Ο απόλυτος λογοτεχνικός έρωτας. Μια σκοτεινή ιστορία ταξικής ανισότητας και εξουσίας, που εξελίσσεται παράλληλα με την προσπάθεια ενός ανθρώπου να ανέλθει κοινωνικά για να κατακτήσει τη γυναίκα με την οποία είναι εμμονικά ερωτευμένος από την παιδική του ηλικία.

 

Οι Μεγάλες Προσδοκίες του Καρόλου Ντίκενς δεν έχουν σταματήσει να αποτελούν ένα από τα πιο ευπώλητα, πιο γνωστά και πιο διασκευασμένα μυθιστορήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας στα 160 χρόνια που έχουν μεσολαβήσει από την πρώτη τους έκδοση. Η ομώνυμη κινηματογραφική διασκευή του 1998 και μεταφορά στο σήμερα από τον –μετέπειτα σπουδαίο– Μεξικανό σκηνοθέτη Αλφόνσο Κουαρόν, με τον Ίθαν Χοκ και την Γκουίνεθ Πάλτροου στους κεντρικούς ρόλους, και τους Αν Μπάνκροφτ και Ρόμπερτ ντε Νίρο να τους πλαισιώνουν, υπήρξε ταινία εμβληματική για τη γενιά των millennials.


Δύο φρέσκα πρόσωπα του ελληνικού θεάτρου, ο Γιώργος Χριστοδούλου και η Νατάσα Εξηνταβελώνη, θα υποδυθούν τον Πιπ και την Εστέλα στο πλάι της Φιλαρέτης Κομνηνού και του Αλέκου Συσσοβίτη, στη νέα θεατρική μεταφορά που ετοιμάζει η Λίλλυ Μελεμέ για το Σύγχρονο Θέατρο, η οποία θα χαρακτηρίζεται πρωτίστως από μια διάθεση πιστότητας στο κείμενο του Ντίκενς.


«Στο βιβλίο του Ντίκενς ο έρωτας αυτών των δύο παιδιών δεν αποτυπώνεται τόσο δραστικά σε σχέση με το πόσες φορές συναντιούνται και τι συμβαίνει πραγματικά μεταξύ τους» ξεκινά να μου περιγράφει η Νατάσα σε μια βόλτα που κάνουμε στο Γκάζι, ένα απόγευμα μετά την πρόβα τους. «Επειδή είναι μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση, αντιλαμβανόμαστε αυτή την κατάσταση κυρίως μέσα από τα μάτια του Πιπ. Το μεγαλύτερο μέρος είναι στο μυαλό του. Αυτή ήταν για μένα η βασική δυσκολία, ότι έπρεπε να αποδοθούν πράγματα που αποτελούν φαντασίωση του ήρωα. Εγώ, ως Εστέλα, έχω περισσότερα αφηγηματικά κενά να καλύψω. Βέβαια, το γεγονός αυτό δεν αναιρεί το ότι πρόκειται για έναν πολύ μεγάλο έρωτα, όχι μόνο για τον Πιπ αλλά και για την Εστέλα».

 

Σου κολλάνε ταμπέλα όσον αφορά αυτά που σου προτείνουν να κάνεις, αλλά και ο θεατής δεν το ξεπερνά, όσο και να προσπαθείς, ότι δεν είσαι απλώς ένα ωραίο αγόρι. Έχω χαρεί πολύ σε παραστάσεις όπου πραγματικά έχουν προσπαθήσει να μη φαίνομαι όμορφος.

— Γιώργος Χριστοδούλου

 

«Εγώ καταλαβαίνω πως αυτό που νιώθει ο Πιπ για την Εστέλα είναι το απόλυτο κόλλημα, η κατραπακιά που τυχαίνει σε μικρή ηλικία κι αυτό τον ακολουθεί σε όλη του τη ζωή» εξηγεί, από τη δική του πλευρά, ο Γιώργος. «Αυτό μου θυμίζει όλα τα μικρά πράγματα που γνωρίσαμε ως παιδιά και τα κουβαλάμε ή, όταν τα ξανασυναντάμε, αισθανόμαστε απίστευτη νοσταλγία και αγάπη γι' αυτά – από τις παιδικές σειρές μέχρι τα καραμελάκια PEZ. Η ιστορία του Πιπ στο βιβλίο, αλλά και στην παράστασή μας, ξεκινά από τότε που είναι 12 χρονών. Γι' αυτό προσπάθησα να ανακαλύψω το βλέμμα που είχα τότε, το τεράστιο μέγεθος που είχαν κάποια πράγματα ή πόσο πιο μικρά ήταν άλλα. Η Εστέλα για τον Πιπ δεν είναι μόνο ένας έρωτας. Σχετίζεται με όσα θέλει να κατακτήσει σε επίπεδο κοινωνικό. Νιώθει ότι αξίζει να αλλάξει για εκείνη. Τελικά, όλα καταστρέφονται, εκτός από τον έρωτά του. Δεν ξέρω όμως αν είναι αληθινός ή εμμονή».

 

«Ίσως επειδή η δουλειά μας είναι πραγματικά πολύ ασταθής έχω πάψει να έχω προσδοκίες που σχετίζονται με αυτήν. Δεν νομίζω ότι είχα και ποτέ. Αυτά που περιμένω έχουν να κάνουν με πιο προσωπικά πράγματα. Αγάπη, έρωτας, ίσως κανένα παιδί κάποτε». Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO
«Ίσως επειδή η δουλειά μας είναι πραγματικά πολύ ασταθής έχω πάψει να έχω προσδοκίες που σχετίζονται με αυτήν. Δεν νομίζω ότι είχα και ποτέ. Αυτά που περιμένω έχουν να κάνουν με πιο προσωπικά πράγματα. Αγάπη, έρωτας, ίσως κανένα παιδί κάποτε». Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO


Υπάρχουν, τελικά, πολλών ειδών έρωτες; Η Νατάσα στέκεται στον πρώτο αληθινό έρωτα που βιώνει κάθε άνθρωπος, «αυτόν στον οποίον μεγαλώνεις μαζί με τον άλλο. Αν είναι αληθινός και με ουσία, σε μαθαίνει πράγματα. Αλλάζεις για χάρη του ή εξαιτίας αυτού. Ωστόσο, έχει πολύ εγωιστικά κίνητρα και εκπορεύεται από τον εαυτό, από σένα, για σένα. Αυτή είναι η διάκριση ανάμεσα σε έναν πραγματικό έρωτα που έχει αγάπη, νοιάξιμο και απεύθυνση σε έναν άνθρωπο και έναν που είναι κλειστός. Αν είναι κλειστός, μπορεί να είναι εμμονή, ψευδαίσθηση και πολλά άλλα».

 

«Εγώ δεν πιστεύω ότι υπάρχουν πολλών ειδών έρωτες» αντιτείνει ο Γιώργος. «Μπορεί να έχει διαφορετικό αντικείμενο, π.χ. ο έρωτας για τη δουλειά. Τα χαρακτηριστικά μπορεί να διαφέρουν. Δεν έχεις ερωτευτεί πραγματικά, αν δεν μισήσεις τον άλλο κάποια στιγμή. Υπάρχει πολύ σκοτάδι στον πραγματικό έρωτα. Η γκάμα των συναισθημάτων είναι ευρεία».


Μπροστά μου έχω δύο φωτογενείς ηθοποιούς που φαίνεται να κουμπώνουν ιδανικά με τους αρχετυπικά όμορφους ήρωες του βιβλίου. Τους ρωτώ αν η δική τους εξωτερική εμφάνιση έχει αποτελέσει εργαλείο ή εμπόδιο στη δουλειά και την καθημερινότητά τους. «Η Εστέλα έχει παιχτεί από όμορφες ηθοποιούς. Βέβαια, επειδή το έργο είναι αποτυπωμένο μέσα από τα μάτια ενός παιδιού, για μένα δεν είναι απόλυτο ότι αυτή η γυναίκα είναι τόσο ωραία» εξηγεί η Νατάσα. «Το σπίτι όπου εκτυλίσσονται οι Μεγάλες Προσδοκίες είναι πολύ σκοτεινό, υπάρχει ένα πέπλο μυστηρίου που μαγεύει και αποπροσανατολίζει τον Πιπ, σε σημείο που χωράει και εντελώς ανάποδη ανάγνωση, κατά τη γνώμη μου.

 

»Η Εστέλα μεγαλώνει κάτω από ιδιάζουσες, πολύ κλειστές συνθήκες, είναι υιοθετημένη. Νιώθω ότι μαθαίνει τον εαυτό της και δεν έχει καμία σιγουριά για την ομορφιά της. Το ακούει, χτίζει την προσωπικότητά της πάνω σε αυτό το χαρακτηριστικό, γνωρίζοντας ότι αυτό είναι το εργαλείο της, αλλά αγωνιά πραγματικά να το επαληθεύσει. Γι' αυτό ερωτεύεται βαθιά τον Πιπ, επειδή της προτείνει έναν άλλο τρόπο να επαληθεύσει την ομορφιά της και την εξουσία της. Γενικά, η ομορφιά, όσο εργαλείο μπορεί να είναι, άλλο τόσο είναι και παγίδα. Η εμφάνιση έχει πιο σύνθετα ρόλο στη δουλειά μας από το στεγνό "είμαι/δεν είμαι ωραίος"».

 

Υπάρχουν, τελικά, πολλών ειδών έρωτες; Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO
Υπάρχουν, τελικά, πολλών ειδών έρωτες; Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO


«Θεωρώ ότι το να σε θεωρούν οι άνθρωποι όμορφο είναι ένα δώρο που σου έχει δοθεί» καταλήγει ο Γιώργος. «Το βλέπω. Υπάρχει καλύτερη αντιμετώπιση, οι άνθρωποι είναι πιο ευγενικοί, σε προσέχουν. Πιστεύω, όμως, πως πρέπει να έχεις στο μυαλό σου τη φύση αυτού του πράγματος, ότι είναι εύθραυστο, εντελώς περαστικό. Στη δουλειά μας δεν είναι μόνο αβαντάζ. Σου κολλάνε ταμπέλα όσον αφορά αυτά που σου προτείνουν να κάνεις, αλλά και ο θεατής δεν το ξεπερνά, όσο και να προσπαθείς, ότι δεν είσαι απλώς ένα ωραίο αγόρι. Έχω χαρεί πολύ σε παραστάσεις όπου πραγματικά έχουν προσπαθήσει να μη φαίνομαι όμορφος, π.χ. ως Ριχάρδος Γ' ή ως Χίτλερ. Εκεί έχω πάει ένα βήμα μπροστά υποκριτικά».

 

Μου φαίνεται γελοίο που πρέπει να σχολιάζουμε ρατσιστικές δηλώσεις πολιτικών προσώπων, λες και είμαστε υποχρεωμένοι να αντιμετωπίζουμε καθημερινά τη μικροψυχία του καθενός. Νιώθω ότι, καλώς ή κακώς, οι νέοι άνθρωποι που βάλλονται και το αντιλαμβάνονται προσπαθούν να απέχουν.

— Νατάσα Εξηνταβελώνη


Οι δύο ηθοποιοί φαίνεται να έχουν αναπτύξει μια ενδιαφέρουσα χημεία μέσα από τη διαδικασία των προβών, όμως έχει μεγάλο ενδιαφέρον ο εντελώς διαφορετικός τρόπος με τον οποίο διαχειρίζονται την εικόνα τους στα social media. Η εξωστρεφής Νατάσα έγινε γνωστή πριν από λίγα χρόνια με τον ξεκαρδιστικό, viral, ευαισθητοποιημένο χαρακτήρα της «δασκάλας», που σχολίαζε με έξυπνο τρόπο τα κακώς κείμενα της καθημερινότητας στο Διαδίκτυο. Το impact παραμένει ακόμα μεγάλο, με τον λογαριασμό της στο Instagram να αριθμεί πάνω από 86.000 ακόλουθους.

 

«Δεν είμαι σίγουρη αν έχω τελειώσει με τη δασκάλα. Έκανε σίγουρα έναν κύκλο που έκλεισε με μια παράσταση στο six d.o.g.s, μία από τις πιο ωραίες εμπειρίες που έχω ζήσει, όταν πήρε μορφή αυτός ο χαρακτήρας. Δεν είχε συγκεκριμένο στόχο όλο αυτό, είχε διάθεση παιχνιδιού και αυθορμητισμού, γι' αυτό νομίζω ότι πέτυχε. Δεν αποσκοπούσε πουθενά, έγινε με κάμερα χαμηλής ανάλυσης, είχε αλήθεια. Μακάρι την αλήθεια αυτού του μικρού κλόουν που θέλει να τρυπώνει παντού να καταφέρω να την πετύχω και σε άλλα πράγματα. Δεν θέλω να την ξεχάσω, και, γιατί όχι, να την εξελίξω, να επανέλθω» λέει για την τύχη της «δασκάλας».


Ο Γιώργος, από την άλλη, δείχνει πιο ντροπαλός και εσωστρεφής, ενώ έχει στοιχειώδη σχέση με τα social, για την οποία αυτοσαρκάζεται. «Είμαι λίγο ντουβάρι, δεν τα πάω καλά με τις φωτογραφίες. Έχω 5 εικόνες στο Facebook που θεωρώ καλές και τις εναλλάσσω. Νομίζω ότι είναι ένα από τα μεγαλύτερα ελαττώματά μου».

 

Οι δύο ηθοποιοί φαίνεται να έχουν αναπτύξει μια ενδιαφέρουσα χημεία μέσα από τη διαδικασία των προβών. Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO
Οι δύο ηθοποιοί φαίνεται να έχουν αναπτύξει μια ενδιαφέρουσα χημεία μέσα από τη διαδικασία των προβών. Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO


Ποιες είναι οι δικές τους μεγάλες προσδοκίες από τη νέα δεκαετία; Οι δύο νεαροί ηθοποιοί βρίσκονται σε διαφορετική φάση. Ο Γιώργος παντρεύτηκε και πολύ πρόσφατα έγινε πατέρας. «Ζω τόσο έντονα πράγματα, που το πάω στιγμή τη στιγμή. Όσο μεγαλώνει το παιδί θα το πηγαίνω μέρα με τη μέρα. Λόγω των νέων συνθηκών είμαι πραγματικά τελείως στο τώρα».

 

Και η Νατάσα, πάντως, προτιμά να έχει προσωπικές, παρά επαγγελματικές προσδοκίες. «Ίσως επειδή η δουλειά μας είναι πραγματικά πολύ ασταθής έχω πάψει να έχω προσδοκίες που σχετίζονται με αυτήν. Δεν νομίζω ότι είχα και ποτέ. Αυτά που περιμένω έχουν να κάνουν με πιο προσωπικά πράγματα. Αγάπη, έρωτας, ίσως κανένα παιδί κάποτε».


Καθώς ανοίγουμε τη συζήτηση, η Νατάσα δηλώνει πως ενοχλείται πολύ, έτσι όπως έχει διαμορφωθεί πλέον το νέο πολιτικό σκηνικό στην Ελλάδα. «Νιώθω άβολα, αμήχανα. Μου φαίνεται γελοίο που πρέπει να σχολιάζουμε ρατσιστικές δηλώσεις πολιτικών προσώπων, λες και είμαστε υποχρεωμένοι να αντιμετωπίζουμε καθημερινά τη μικροψυχία του καθενός. Νιώθω ότι, καλώς ή κακώς, οι νέοι άνθρωποι που βάλλονται και το αντιλαμβάνονται προσπαθούν να απέχουν. Καλώς, επειδή το αξίζει η εποχή. Κακώς, επειδή χάνουμε πάρα πολύ έδαφος, απομακρυνόμαστε από πράγματα που μας αφορούν ως νέα γενιά, τα οποία πρέπει να πάρουμε στα χέρια μας».


Ο Γιώργος συμπληρώνει, αναφερόμενος στο πόσο προφανής είναι πια ο ατομικισμός του καθενός στην καθημερινότητα: «Με εκνευρίζει πάρα πολύ το ότι δεν υπάρχει η αίσθηση του άλλου στους δρόμους της Αθήνας. Υπάρχουν περιφερόμενες μοναξιές, τελείως στραμμένες προς τα μέσα. Όταν πρέπει να λειτουργήσουμε σωματικά, π.χ. να πάρουμε όλοι μαζί το μετρό ή το λεωφορείο, εκεί φαίνεται πώς ο καθένας κοιτάει την πάρτη του. Μπορεί να δεις έναν κροκόδειλο δίπλα σου και να μην το καταλάβεις. Τόσο αλλού είναι κάθε άνθρωπος».

 

«Είμαι λίγο ντουβάρι, δεν τα πάω καλά με τις φωτογραφίες. Έχω 5 εικόνες στο Facebook που θεωρώ καλές και τις εναλλάσσω. Νομίζω ότι είναι ένα από τα μεγαλύτερα ελαττώματά μου». Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO
«Είμαι λίγο ντουβάρι, δεν τα πάω καλά με τις φωτογραφίες. Έχω 5 εικόνες στο Facebook που θεωρώ καλές και τις εναλλάσσω. Νομίζω ότι είναι ένα από τα μεγαλύτερα ελαττώματά μου». Φωτο: Γιώργος Αδάμος/LIFO


Μεγάλες Προσδοκίες, του Καρόλου Ντίκενς

Σκηνοθεσία: Λίλλυ Μελεμέ

Μετάφραση-Διασκευή: Μαριλένα Παναγιωτοπούλου

Σκηνικά: Κωνσταντίνος Ζαμάνης

Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα

Φωτισμοί: Μελίνα Μάσχα

Μουσική: Σταύρος Γασπαράτος

Επιμέλεια κίνησης: Μόνικα Έλενα Κολοκοτρώνη

Βοηθός σκηνοθέτιδος: Μαριτίνα Αστρά

Βοηθός συνθέτη: Γιώργος Μιζήθρας

Βοηθοί ενδυματολόγου-Ειδικές κατασκευές: Κιράννα Γκιόκα, Αφροδίτη Αναστασοπούλου

Παίζουν: Φιλαρέτη Κομνηνού, Αλέκος Συσσοβίτης, Γιώργος Χριστοδούλου, Νατάσα Εξηνταβελώνη, Κωνσταντίνος Γεωργαλής, Λήδα Κουτσοδασκάλου

 

Πρεμιέρα: 31 Ιανουαρίου 2020

Μέρες και ώρες παραστάσεων: Τετάρτη στις 18:15, Παρασκευή & Σάββατο στις 21:15,

Κυριακή στις 21:00

Σύγχρονο Θέατρο (Ευμολπιδών 45, Γκάζι, 210 3464380)

 

Ο Γιώργος Χριστοδούλου σκηνοθετεί και παίζει επίσης στην παράσταση «Νυφικό Κρεβάτι» του Γιαν Ντε Χάρτογκ, κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00 στο Από Μηχανής Θέατρο (Ακαδήμου 13, Μεταξουργείο, 210 5232097).

Η Νατάσα Εξηνταβελώνη πρόκειται να ξεκινήσει πρόβες για το έργο «Σουφραζέτες» που θα υπογράψει ο Χρήστος Καρασαββίδης.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO