθητα μαγαζιά για τον καφέ και το ποτό σας. Αν πάλι αγαπάτε τη βαβούρα της αγοράς, μπείτε στο πολύβουο Barbaros Caddesi, φάτε μουχαλεμπί, πιείτε τσάι και ψωνίστε σε έναν «αρχαίο» φούρνο που θα βρείτε στον δρόμο σας.

 

Το εσωτερικό του «Καφενείου του Σατανά» είναι ένα πραγματικό μουσείο
Το εσωτερικό του «Καφενείου του Σατανά» είναι ένα πραγματικό μουσείο

 

Όσοι είναι καταναλωτικοί τύποι, η Πέμπτη είναι η μέρα που δεν πρέπει να χάσουν. Τότε πραγματοποιείται το εβδομαδιαίο παζάρι, για τα μάτια του οποίου κάνουν επέλαση οι Μυτιληνιοί. Μπαχαρικά, ξερά φρούτα και καρποί, ντόπιες ελιές, γλυκά και pestemal –οι παραδοσιακές πετσέτες του χαμάμ– τράβηξαν την προσοχή μας, τριγύρω, ωστόσο, γινόταν σκοτωμός κυριολεκτικά και αγόραζαν από μαϊμού εσώρουχα και τζιν μέχρι βραδινά φορέματα και ρετάλια.

 

Το Αϊβαλί έχει αρκετές εκκλησίες που έχουν μετατραπεί σε τζαμιά, αυτή όμως που επιβάλλεται να επισκεφθείτε είναι η παλιά Μητρόπολη, ο ιερός ναός των Ταξιαρχών, που έχει ανακαινισθεί εντυπωσιακά και λειτουργεί ως μουσείο. Αξιοσημείωτο είναι ότι διαθέτει και Μητροπολίτη, αν και μέχρι στιγμής δεν έχει δοθεί άδεια από την τουρκική κυβέρνηση για τέλεση λειτουργίας στον χώρο.

 

Οι Τουρκοκρητικοί που ήρθαν στο Aϊβαλί με την ανταλλαγή πληθυσμών το 1924, δεν ξέχασαν την Κρήτη. Έμαθαν τη γλώσσα και την κουζίνα στα παιδιά τους, πραγματοποιούν ετήσιες συναντήσεις και μιλούν με συγκίνηση για τη δική τους χαμένη πατρίδα. Ακόμα και οι άπειροι –στοιχισμένοι σε μεγάλα ψυγεία– μεζέδες που θα βρει κανείς στα ταβερνάκια της πόλης διαφέρουν από την υπόλοιπη Τουρκία και μας είναι οικείοι.

 

Ακολουθήστε το ένστικτό σας και καθίστε για φαγητό όπου σας αρέσει, δοκιμάστε επίσης και το τεράστιο, διάσημο και πάμφθηνο Ayvalik Tostu, που θα βρείτε στις πάντα γεμάτες καντίνες στο λιμάνι.

 


Αν είστε μακαρονάδες, τότε αξίζει μια επίσκεψη στο «Tipota». Ο σεφ-ιδιοκτήτης τού μικρού εστιατορίου με την ατμοσφαιρική αυλή, εγκατέλειψε πριν από μερικά χρόνια την Κωνσταντινούπολη αναζητώντας γαλήνη και ελευθερία. Μελετητής της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και φιλοσοφίας, φιλόξενος και ενδιαφέρων συνομιλητής, μαγειρεύει φρέσκα ζυμαρικά και αναδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο τα ποιοτικά προϊόντα της περιοχής.

 

Δεν νοείται επίσκεψη στο Αϊβαλί που να μη συμπεριλαμβάνει το Μοσχονήσι, το οποίο απέχει δέκα μόλις λεπτά με το αυτοκίνητο. Ουσιαστικά πρόκειται για το μεγαλύτερο από τα Μοσχονήσια, που, σύμφωνα με τον Φώτη Κόντογλου, πήραν το όνομα τους «από το όνομα ενός κουρσάρου Μόσκου που λημέριαζε πάνω τους». Αν προτιμάτε μια πιο ρομαντική εκδοχή, το όνομα οφείλεται στα ευωδιαστά κίτρινα ζουμπουλάκια που κατακλύζουν την Cunda, όπως αποκαλούν το νησί οι Τούρκοι, την άνοιξη.

 

Το Μοσχονήσι «ενώνεται» με το Αϊβαλί χάρη στο Κρεμμύδι, μια μικρή κατοικημένη νησίδα που παρεμβάλλεται ανάμεσά τους και συνδέεται εκατέρωθεν με γέφυρες. Αφήνοντας το αυτοκίνητο, ξεκινήσαμε μια βόλτα στο πεζοδρομημένο κέντρο του οικισμού, ένα πραγματικό στολίδι. Έλληνες κατοικούσαν το νησί μέχρι το 1922, σε αυτούς ανήκαν οι καλόγουστες ταβέρνες και τα καφέ, αρκετά από τα οποία διατηρούν ακόμα ελληνικά ονόματα, όπως και τα υποδειγματικά αναστηλωμένα, από την Αρχιτεκτονική Σχολή του Πανεπιστημίου Γιλντίζ και την Τουρκική Επιστημονική Ακαδημία, σπίτια.

 

Το Μοσχονήσι «ενώνεται» με το Αϊβαλί χάρη στο Κρεμμύδι, μια μικρή κατοικημένη νησίδα που παρεμβάλλεται ανάμεσά τους και συνδέεται εκατέρωθεν με γέφυρες.
Το Μοσχονήσι «ενώνεται» με το Αϊβαλί χάρη στο Κρεμμύδι, μια μικρή κατοικημένη νησίδα που παρεμβάλλεται ανάμεσά τους και συνδέεται εκατέρωθεν με γέφυρες.

 

Τριγυρίζοντας στα καλντερίμια, χαζεύοντας τις αντικερί και τα τουριστικά μαγαζάκια που προφανέστατα απευθύνονται σε Έλληνες, βρεθήκαμε μπροστά σε έναν επιβλητικό ναό. Η βυζαντινή εκκλησία του Αγίου Νικολάου, η Μητρόπολη του νησιού που είναι γνωστή ως Ταξιάρχης, χτίστηκε το 1873 από κόκκινο τραχείτη, που συναντάμε σε πολλά κτίρια του νησιού, όπως και στο Αϊβαλί. Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό ηφαιστειογενές πέτρωμα που μεταφέρθηκε από το κοντινό Σαμουρσάκ –σκόρδο στα τούρκικα– και οι ντόπιοι αποκαλούσαν σαρμουσακόπετρα.

 

Η εκκλησία βανδαλίστηκε το 1922, αποτελειώθηκε από τον σεισμό του 1924 και για δεκαετίες, ούσα υπό κατάρρευση, δεν ήταν επισκέψιμη. Το τουρκικό Πολιτιστικό Ίδρυμα Κοτς τη μίσθωσε για 50 χρόνια από το τουρκικό Δημόσιο, την αναστήλωσε και το τελευταία χρόνια λειτουργεί ως μουσείο. Αυτήν που δεν θα μπορέσετε να δείτε είναι η τεράστια καμπάνα του ναού – «φιλοξενείται» στο Μουσείο της Περγάμου, στο Βερολίνο.

 

Το Ίδρυμα Ραχμί Κοτς ήταν αυτό που διέσωσε και αναστήλωσε το παρεκκλήσι του Αγίου Ιωάννη και τον ανεμόμυλο του μοναστηριού. Η διάσημη για τα θεολογικά και νομικά της βιβλία βιβλιοθήκη του μοναστηριού, που ιδρύθηκε το 1835, μπορεί να μη διασώθηκε, στο παρεκκλήσι όμως στεγάζεται η βιβλιοθήκη που εγκαινιάστηκε στις 7 Αυγούστου 2007 και στην οποία η οικογένεια του πρέσβη Νεσντέτ Κεντ έχει δωρίσει εκατοντάδες βιβλία.

 

Στο Μοσχονήσι ήμαστε αποφασισμένοι να κολυμπήσουμε, καθώς είχαμε διαβάσει τα καλύτερα για τις παραλίες του. Τζίφος, οι «αμμουδιές» ήταν μάλλον χωμάτινες, οπότε μετά από μια βουτιά σε οργανωμένο, σούπερ «πολυτελές» beach bar της συμφοράς, στρέψαμε την προσοχή μας σε ένα από τα highlights του νησιού: το Tas Kahve.

 

Το Tas Kahve δεν υπάρχει περίπτωση να μην το εντοπίσετε, καθώς ξεχωρίζει πάνω στην προκυμαία. Ο πέτρινος παραδοσιακός καφενές με τους παλιούς μεγάλους καθρέφτες, τα μαρμάρινα τραπεζάκια και τις χελιδονοφωλιές στο εσωτερικό του ήταν ο «Ερμής» του Θανάση Μαστροπαναγιώτη, ο οποίος το 1922 αναζήτησε τη σωτηρία στη Μυτιλήνη, χάνοντας για πάντα τα ίχνη της εγκύου συζύγου και του παιδιού του. Το 1924, ένας Τουρκοκρητικός αναλαμβάνει τον καφενέ, διατηρώντας τις μνήμες αλλά και το κρητικό ιδίωμα.

 

Παρότι τα τραπεζάκια στην προκυμαία είναι θελκτικά, αξίζει να πιείτε έναν τούρκικο με τα όλα του μέσα στον καφενέ. Ένας μυώδης μελαμψός άνδρας χτυπάει καθημερινά σε ένα τεράστιο ξύλινο γουδί άπειρα κιλά κόκκων καφέ, στη συνέχεια τον κοσκινίζει δημιουργώντας αρωματικούς λόφους, για να ακολουθήσει η συσκευασία του σε σακουλάκια, που γίνονται ανάρπαστα.

 

Το Μοσχονήσι είναι γεμάτο ταβέρνες που σερβίρουν ωραίους μεζέδες και φρέσκα ψάρια μετά μουσικής, ελληνικής εννοείται. Παλαιότερα οι τουριστικοί οδηγοί έλεγαν «πιείτε καφέ στο Αϊβαλί και φάτε στο Μοσχονήσι». Νομίζω ότι ήρθε η ώρα να αντιστραφεί η οδηγία: μας πήρανε χαμπάρι και μας γδέρνουν με κέφι.

 

Δεν νοείται επίσκεψη στο Αϊβαλί που να μη συμπεριλαμβάνει το Μοσχονήσι, το οποίο απέχει δέκα μόλις λεπτά με το αυτοκίνητο. Ουσιαστικά πρόκειται για το μεγαλύτερο από τα Μοσχονήσια, που, σύμφωνα με τον Φώτη Κόντογλου, πήραν το όνομα τους «από το όνομα ενός κουρσάρου Μόσκου που λημέριαζε πάνω τους».

 

Η οικογενειακή συμφωνία έλεγε ότι στο Αϊβαλί θα αράξουμε, την Πέργαμο, ωστόσο, δεν μπορούσαμε να την αγνοήσουμε. Μια ωρίτσα, περίπου, δρόμος ήταν πταίσμα μπροστά στα θέλγητρά της. Η Αρχαία Πέργαμος, Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO, από το 2014, μπορεί να είδε τα σημαντικότερα από τα πλούτη της να παίρνουν τον δρόμο για το Βερολίνο, δεν παύει, όμως, να γοητεύει τον επισκέπτη.

 

Η Πέργαμος άρχισε να βαδίζει τον δρόμο της δόξας επί Μεγάλου Αλεξάνδρου. Το 293 π.Χ. ο βασιλιάς της Περγάμου, Λυσίμαχος, ασφαλίζει στο οχυρό του λόφου τους θησαυρούς του και αναθέτει στον στρατηγό Φιλέταιρο τη φύλαξή τους. Ο Λυσίμαχος πεθαίνει, ο Φιλέταιρος βάζει το δάχτυλο στο μέλι και ιδρύει το ανεξάρτητο κρατίδιο της Περγάμου, με αποτέλεσμα η πρωτεύουσά του να εξελιχθεί σε σπουδαίο πνευματικό και εμπορικό κέντρο, με 120.000 κατοίκους και μια από τις μεγαλύτερες βιβλιοθήκες του κόσμου.

 

Την εποχή της μεγάλης της ακμής, η πόλη θα αποκτήσει και τη φήμη ενός σπουδαίου ιατρικού κέντρου του αρχαίου κόσμου, χάρη στην παρουσία του δεύτερου, μετά τον Ιπποκράτη, σπουδαιότερου Έλληνα γιατρού της Αρχαιότητας, του Γαληνού, που το έργο του αποτέλεσε τη βάση της Δυτικής ιατρικής μέχρι τον 16ο αιώνα.

 

Η Πέργαμος άρχισε να βαδίζει τον δρόμο της δόξας επί Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Η Πέργαμος άρχισε να βαδίζει τον δρόμο της δόξας επί Μεγάλου Αλεξάνδρου.

 

Φτάσαμε στην Πέργαμο λίγο πριν από το μεσημέρι και ξεκινήσαμε από το Ασκληπιείο, που ιδρύθηκε τον 4ο αιώνα π.Χ. από τον Αρχία, κάτοικο της περιοχής, ο οποίος είχε θεραπευτεί στο Ασκληπιείο της Επιδαύρου. Το Ασκληπιείο, που λειτουργούσε ως ιατρική σχολή και νοσοκομείο, εξελίχθηκε σε ένα από τα σημαντικότερα θεραπευτικά κέντρα της αρχαιότητας, με τα ιαματικά νερά να παίζουν σημαντικό ρόλο στη θεραπεία των ασθενών.

 

Ο ναός του Ασκληπιού, το ρωμαϊκό θέατρο και η ρωμαϊκή αγορά βρίσκονται σε αρκετά καλή κατάσταση, όσο για την θεραπευτική πηγή τρέχει ακόμα και ευλόγησε ένα αθλητικό παπούτσι που βυθίστηκε για τα καλά στη λάσπη που την περιβάλλει. Μέχρι να στεγνώσει κάπως το παπούτσι και να είμαστε έτοιμοι για αποχώρηση, η θερμοκρασία άρχισε να χτυπάει κόκκινο.
Ποιος είχε το κουράγιο να ανέβει στην Ακρόπολη για να δει τη Βιβλιοθήκη, το Ναό του Τραϊανού, το εντυπωσιακό θέατρο με τις 10.000 θέσεις και το Γυμνάσιο της Περγάμου, από τα σημαντικότερα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Ελληνιστικής Εποχής; Εμείς πάντως, όχι. Ναι, η αλήθεια είναι ότι ντρέπομαι λίγο.

 

Οδηγήσαμε αναζητώντας το κεντρικό πάρκινγκ της πόλης και το βρήκαμε δίπλα σε ένα μνημειώδες μισογκρεμισμένο κτίριο, φτιαγμένο από κόκκινα τούβλα: την Κόκκινη Βασιλική. Το μεγαλύτερο κτίριο της Περγάμου χτίστηκε στις αρχές του 2ου αιώνα π.Χ. προς τιμήν του Αιγύπτιου θεού Σέραπι, μετατράπηκε σε Ναό του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου τον 4ο αιώνα μ.Χ., ενώ αργότερα έγινε τζαμί.

 

Η Κόκκινη Βασιλική δεν είναι ένας απλός ναός: είναι μία από τις επτά εκκλησίες της Αποκάλυψης και ο Άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής την αναφέρει ως «Θρόνο του Διαβόλου», ενώ ο Χριστός καλεί τα μέλη της να μετανοήσουν, καθώς ρέπουν προς την ειδωλολατρία.

 

Γύρω από την Κόκκινη Βασιλική απλώνεται η παλιά πόλη, αυθεντική και αφτιασίδωτη. Εδώ δεν υπάρχει το «λούστρο» που συναντήσαμε στα παράλια, οι άνθρωποι είναι πιο τραχείς, οι γυναίκες «κουκουλωμένες», τα κτίρια χρωματιστά αλλά φθαρμένα. Για πρώτη φορά έχουμε την αίσθηση ότι πλησιάζουμε λίγο περισσότερο τον πυρήνα αυτής της τόσο κοντινής και ταυτόχρονα μακρινής μας χώρας.

 

Τριγυρίζουμε στην πόλη, χαζεύουμε τα πολύχρωμα χαλιά για τα οποία φημίζεται, βλέπουμε με δέος καφενέδες που φαίνεται να διασχίζουν τους αιώνες – τουρίστα εδώ δεν συναντάμε ούτε για δείγμα. Καθόμαστε σε ένα καφενείο, όπου είμαι η μόνη γυναίκα, και ο τούρκικος καφές έρχεται μέσα σε χάλκινο μπρίκι. Ο καφετζής προσπαθεί με χειρονομίες να μας εξηγήσει πώς να τον σερβίρουμε, του λέμε ότι είμαστε «Γιουνάν», χαμογελά εγκάρδια και αποχωρεί ευχαριστημένος – ξέρουμε από καφέ.

 

Τρυπώνουμε ξελιγωμένοι από την πείνα στο παζάρι, δυο-τρία χαμηλά τραπεζάκια στρωμένα με ανθισμένους μουσαμάδες τραβάνε την προσοχή μας. Καθόμαστε στα σκαμνιά και η κυρία που προβάλλει από ένα μαγαζάκι με χωρητικότητα καντίνας, κουνάει απελπισμένη το κεφάλι της μόλις ακούει το «Hello!» που τις απευθύνουμε.

 

Δεν χρειάζονται λέξεις για να συνεννοηθούμε, οι φωτογραφίες που είναι κολλημένες στο τζάμι είναι αρκετές για να παραγγείλουμε: σουτζούκι, πατάτες τηγανιτές, καγιανάς, κεφτέδες – μία απ' όλα, κυριολεκτικά. Και άλλη μία απ΄όλα, στη συνέχεια, για να ολοκληρωθεί ένα από τα πιο «αληθινά» και βαθιά νόστιμα γεύματα ever. Αλησμόνητη στιγμή μιας εκδρομής που θα επαναληφθεί, μόλις ιοί, «σουλτάνοι» και λοιπές δυνάμεις του σκότους το επιτρέψουν.