Υποτίθεται ότι πρόκειται για την περίοδο της Μεγάλης Χαλάρωσης κι όμως είναι απίστευτο πόσο φορτισμένες με προσδοκίες και εμμονές είναι οι καλοκαιρινές διακοπές. Κι όμως την πατάμε κάθε χρόνο, επιρρεπείς στην ψευδαίσθηση ότι «φέτος θα τη δούμε αλλιώς και θα ξεκουραστούμε πραγματικά». Ως γνωστόν, «διώξε τη φύση σου κι αυτή θα επιστρέψει καλπάζοντας»…

 

Θα πάρεις άδεια αρχές Ιουλίου για να αποφύγεις τη συνεύρεση με όλη την πλέμπα (και τον Αύγουστο θα βαράς το κεφάλι σου στους τοίχους του διαμερίσματος, όσο κι αν προσπαθείς να δεις το απόκοσμο μαυσωλείο της άδειας και κωματώδους πρωτεύουσας με λογοτεχνικούς όρους).

 

Θα αγοράσεις καινούργια στολή διακοπών (μαγιό, βερμούδες κ.λπ.) casual, χαρωπής και ουδέτερης σημειολογίας (ώσπου να καταλάβεις ότι μόνο το μαύρο ταιριάζει με την ξινή ιδιοσυγκρασία σου).

 

Θα κολυμπάς περισσότερο και θα «σαπίζεις» λιγότερο (μέχρι τις πρώτες κράμπες).

 

Θα χρησιμοποιήσεις τις διακοπές για περισυλλογή και σημαντικές αποφάσεις για τη νέα σεζόν (πιο μάταιη διαδικασία ακόμα κι απ' το αντίστοιχο «ξεκαθάρισμα λογαριασμών» την παραμονή της Πρωτοχρονιάς).

 

Θ' αφήσεις το κινητό στην Αθήνα (ναι, καλά...).

 

Θα επισκεφτείς το παλιό εξοχικό και θα συμφιλιωθείς με τους ηλικιωμένους και «μαλακωμένους» πλέον συντηρητικούς γείτονες, που σου την έσπαγαν όταν ήσουν πιτσιρικάς (το τριπ «τσαγιού και συμπάθειας» θα κρατήσει μέχρι ν' αρχίσουν να γκρινιάζουν για τους Αλβανούς που δεν τους επιτρέπουν να έχουν την πόρτα ξεκλείδωτη «όπως παλιά»).

 

Θα κόψεις το ξενύχτι, για να δεις τον ήλιο να ανατέλλει με τον πρώτο καφέ και όχι με την τελευταία μπίρα της ημέρας (και μετά θα ξεραθείς μέχρι το ηλιοβασίλεμα, στη θέα του οποίου, το βιολογικό σου ρολόι θα επανέλθει στους φυσιολογικούς του ρυθμούς).

 

Θα αποφύγεις να κλείσεις εγκαίρως εισιτήριο και δωμάτιο για να μην δεσμεύεσαι από το σύστημα τουριστικής εκμετάλλευσης (και μετά θα θυμηθείς ότι έχουν περάσει δεκαπέντε χρόνια από τότε που κοιμήθηκες τελευταία φορά στην παραλία).

 

Θα πας μόνος σου διακοπές, για να είσαι κύριος του εαυτού και των επιλογών σου (την τρίτη μέρα θα έχεις τη στάμπα του «κολλιτσίδα» σ' όλο το νησί).

 

Θα διαλύσεις τη σχέση σου, για να είσαι διαθέσιμος σε καλοκαιρινούς έρωτες (το βλέμμα του λιγούρη θα σε προδώσει και πάλι).

 

Θα πας στη Μύκονο μόνο για να πας επιτέλους στη Δήλο («έλα μωρέ κι αύριο μέρα είναι, δε θα πάνε πουθενά τ' αρχαία»).

 

Θα αφήσεις τα ακουστικά πίσω, για να ακούς τους «φυσικούς ήχους» στο μέρος που βρίσκεσαι (στο μεταξύ όμως την παλιά καντίνα την έχει πάρει local νεολαίος που βαράει μεσημεριάτικα λαϊκά).

 

Θα τρως ελαφρά και θα περιορίσεις την άναρχη μεζεδοκατάνυξη («ας μην την πιούμε όμως πάλι ξεροσφύρι τη ρακή»).

 

Θα ανέβεις επιτέλους ντάλα μεσημέρι στο μοναστήρι ψηλά στο βουνό ως άσκηση αυτόπειθαρχίας («του χρόνου, πρώτα ο θεός, οπωσδήποτε...»).

 

Θα διαβάσεις επιτέλους στ' αλήθεια κάποιο από τα «μεγάλα» βιβλία που λες ότι έχεις διαβάσει, αλλά το αναβάλλεις από την εφηβεία (μέχρι να δεις στον ύπνο σου τον Ρασκόλνικοφ μαυρισμένο με τάνγκα στη διπλανή σεζ λονγκ).

 

Θ' αφήσεις το κινητό στην Αθήνα (ναι, καλά...).